ALBUM ANNIVERSARY
Δέκα χρόνια έχουν περάσει από την κυκλοφορία του Deliverance του άλμπουμ που ο κόσμος λάτρεψε και ο δημιουργός του «μίσησε». Έχει προηγηθεί ένα εκπληκτικό “Blackwater Park” που έφερε την εμπορική επανάσταση για τους Opeth και σύσσωμος ο μεταλλικός κόσμος αδημονεί για το επόμενο δισκογραφικό βήμα των Σουηδών. Η αρχική πρόθεση της μπάντας είναι να κυκλοφορήσει ένα διπλό άλμπουμ, αφού το Deliverance ηχογραφείται ταυτόχρονα με το άλλο του μισό, το Damnation. Η δισκογραφική όμως θεωρεί ότι για να υπάρξει η σωστή προώθηση, πρέπει να κυκλοφορήσουν ξεχωριστά κάτι που τελικά γίνεται. Ως οι δυο όψεις ενός νομίσματος, το Deliverance έχει σχεδιαστεί να έχει μια άκρως πιο heavy προσέγγιση, σε σχέση με τον πιο γλυκό progressive ήχο του Damnation. Όπως αποδεικνύεται τελικά, το άλμπουμ είναι ίσως πιο σκληρό από στιχουργικής απόψεως, όχι όμως και από μουσικής συγκριτικά με άλλες κυκλοφορίες τους. Εν μέσω μεγάλης ανυπομονησίας λοιπόν, η έκτη δουλειά του συγκροτήματος ανεβαίνει στα ράφια και δικαιώνει τη συντριπτική πλειοψηφία των οπαδών του, όχι όμως και τον ίδιο τον δημιουργό του, που όπως έχει δηλώσει, δεν έχει καθόλου όμορφες αναμνήσεις από αυτόν και μολονότι θεωρεί κάποια κομμάτια του αξιόλογα, υπάρχουν πράγματα για τα οποία δε νιώθει περήφανος ως μουσικός και γι αυτό θεωρεί το Deliverance το χειρότερο άλμπουμ τους. Τώρα πάλι γιατί για εμάς τους κοινούς θνητούς είναι μια ακόμη εξαιρετική κυκλοφορία της μπάντας; Προφανώς διότι, έχει όλη την ποιότητα, την ένταση, τις εναλλαγές death και καθαρών φωνητικών του Åkerfeldt, έντονα heavy και μελωδικά στοιχεία, ακουστικά γλυκά περάσματα και την μαυρίλα του παρελθόντος. Είναι ένα άλμπουμ με με τεράστια αμεσότητα και συνέπεια, εκτελεστική ακρίβεια και έξοχη μουσικότητα, μια κορυφαία παραγωγή από τον Steve Wilson και το μαγικό βάθος των συνθέσεων του ηγέτη τους. Αυτό ασφαλώς δεν μπορεί να ακυρώσει τη γνώμη του ανθρώπου που προφανώς γνωρίζει καλύτερα από όλους μας και είναι ο ρόλος του τέτοιος, να στέκεται στα ψεγάδια της δουλειάς του. Το Deliverance έχει τη δική του θέση στις καρδιές των οπαδών των Opeth και έρχεται ως μια progressive death καταιγίδα την οποία θα διαδεχθεί η γαλήνια ατμόσφαιρα του Damnation, πέντε μήνες αργότερα.

