A STAR FALLS

Δεκαεννιά χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο του πιο ανήσυχου και οξυδερκούς μουσικού πνεύματος ίσως, που πέρασε από τη μουσική. Ο Frank Zappa, ένας από τους πιο καταξιωμένους συνθέτες, έφυγε στα 52 του χρόνια, αφήνοντας πίσω μια τεράστια μουσική κληρονομιά. Γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη, στις 21 Δεκεμβρίου του 1940, από Σικελό πατέρα με ελληνική και αραβική καταγωγή, ενώ η μητέρα του ήταν ήταν μισή Ιταλίδα και μισή Γαλλίδα. Η οικογένεια του ήταν καθολική και συχνά μετακόμιζε, γιατί ο πατέρας του ήταν χημικός και μαθηματικός στην αμυντική βιομηχανία. Το σπίτι τους ήταν κοντά σε ένα οπλοστάσιο όπου αποθήκευαν μια βλαβερή ένωση υγραερίου και γι’ αυτό είχαν μάσκες. Αυτό τον επηρέασε έντονα, κάνοντας αναφορές στα μικρόβια του πολέμου και στην αμυντική βιομηχανία σε ολόκληρο το έργο του. Ως παιδί αρρώσταινε συχνά, υποφέροντας από άσθμα, ωτίτιδες και ιγμορίτιδα για την οποία ένας γιατρός μάλιστα του χορήγησε μικρές ποσότητες από ράδιο, χωρίς να γνωρίζει τους κινδύνους και τα προβλήματα που θα μπορούσε να του προκαλέσει. Πολλές από τις ασθένειες του, οφείλονταν στην έκθεση του στο υγραέριο και όταν η υγεία του επιδεινώθηκε, η οικογένεια άλλαξε τόπο διαμονής. Ο Zappa ως παιδί είχε έντονη την κλίση να γίνει κυρίως ένας τρελός επιστήμονας, παρά μουσικός, περνώντας το χρόνο του κατασκευάζοντας διάφορα αντικείμενα. Φυσιολογικά λοιπόν, ο άνθρωπος που πυροδότησε το ενδιαφέρον του για τη μουσική, ήταν ένας μουσικός με εμφάνιση τρελού επιστήμονα, ο Γάλλος συνθέτης του avant-garde είδους, Edgard Varèse. Έχοντας μετακομίσει στην Καλιφόρνια, ο Zappa είχε μπει στην πρώτη του μπάντα στο σχολείο και ήταν ντράμερ. Οι γονείς του, του αγόρασαν και έναν φωνογράφο που του επέτρεπε να αναπτύξει περισσότερο το ενδιαφέρον του για τη μουσική καθώς και να αρχίσει να φτιάχνει τη δισκογραφική του συλλογή. Αρχικά αγόραζε R&B singles και ασχολούνταν πολύ με ήχους από κρουστά. Στα 12 είχε ένα τύμπανο με το οποίο άρχισε να μαθαίνει τα βασικά, ενώ το ενδιαφέρον του επεκτάθηκε πολύ στην κλασσική μουσική. Το 1956, η οικογένεια βρισκόταν στο Lancaster, όπου ο Zappa άρχισε να παίζει ντραμς για τους The Blackouts, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να του κεντρίζει την προσοχή η κιθάρα. Στα 17 του είχε αποκτήσει μία και αφιερώνοντας αρκετό χρόνο, ανέπτυξε ένα δικό του στυλ παιξίματος. Δύο χρόνια μετά, άφησε το πατρικό του και πήγε να ζήσει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Los Angeles. Γνώρισε την Kathryn J. "Kay" Sherman και το Δεκέμβρη του 1960 παντρεύτηκαν, ο γάμος τους όμως δεν κράτησε πολύ. Τον πρώτο καιρό ζούσε ως μουσικός και συνθέτης και έκανε εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, ενώ έβγαλε παραπάνω χρήματα, γράφοντας τη μουσική για δύο ταινίες χαμηλού κόστους. Το 1964 ανέλαβε το στούντιο του παραγωγού Paul Buff με τον οποίο συνεργαζόταν, το μετονόμασε σε Studio Z. Την ίδια χρονιά ήταν