ALBUM ANNIVERSARY
Με τον Ozzy Osbourne και την παρέα του να έχουν κάνει ένα δυνατό ξεκίνημα προς το τέλος του 1980, με το “Blizzard of Ozz”, για τη σόλο καριέρα του καλλιτέχνη, η μπάντα μπαίνει γρήγορα – γρήγορα στο στούντιο για το επόμενο άλμπουμ του, εφαρμόζοντας το ρητό κατά το οποίο «στη βράση κολλάει το σίδερο». Κάτω από μεγάλη πίεση ώστε ο δίσκος να είναι έτοιμος πριν την έναρξη της προγραμματισμένης μεγάλης περιοδείας του Ozzy, οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται σε έξι εβδομάδες. Το Diary of a madman, ανεβαίνει στα ράφια των δισκοπωλείων 31 χρόνια πριν, αποσπώντας θετικότατες κριτικές, με κάποιους να μιλούν για ένα κορυφαίο άλμπουμ, ανώτερο του προκατόχου του και άλλους για ένα πολύ καλό μεν, κατώτερο του ντεμπούτου του δε, άλμπουμ. Αν και στα credits, οι Rudy Sarzo και Tommy Aldridge φέρονται ως οι συντελεστές στο μπάσο και ντραμς αντίστοιχα, οι Bob Daisley και Kerslake είναι αυτοί που στην πραγματικότητα έπαιξαν τα αντίστοιχα μέρη, με τον πρώτο μάλιστα να συμβάλει και συνθετικά τόσο μουσικά, όσο και στιχουργικά. Το “Diary of a madman”, παρασύρει πρώτα απ όλα με την παράξενη, απόκοσμη και σκοτεινή του ατμόσφαιρα, η οποία εντείνεται από την προσθήκη πλήκτρων. Εν συνεχεία, εντυπωσιάζει με την κινητήρια δύναμη του, που ακούει στο όνομα Randy Rhoads. Ο τεράστιος αυτός κιθαρίστας, για τον οποίο έμελλε να είναι η τελευταία του δουλειά, αφού έφυγε πρόωρα ένα χρόνο μετά, έχει κάνει εντυπωσιακά άλματα στο συνθετικό κομμάτι. Ο τρόπος παιξίματος του είναι για σεμινάριο και ο ίδιος βάζει τη σφραγίδα του σε κάθε κομμάτι κάνοντας ακόμα και τα πιο αδύναμα να ξεχωρίζουν για τα εκπληκτικά, τεχνικά του σόλο. Από άποψη συνθέσεων, ο δίσκος ξεκινάει ιδανικά με τα “Over the mountain” και “Flying High Again”, συνεχίζει αρκετά ικανοποιητικά και κλείνει ειδυλλιακά με τον υπέρτατο ομώνυμο ύμνο. Και μόνο για κομμάτια σαν τα προαναφερθέντα, δε μπορούμε παρά να μιλήσουμε για ένα κλασσικό άλμπουμ του Ozzy. Ο ίδιος ο τραγουδιστής, έχει βελτιώσει ελαφρώς τη φωνητική του απόδοση και γενικά τον βοηθά το ότι τα κομμάτια είναι προσαρμοσμένα στις δυνατότητες του. Μια εμφανής διαφορά του συγκεκριμένου δίσκου σε σχέση με τον προηγούμενο, είναι η καλή του παραγωγή, σαφώς καθαρότερη αυτή τη φορά. Όσο για το δίλλημα” Blizzard of Ozz” ή “Diary of a madman”, σίγουρα πρόκειται για δύο πραγματικά καλές δουλειές. Κατά τα άλλα, γούστα είναι αυτά…

10 χρόνια πριν, οι Symphony X μας καλούν σε ένα επικό ταξίδι, μέσα από την έκτη δουλειά τους, το The Odyssey. Το συγκρότημα μας προσφέρει ένα άλμπουμ υψηλής ποιότητας, με τις τεχνικές λεπτομέρειες να εντυπωσιάζουν. Μουσικά επιλέγουν μια πιο heavy κατεύθυνση, συνδυάζοντας άρτια το progressive είδος με thrash και power στοιχεία. Οι μελωδίες ξεχύνονται άφθονες και τα πλήκτρα του Michael Pinella εξακολουθούν να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, μόνο που αυτή τη φορά είναι έντονη και η παρουσία της κιθάρας του Michael Romeo. Ο κιθαρίστας συνθέτει άκρως ενδιαφέροντα, εντυπωσιακά και περίπλοκα riff, το στυλ των οποίων έχει μια επιθετική χροιά, που καθορίζει το συνολικό αποτέλεσμα. Οι μεγάλες δόσεις κλασσικής επιρροής της μπάντας είναι εμφανείς, αν και λιγότερες από πριν και βοηθούν στην μαγική ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Στη δημιουργία αυτού του επικού έργου των Symphony X, βασικός παράγοντας αναδεικνύεται ο τραγουδιστής τους Russell Allen. Έχει μεγάλο φωνητικό εύρος και με τις διακυμάνσεις της φωνής του προσδίδει τα μέγιστα. Το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ, διάρκειας 24 λεπτών, αποτελεί τον πυρήνα του, με την μπάντα να πιστώνεται μια από τις πλέον κορυφαίες συνθέσεις που έχει να επιδείξει. Οι Αμερικανοί αποδίδουν με αριστουργηματικό τρόπο, μέσα από έναν ήχο τεραστίων διαστάσεων, την αφήγηση τους για τα κατορθώματα του Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής του προς το σπίτι. Το “The Odyssey” μέσα από 67 λεπτά μουσικής στο γνώριμο μουσικό στυλ των Symphony X, μας χαρίζει καινούριες μουσικές αισθήσεις, αποτελώντας μια ιδανική δουλειά για κάθε οπαδό του συγκροτήματος αλλά και για κάθε metal ακροατή γενικότερα.
A STAR IS BORN

