Σαν σήμερα 9 Οκτωβρίου: Σημαντική μέρα για τη metal σκηνή με δίσκους που άφησαν ιστορία! Ακόμη: Al. Jourgensen, Fabio Lione.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ALBUM ANNIVERSARY

 

 

Πίσω στο 1978, οι Judas Priest κυκλοφορούν την πέμπτη δουλειά τους, το Killing Machine που επανατιτλοφορήθηκε Hell bent for leather προκειμένου να κυκλοφορήσει στις Η.Π.Α., αφού στη δισκογραφική τους δεν άρεσαν οι δήθεν υπαινιγμοί για δολοφονίες που άφηνε. Είμαστε στην εποχή που το λεγόμενο λεγόμενο  New Wave Of British Heavy Metal βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Οι Priest μέσα από αυτή τη δουλειά τους βουτούν για τα καλά στα νερά της heavy metal και αφενός συμβάλλουν σημαντικά στην άναδυση του κινήματος, αφετέρου σηματοδοτούν μια νέα εποχή στον ήχο τους. Διατηρούν τη σκοτεινή θεματολογία των προηγούμενων δίσκων τους, προσεγγίζουν όμως ένα εμπορικότερο στυλ. Τα κομμάτια έχουν πιο απλές δομές κάτι που τους προσδίδει μεγαλύτερη αμεσότητα και διαφέρουν μεταξύ τους κρατώντας το ενδιαφέρον του ακροατή. Έτσι στο δίσκο βρίσκει κανείς από κομμάτια σε heavy metal γραμμές που κάποιες φορές ενσωματώνουν και πρώιμα speed στοιχεία, μέχρι τραγούδια σε πιο rock ύφος. Η ηχητική αλλαγή της μπάντας γίνεται αντιληπτή από το εναρκτήριο κομμάτι του  δίσκου, “Delivering the Goods”. Αλλαγή όμως έχουμε και στο image τους, αφού από εδώ αρχίζουν να καθιερώνουν το στυλ με τα δερμάτινα και τα καρφιά, κάτι που μελλοντικά θα υιοθετήσουν πολλά ακόμη συγκροτήματα.   Οι Βρετανοί έχουν μια πανίσχυρη σύνθεση στις τάξεις τους για τα δεδομένα της εποχής, με τους Downing και Tipton στις κιθάρες και τον Halford στα φωνητικά, γεγονός που ασφαλώς τους δίνει προβάδισμα σε σχέση με άλλες μπάντες. Τα riff είναι κοφτερά, τα σολαρίσματα ακριβή, με τον Glenn Tipton να ενσωματώνει για πρώτη φορά σε αυτά την τεχνική του tapping, η δουλειά του Les Binks άρτια όσον αφορά τα τύμπανα. Είναι μάλιστα η τελευταία συμμετοχή του Ιρλανδού ντράμερ με τους Priest, αφού μετά από ένα χρόνο παρουσίας, αποχωρεί. Η φωνή του Halford διατηρεί την απίστευτη δύναμη της και η παρουσία τέλος, του James Guthrie, ενός ικανότερου παραγωγού από πριν, συνδράμει σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα.Οι δυνατές και πιασάρικες συνθέσεις του άλμπουμ, είναι προσιτές στα ραδιόφωνα. Το “Killing Machine” αναδεικνύει τους Judas Priest ως το συγκρότημα που παίζει την πιο heavy μουσική για τα δεδομένα της εποχής και συγκαταλέγεται στα άλμπουμ που έχουν ασκήσει τεράστιες επιρροές στη heavy metal σκηνή.

 

 