που ανέπτυξε και την αντιεξουσιαστική του στάση, όταν καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών με αναστολή, με την κατηγορία διάπραξης πορνογραφίας, απόφαση άδικη, που κόστισε στο μουσικό την απώλεια πολλών ηχογραφήσεων με αποτέλεσμα να αδυνατεί να πληρώσει το ενοίκιο για το στούντιο και να εκδιωχθεί. Η συνέχεια τον βρήκε στους Soul Giants, που με το πέρασμα δύο ετών, εξελίχθηκαν αρχικά στους Mothers για να γίνουν τελικά οι The Mothers of Invention, που έπαιζαν κομμάτια γραμμένα από τον ίδιο. Η μπάντα υπέγραψε συμβόλαιο με δισκογραφική και με παραγωγό τον Tom Wilson, ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ το 1966, το “Freak Out!”, μια δουλειά με πολλά πειραματικά στοιχεία, που τον καθιέρωσε ως τη νέα φωνή της ροκ. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο Zappa μετακόμισε σε ένα σπίτι στο Laurel Canyon, με τη φίλη του Pamela Zarubica, που εμφανίζεται και στο δίσκο. Το σπίτι τους ήταν τόπος συνεστίασης και διαμονής για πολλούς μουσικούς του LA, παρά την αποδοκιμασία του Zappa για την παράνομη χρήση ναρκωτικών που έκαναν. Χαρακτήριζε όσους ήταν στα ναρκωτικά «μαλάκες σε δράση» και μολονότι δοκίμασε κάνναβη λίγες φορές, δε βρήκε ευχαρίστηση. Ήταν καπνιστής για την περισσότερη ζωή του και αντίθετος με τις αντικαπνιστικές καμπάνιες. Μετά την περιοδεία του, γνώρισε την Adelaide Gail Sloatman, την ερωτεύτηκε αμέσως και εκείνη μετακόμισε στο σπίτι του. Παντρεύτηκαν το 1967, έκαναν τέσσερα παιδιά και έμειναν μαζί μέχρι το θάνατό του. Στα επόμενα άλμπουμ που κυκλοφόρησε, επέκτεινε τα μουσικά και στιχουργικά θέματα του ντεμπούτου του. Στο λυρικό περιεχόμενο των τραγουδιών του, πολλές φορές ήταν επικριτικός για τους συμβιβασμούς της αμερικανικής κοινωνίας και υπήρχε έντονο το σατιρικό στοιχειό. Το συγκρότημα με τον καιρό σημείωνε όλο και μεγαλύτερη φήμη, έχοντας μια περισσότερο ορχηστρική jazz – rock κατεύθυνση, κάνοντας επίσης εμφανίσεις και στη Νέα Υόρκη για δύο χρόνια, δεν τα κατάφερναν όμως από οικονομικής άποψης. Η σύνθεση τους είχε επεκταθεί ιδιαίτερα από τον μουσικό, αποτελούμενη από εννέα άτομα. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, είχε προχωρήσει στη διάλυση τους. Προς το τέλος του 1970 όμως, σχημάτισε μια νέα εκδοχή τους, κυκλοφορώντας έναν ακόμη δίσκο και συνθέτοντας ένα διπλό άλμπουμ, soundtrack για την ταινία “200 Motels”. Η ταινία γυρίστηκε σε βίντεο σε μόλις 7 ημέρες με μικρό προϋπολογισμό (679.000 δολάρια) και θεωρείται σημαντικό "πολυμεσικό" έργο, αφού αποτέλεσε πρότυπο του είδους και καθιέρωσε την μορφή των περισσότερων βιντεοκλίπ για ροκ μουσική. Περιγράφει τη ζωή ενός συγκροτήματος ροκ σε τουρνέ και ο τίτλος αναφέρεται στον αριθμό των μοτέλ που διανυκτέρευσε το συγκρότημα. Ακολούθησε μια περιοδεία και δύο live δίσκοι. Η χρονιά που ακολούθησε, σημαδεύτηκε από δύο ατυχή περιστατικά. Στο πρώτο, ενώ η μπάντα έπαιζε, κάποιος θεατής πέταξε μια φωτοβολίδα, με αποτέλεσμα να καεί το καζίνο που έπαιζαν