Τα 36 του χρόνια κλείνει σήμερα ο Αμερικανός κιθαρίστας και παραγωγός Rob Caggiano, γνωστός κυρίως από τη συμμετοχή του στους Anthrax. Γεννήθηκε στο Bronx της Νέας Υόρκης και από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική, γεγονός στο οποίο συνέβαλε ο πατέρας του, που είναι λάτρης της συγκεκριμένης τέχνης. Διαρκώς στο σπίτι τους έπαιζαν μελωδίες από Sinatra μέχρι Dion και από Belmonts μέχρι Elton John και Beatles. Μάλιστα ο ίδιος ο πατέρας του, του έδωσε το όνομα Robert από τον τραγουδιστή Bobby Darin (Walden Robert Cassotto όπως ονομάζεται στην πραγματικότητα). Σοβαρά με την κιθάρα, ασχολήθηκε αφού άκουσε το “Back in Black” των AC/DC, των οποίων είναι και φανατικός οπαδός. Όπως έχει πει: «Υπάρχει κάτι στον τρόπο παιξίματος του Angus Young που άναψε μια φωτιά μέσα μου και κόλλησα από τότε. Είναι απίστευτος!». Στη συνέχεια έστρεψε το ενδιαφέρον του στον Eddie Van Halen και εκεί τέλειωσε το θέμα. Αποφάσισε ότι η κιθάρα ήταν η ζωή του. Και ήταν μόλις εννέα ετών! Η πρώτη επαγγελματική μπάντα στην οποία συμμετείχε ήταν οι Boiler Room, το 1996. Οι Boiler Room κατάφεραν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον της Roadrunner Records, μετά από μια εμφάνιση τους στην οποία άνοιγαν για τους Orgy το 1999. Τελικά μέσω της Tommy Boy Records, κυκλοφόρησαν ένα ντεμπούτο άλμπουμ, με τίτλο “Can’t Breathe”, αλλά δύο χρόνια μετά διαλύθηκαν. Ο Caggiano διατηρούσε φιλικές επαφές με τα μέλη των Anthrax αφού γνωρίζονταν από τη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης και είχαν και κοινούς φίλους από το μουσικό κύκλωμα. Μετά από μια ακρόαση απλά προέκυψε η συνεργασία τους, με τον κιθαρίστα να κάνει ξεκάθαρη την επιθυμία του να παίξει γι’ αυτούς. Από το 2001 ως το 2005 ήταν στη σύνθεση τους, αποχώρησε και επέστρεψε δύο χρόνια μετά. Εμφανίζεται στα άλμπουμ “We've Come for You” και “Worship Music” καθώς και στη συλλογή “Greater of Two Evils” και το live άλμπουμ “ Music of Mass Destruction”. Ο Αμερικανός, είναι επίσης αναγνωρισμένος παραγωγός, έχοντας στο ενεργητικό του συνεργασίες με τους Cradle of Filth, Machine Head, Anthrax, Jesse Malin κ.α. Επίσης παίζει κιθάρα και συνθέτει για τους The Damned Things μαζί με τον Scott Ian, Joe Trohman και Andy Hurley από τους Fall out Boy και τον Keith Buckley των Everytime I die. Το πρώτο τους άλμπουμ, σε παραγωγή του ίδιου, κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του 2010.

52 ετών γίνεται σήμερα ο Αμερικανός κιθαρίστας Tommy Thayer, γεννημένος στο Portland του Oregan των Η.Π.Α. Στην οικογένεια του υπήρχε έντονο το μουσικό στοιχείο και το πάθος του ίδιου για τις hard rock μπάντες των 70’s τον οδήγησε στην επιθυμία να καταπιαστεί με την κιθάρα από τα 13 του. Όταν τελείωσε το σχολείο, έπαιξε σε διάφορα τοπικά μαγαζιά, ώσπου τελικά σχημάτισε το δικό του γκρουπ, τους Black 'n Blue, με τραγουδιστή τον Jaime St. James. Το συγκρότημα έκανε αμέσως επιτυχία με εμφανίσεις σε club του Hollywood και μέσα σε έξι μήνες υπέγραψε παγκόσμιο δισκογραφικό συμβόλαιο με την Geffen Records. Κυκλοφόρησαν τέσσερα άλμπουμ από το 1984 ως το 1988, με παραγωγό στα δύο τελευταίο τον Gene Simmons, μπασίστα των Kiss. Η Geffen στη συνέχεια άφησε τους Black ‘n blue και εκείνοι διαλύθηκαν. Το 1989, έγραψε δύο κομμάτια με τον Simmons και έπαιξε κιθάρα για κάποια κομμάτια του άλμπουμ των Kiss, “Hot in the shade”. Στα χρόνια που ακολούθησαν αναμείχθηκε ποικιλοτρόπως με το συγκρότημα και τελικά το Φεβρουάριο του 2003, έγινε επίσημα μέλος της σύνθεσής τους, συμμετέχοντας σε πέντε άλμπουμ τους. Ο κιθαρίστας έχει διακριθεί επίσης για διάφορες πρωτοβουλίες του, φιλανθρωπικού ενδιαφέροντος.
Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force