Η πέμπτη δουλειά των Slayer, η καλύτερη για πολλούς που έκαναν σε όλη τη διάρκεια των 90’s, το Seasons in the Abyss, κλείνει σήμερα 22 χρόνια ζωής. Μετά το πιο αργό, σκοτεινό και μελωδικό “South of Heaven” και το ανελέητα γρήγορο και σκληρό “Reign in Blood”, οι Slayer πιο ώριμοι από ποτέ δημιουργούν ένα μείγμα αυτών των δύο, κρατώντας τόσο την ταχύτητα και την «βαρβαρότητα» του δεύτερου όσο και το χαμηλότερο τέμπο και groove ήχο του πρώτου. Ο ήχος είναι ένας πιο γρήγορος thrash σε σχέση με πριν και το ύφος του άλμπουμ υποδηλώνεται ακόμα και από τον τίτλο του. Αυτή τη φορά απουσιάζουν τα αντιθρησκευτικά θέματα και τα κομμάτια διαπραγματεύονται κοινωνικά ζητήματα όπως ο πόλεμος, ο φόνος, οι ανθρώπινες αδυναμίες. Η συνθετική δουλειά της μπάντας είναι βελτιωμένη στο σύνολο της. Οι στίχοι είναι οι πιο πιασάρικοι που έχουν γράψει ποτέ και αρκετά πιο βελτιωμένοι σε σχέση με το παρελθόν.  Μουσικά κυριαρχούν τα πολύπλοκά κιθαριστικά riff σε ταχύτητες άλλοτε εκτυφλωτικές και άλλοτε μέτριες, με την εναλλαγή αυτή στο τέμπο να δίνει την ευκαιρία στον Lombardo να δείξει το τεράστιο εύρος των δυνατοτήτων και της τεχνικής του. Ο αξεπέραστος ντράμερ, δυστυχώς αποχωρεί μετά από το συγκεκριμένο άλμπουμ έπειτα από διαμάχες που είχε με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Ο Tom Araya δείχνει ακόμα μεγαλύτερα σημάδια ωριμότητας ως προς τις φωνητικές του επιδόσεις. Το “Seasons in the Abyss” έφτασε στην 18η θέση των βρετανικών  chart και την 40η του Billboard 200. Έγινε χρυσό σε Αμερική και Καναδά, ενώ επίσης το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ και το "War Ensemble" είναι αυτά με τη μεγαλύτερη αναμετάδοση από το MTV που είχε ποτέ η μπάντα. Συμπληρώνει την τετράδα μιας ιδιαίτερα αξιόλογης σειράς κυκλοφοριών αποτελούμενης από θρυλικούς δίσκους, την οποία διαδέχεται μια γενικότερη καμπή στην πορεία των Αμερικανών. 

 

 

28 χρόνια πριν, τέλος,  ένα νέο συγκρότημα από το Los Angeles, κάνει το πρώτο του δισκογραφικό βήμα και μαζί την αρχή μια επιτυχημένη καριέρα που θα ακολουθήσει στο μελλον. Ο λόγος για το March of the Saint και τους Armored Saint, την μπάντα που ίδρυσαν τα αδέρφια Sandoval με τον κιθαρίστα David Prichard για να προστεθούν στη συνέχεια στις τάξεις τους ο John Bush με τον Joey Vera. Έχει προηγηθεί ένα πετυχημένο EP στη Metal Blade Records που φέρνει τη μετακίνησή τους στη Chrysalis Records, κάτι το οποίο όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια μάλλον κακό τους έκανε. Οι Armored Saint κάνουν ένα ποιοτικότατο ντεμπούτο άλμπουμ, με κομμάτια μοναδικά, ξεχωρίζοντας για τη συνθετική αλλά και την εκτελεστική τους ικανότητα. 40 σχεδόν λεπτά καλοπαιγμένης, παραδοσιακής heavy metal είναι αρκετά ώστε να τους τοποθετήσουν μέσα στα δυνατά ονόματα του είδους στα 80’s. Μπορεί η μπάντα να είναι άπειρη, έχει όμως ταλέντο και δείχνει να ξέρει τι θέλει να κάνει. Οι μουσικοί ανταποκρίνονται απόλυτα στα καθήκοντα τους και ο John Bush διακρίνεται στα φωνητικά, δείχνοντας πως το συγκεκριμένο μουσικό στυλ του ταιριάζει γάντι, πολύ περισσότερο από αυτό των Anthrax θα λέγαμε. Τα προβλήματα εστιάζονται στην παραγωγή του άλμπουμ κυρίως, με τον Michael James Jackson, που είχε δουλέψει στο παρελθόν με τους Kiss, να επιλέγει να γυαλίσει υπερβολικά τον ήχο για εμπορικούς λόγους, με αποτέλεσμα να χάνεται αρκετά η πραγματική δυνατή ηχητική ταυτότητα του συγκροτήματος. Ο Joey Vera με τον John Bush ανακαλούν στη μνήμη τους τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ ως μια δυσάρεστη και απογοητευτική εμπειρία, εξηγώντας ότι η προσέγγιση του Jackson ήταν πολύ πιο εμπορική από τον heavy metal ήχο που η μπάντα επιθυμούσε. Μάλιστα το 2006, ο Vera δήλωσε πως: «Όταν τελειώσαμε το δίσκο ήμασταν πολύ δυσαρεστημένοι με την παραγωγή, το μιξάρισμα, τον τρόπο που δουλέψαμε και με αυτούς που δούλεψαν μαζί μας. Και ο παραγωγός με το μάνατζερ μας ξόδεψαν πάνω από 300.000 δολλάρια γι’ αυτό το άλμπουμ. Μέχρι σήμερα είμαστε ακόμη χρεωμένοι!»  Δυστυχώς, η Chrysalis μπορεί να δαπάνησε αυτό το υπέρογκο ποσό, έδειξε όμως πως είχε μόνο το χρήμα και όχι τη γνώση ώστε να προωθήσει κατάλληλα ένα πρωτοεμφανιζόμενο τότε συγκρότημα. Το κομμάτι "Can U Deliver" σημείωσε μια σχετική επιτυχία στο MTV. Το “March of the Saint”, αναμφίβολα έχει μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα ντεμπούτα άλμπουμ στην ιστορία της metal μουσικής και είναι ίσως η πιο δυνατή δουλειά των Armored Saint.