και μαζί όλος ο εξοπλισμός τους. Μια εβδομάδα μετά, στο Rainbow Theatre, με νοικιασμένο εξοπλισμό, ένας μανιακός θεατής, πέταξε τον μουσικό από τη σκηνή, προκαλώντας του πολύ σοβαρά τραύματα και αναγκάζοντας τον για μεγάλο διάστημα να χρησιμοποιεί αναπηρική καρέκλα. Ενώ ανάρρωνε, κυκλοφόρησε αρκετά άλμπουμ, μεταξύ των οποίων δύο σε καθαρά jazz κατεύθυνση, για να συνεχίσει με μια σειρά δίσκων, μεταξύ των οποίων και το “Over-nite Sensation”, έναν από τα εμπορικότερους του καλλιτέχνη. Η δύση της δεκαετίας των ’70 τον ήθελε να κάνει ηχογραφήσεις ως ανεξάρτητος μουσικός και είχε ένα μεγάλο, πιστό ακροατήριο που τον λάτρευε για το χιούμορ και την πολυπλοκότητα της μουσικής του. Πολλές δουλειές του, είδαν το φως στα 80’s και μάλιστα το “Ship Arriving Too Late to Save a Drowning Witch” του 1982, περιείχε το πιο πετυχημένο του single με τίτλο “Valley Girl”, που του έδωσε υποψηφιότητα για βραβείο Grammy και έφτασε στην 32η θέση του Billboard. Μετά από ένα διάλειμμα, επέστρεψε και μεγάλο μέρος της νεότερης δουλειάς του χαρακτηρίστηκε από την χρήση τόσο του ψηφιακού σινθεσάιζερ Synclavier ως εργαλείου σύνθεσης και εκτέλεσης, όσο και τεχνικών στο στούντιο για την παραγωγή συγκεκριμένων εφέ. Η δουλειά του πολιτικοποιήθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισε να σατιρίζει την άνοδο των ευαγγελιστών της τηλεόρασης στην Αμερική, καθώς και του ρεπουμπλικανικού κόμματος. Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1985,κατέθεσε στην Επιτροπή Εμπορίου, Τεχνολογίας και Μεταφορών της Γερουσίας των Η.Π.Α. κατά του Parents Music Resource Center (PMRC), μιας οργάνωσης λογοκρισίας μουσικής που είχε ιδρύσει η Tipper Gore, σύζυγος του Al Gore, και στην οποία μέλη ήταν και άλλες σύζυγοι πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων και πέντε συζύγων μελών της Επιτροπής. Εκεί ανέφερε: « Η πρόταση του PMRC είναι μια ανόητη σύλληψη που δεν καταφέρνει να προσφέρει κάποιο πραγματικό όφελος στα παιδιά, περιορίζει τις ελευθερίες των ανθρώπων που δεν είναι παιδιά και υπόσχεται να κρατά τα δικαστήρια απασχολημένα για χρόνια, καθώς αυτά θα προσπαθούν να βρουν μια λύση στα προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής που είναι έμφυτα σε αυτή. Εξ όσων νομικών γνωρίζω, στις αποφάσεις που έχουν σχέση με την Πρώτη Τροποποίηση (First Amendment) προτιμάται η λιγότερο περιοριστική εναλλακτική λύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τα αιτήματα του PMRC ισοδυναμούν με την αντιμετώπιση της πιτυρίδας δια αποκεφαλισμού». Περίπου το 1986, ο Zappa κέρδισε τα δικαιώματα για τα παλιά άλμπουμ του και άρχισε να τα επανεκδίδει, στην αρχή μόνος του και μετά από την Rykodisc CD label. Ακόμη, έγραψε την αυτοβιογραφία του και ξεκίνησε για μια παγκόσμια περιοδεία το 1988, την τελευταία του υπό την μορφή ροκ σχήματος, με ένα δωδεκαμελές συγκρότημα που φημολογείται ότι είχε ρεπερτόριο μεγαλύτερο των 100 τραγουδιών (τα περισσότερα του ίδιου του Ζάπα), το οποίο όμως