26 χρόνια πριν συναντάμε τον Yngwie Malmsteen να συμπληρώνει την πρώτη του «τριλογία», κυκλοφορώντας το τρίτο του άλμπουμ, Trilogy. Ο Σουηδός, παρουσιάζει έντονα σημάδια βελτίωσης και ωριμότητας, συνθετικά και στιχουργικά. Μέσα από απλές συνθέσεις, που βασίζονται κατεξοχήν στις κιθαριστικές δημιουργίες του, τις ισχυρές μελωδίες και στα γρήγορα, τεχνικά και απαιτητικά σόλο, ο Malmsteen μας ταξιδεύει νοητά σε φανταστικά και μεσαιωνικά θέματα. Καταφέρνει να μετατρέψει τα συναισθήματα του σε τραγούδια, μέσα από στίχους, riff και σόλο, με τόσο καλό τρόπο όσο σπάνια αυτό έχει συμβεί. Η αίσθηση που αποπνέει το άλμπουμ, παρά την αφθονία νεοκλασσικών και power metal στοιχείων, έχει κάτι από από Pop Metal της δεκαετίας των 80’s, με τρανό παράδειγμα το “You don’t remember, I’ll never forget” και γενικά το πιασάρικο στοιχείο υπάρχει. Φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι δεν εντοπίζονται και αδυναμίες στη συγκεκριμένη δουλειά. Πέραν του τετριμμένου του πράγματος ορισμένων στίχων που σε φάσεις επαναλαμβάνονται, το Trilogy δεν μπορεί να κερδίσει με κάτι άλλο τον ακροατή πέρα από το κιθαριστικό έργο του συνθέτη. Τα ντραμς, το μπάσο, τα πλήκτρα, ακόμα και η φωνή του Mark Boals, έχουν όλα μια στάνταρ απόδοση, χωρίς όμως κάτι περισσότερο, παρά το γεγονός ότι μπορεί εδώ να ακούγονται καλύτερα από πριν. Σίγουρα όμως, αυτή η έλλειψη ποικιλίας στα κομμάτια, μπορεί να κουράσει τον ακροατή. Το πιο σημαντικό όμως γεγονός του “Trilogy” είναι η βελτίωση του Malmsteen σε συνθετικό επίπεδο αλλά και σε τεχνικό και η αναγνώριση του ως ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες που έχουν περάσει από τον πλανήτη.
A STAR IS BORN

Τα 47 του χρόνια κλείνει σήμερα ο Jeff Scott Soto, η φωνή του οποίου έχει ντύσει τα κομμάτια ουκ ολίγων μουσικών και συγκροτημάτων. Γεννήθηκε στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, έχοντας Πορτορικανή καταγωγή και στα οκτώ του χρόνια μετακόμισε στην Καλιφόρνια. Ως παιδί και μέχρι μια ηλικία, αγαπούσε τη soul μουσική και διάφορες blues – rock μπάντες. Στο σχολείο του συνήθιζε να παίζει τρομπέτα σε μια σχολική μπάντα που συμμετείχε και ο αδερφός του, ενώ μπορούσε να παίξει και πιάνο. Μεγαλώνοντας άρχισε να εισχωρεί στα νερά της hard rock, με συγκροτήματα όπως οι Journey και άλλα, των οποίων αγαπούσε την ενέργεια που έβγαζαν. Στο προσκήνιο ήρθε στις αρχές του ’80 την εποχή που ο Yngwie J. Malmsteen ξεκινούσε τους Rising Force και έψαχνε τραγουδιστή. Ο Soto έστειλε κασέτα και έλαβε τηλεφώνημα από το management του Malmsteen με το οποίο του ζητούσαν να περάσει από ακρόαση. Αυτό και έγινε και τελικά πήρε τη δουλειά. Η συνέχεια τον βρήκε να αναμειγνύεται με πολλά ονόματα όπως οι: Panther, Axel Rudi Pell, Eyes, Talisman, Takara, Humanimal, Human Clay, Kryst The Conqueror, Redlist, The Boogie Knights και Soul Sirkus. Το 1990 έγινε τραγουδιστής των Talisman με τους οποίους παρέμεινε ως της διάλυση τους, το 2007. Πέρα από κάποια σόλο άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει έχει κάνει και δεύτερα φωνητικά σε δίσκους πολλών καλλιτεχνών. Το 2006, αντικατέστησε τον Steve Augeri στους Journey αλλά μέχρι τον Ιούνιο του 2007, η συνεργασία τους είχε τερματιστεί. Από το 2008 ως το 2011, συμμετείχε στις χειμερινές περιοδείες των Trans Siberian Orchestra και στις ανοιξιάτικες εμφανίσεις τους το 2010. Το Μάρτιο του 2011, τέλος, σημείωσε τρομερή επιτυχία το single που κυκλοφόρησε με τίτλο "Last Time (feat. Jeff Scott Soto)" σε συνεργασία με τους Ιταλούς Evolution.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