διαλύθηκε με έντονους διαπληκτισμούς πριν ολοκληρωθεί η περιοδεία. Στα τέλη του 1991, επιβεβαιώθηκε ότι ο μεγάλος μουσικός έπασχε από σοβαρή μορφή καρκίνου του προστάτη. Τελικά, έχασε τη μάχη, ένα χρόνο μετά, σε ηλικία 52 ετών. Κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Westwood Village Memorial Park Cemetery, της Καλιφόρνια. Η μουσική του, έχει επηρεάσει αναρίθμητους μουσικούς, συγκροτήματα και ορχήστρες από διάφορα μουσικά είδη. Καλλιτέχνες της ροκ όπως οι Alice Cooper, Primus και Fee Waybill of The Tubes, τον θεωρούν βασική τους επιρροή, όπως και ονόματα της progressive rock. Ονόματα επίσης, από τη heavy metal και hard rock, όπως οι Black Sabbath, Mike Portnoy, Steve Vai και System of a Down θεωρούν το Zappa σοβαρή επιρροή τους.
A STAR IS BORN

Στα 61 του μπαίνει, ο Αμερικανός κιθαρίστας, ιδρυτής των Lynyrd Skynyrd, Gary Rossington. Ξεκινώντας να ασχολείται από την εφηβεία του ενεργά με τη μουσική, σχημάτισε το πρώτο του συγκρότημα το 1964, τους The Noble Five που αποτέλεσαν μια πρώτη μορφή των Skynyrd. Αργότερα μετονομάστηκαν σε The One Percent για να πάρουν τελικά το όνομα Lynyrd Skynyrd, κερδίζοντας τη διεθνή αναγνώριση από τις αρχές του 1973, με την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου. Ο μουσικός έπαιζε κιθάρα, μια Gibson Les Paul που αγόρασε από μια γυναίκα την οποία ο φίλος της εγκατέλειψε, αφήνοντας πίσω την κιθάρα του. Ο Rossington την ονόμασε "Berneice" στη μνήμη της μητέρας του με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Το 1976, ο κιθαρίστας είχε αυτοκινητιστικό ατύχημα στο Jacksonville. Είχε μόλις αγοράσει ένα καινούριο Ford Torino και υπό την επήρεια ναρκωτικών και αλκοόλ, το έριξε σε μια βελανιδιά. Το συγκρότημα είχε προγραμματίσει περιοδεία μερικές μέρες μετά, αλλά έπρεπε να την αναβάλει εξ’ αιτίας του ατυχήματος. Αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια στην μπάντα και την επιβολή χρηματικού προστίμου, ύψους 5.000 δολαρίων για την καθυστέρηση στο πρόγραμμα τους. Η γνωστή τους επιτυχία "That Smell" είναι βασισμένη έντονα στο συγκεκριμένο περιστατικό. Ο Rossington, ήταν ένας από τους έξι επιζήσαντες από τη συντριβή του αεροπλάνου που μετέφερε το συγκρότημα στις 20 Οκτωβρίου του 1977. Μολονότι έσπασε τα δυο του χέρια, τα πόδια, τους αστράγαλους και τη λεκάνη του, κατάφερε να αναρρώσει και να ξαναπαίξει επί σκηνής, αν και στο ένα χέρι και το ένα πόδι του έχει σίδερα. Τα επόμενα χρόνια χρειάστηκε να παλέψει με το σοβαρό εθισμό του από τα ναρκωτικά, κυρίως λόγω της μεγάλης του εξάρτησης από τα φάρμακα που έπαιρνε μετά το δυστύχημα. Το 1980, μαζί με τον Allen Collins, ίδρυσαν τους The Rossington-Collins Band, κυκλοφορώντας δύο άλμπουμ, διαλύθηκαν όμως δύο χρόνια μετά, μετά το θάνατο της γυναίκας του Collin. Ο κιθαρίστας παίζει ακόμη με την σύνθεση των Lynyrd Skynyrd και είναι πλέον ο μόνος που έχει απομείνει από τα αρχικά μέλη της μπάντας. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες.
ALBUM ANNIVERSARY

35 χρόνια πριν, συναντάμε τους Scorpions στην εποχή που ακόμα έγραφαν με την καρδιά τους, χωρίς να κυνηγούν τις θορυβώδεις επιτυχίες ή τις πωλήσεις. Σε αυτήν τη φάση της καριέρας τους, κυκλοφορούν το πέμπτο άλμπουμ τους, με τίτλο Taken By Force, ένα από τα καλύτερα άλμπουμ για τη χρονιά που κυκλοφόρησε αλλά και από τα κορυφαία του συγκροτήματος. Ο άξονας πάνω στον οποίο πατάει το άλμπουμ, βασίζεται έντονα στο hard rock και εμπλουτίζεται από πολλά metal στοιχεία που δημιουργούν μια σχετικά επιθετική προσέγγιση, μουσικός προσανατολισμός που αλλάζει στη συνέχεια, με τους Scorpions να επιλέγουν έναν πιο φιλικό προς τα ραδιόφωνα δρόμο. Οι συνθέσεις περιλαμβάνουν progressive στοιχεία, ψυχεδελικές επιρροές και έντονα riff. Για πρώτη φορά στη σύνθεση της μπάντας εμφανίζεται ο ντράμερ Herman Rarebell, το σημαντικότερο όμως είναι, πως εδώ έχουμε την τελευταία συμμετοχή, του πιο ταλαντούχου κιθαρίστα που πέρασε ποτέ από τους κόλπου τους, του Uli Jon Roth, ο οποίος αποχώρησε το 1978 λόγω μουσικών διαφορών. Είναι αυτός που κάνει την ουσιαστικότερη διαφορά με τις συνθέσεις και το παίξιμο του, με κορυφαία συνθετική του στιγμή του το αριστουργηματικό “The Sails of Charon”. Επιπλέον, τα διαχρονικά φωνητικά του Klaus Meine αναδεικνύουν τις δυνατές συνθέσεις και αποτελούν εξέχον χαρακτηριστικό του άλμπουμ, λόγω της ενέργειας και της έντασης τους. Στη συνολικότερη εικόνα του, ο δίσκος είναι πιο σκοτεινός τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά, κάτι που φαίνεται ακόμα και στο εξώφυλλο του, το οποίο πάντως, προκάλεσε έντονες συζητήσεις, για τρίτη συνεχόμενη κυκλοφορία του συγκροτήματος. Η εικόνα δύο νεαρών παιδιών να παίζουν με όπλα σε ένα νεκροταφείο, ενόχλησε και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε και δεύτερο εναλλακτικό εξώφυλλο με φωτογραφίες των μελών της μπάντας. Κατά τα άλλα, μέσα από το “Taken By Force”, οι Γερμανοί αποδεικνύουν το πόσο υπολογίσιμη δύναμη ήταν στη δεκαετία του ’70, πολύ περισσότερο συγκριτικά με τα 80’s, στα οποία γνώρισαν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