 

 

A STAR IS BORN

 

 

54 ετών γίνεται ο Κουβανέζος ιδρυτής και frontman των Ministry, Alain David Jourgensen. Γεννημένος στην Αβάνα έφυγε από την Κούβα σε πολύ μικρή ηλικία για να μετακομίσει στο Σικάγο με τη μητέρα και τον Δανό πατριό του, που άλλαξε το όνομα του σε Jourgensen. Όταν τελείωσε το κολλέγιο του Colorado, εργάστηκε ως DJ μέχρι που αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική, μπαίνοντας στο new wave/synthpop συγκρότημα Special Affect. Το 1981, άφησε τους Special Affect για να σχηματίσει τη δική του μπάντα, τους Ministry με τους οποίους έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία το 1992, μέσα από το άλμπουμ “Psalm 69: The Way to Succeed and the Way to Suck Eggs”. Μέχρι το 2008 η μπάντα είχε στο ενεργητικό της έντεκα άλμπουμ, τότε όμως ο Jourgensen ανακοίνωσε την επίσημη διάλυση τους. Τρία χρόνια αργότερα ξαναενώθηκαν παρ όλα αυτά και τον Μάρτιο που μας πέρασε κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ. Εκτός από τους Ministry έχει υπάρξει ακόμη μέλος των Revolting Cocks από το 1983, συμβάλλοντας στη δημιουργία των δίσκων τους που φτάνουν τους εννέα συνολικά. Ο Jourgensen είναι δύο φορές παντρεμένος και από τον πρώτο του γάμο έχει μια κόρη. Επίσης είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών από νεαρή ηλικία, με αποκορύφωμα της κατάστασης του το 1995, όπου μετά από επιδρομή της αστυνομίας τους Τέξας, συνελήφθη για κατοχή με αποτέλεσμα να του επιβληθεί 5ετής ποινή φυλάκισης, γεγονός που θυμάται ως την πιο σκοτεινή εποχή της ζωής του. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι από το 2003 είναι καθαρός μετά από το τσίμπημα μια δηλητηριώδους αράχνης, το οποίο τον ανάγκασε σχεδόν να χάσει το ένα του χέρι. 

 

 

Τα 39 του χρόνια ο Ιταλός τραγουδιστής Fabio Lione, το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Fabio Tordiglione. Ο γεννηθής στην Τοσκάνη ερμηνευτής, έχει περάσει από αρκετές μπάντες, μεταξύ των οποίων οι  Rhapsody of Fire, Labyrinth, Ayreon και Vision Divine. Η καριέρα του ξεκίνησε στα 17 του χρόνια από ένα underground γκρουπ με το οποίο έπαιζαν rock and roll μουσική του ’50 και του ’60. Έχοντας αγάπη για μπάντες όπως οι Queensrÿche, Fates Warning και Crimson Glory, αποφάσισε να σχηματίσει τη δική του heavy metal μπάντα, τους Athena.Έπαιζαν κυρίως progressive metal και έκαναν περίπου 20 εμφανίσεις, αλλά ο τραγουδιστής αποχώρησε το 1994, ένα χρόνο πριν κυκλοφόρησουν το πρώτο τους άλμπουμ. Στην αρχή το σκηνικό του όνομα ήταν Joe Terry, ένας συνδυασμός των ονομάτων των αγαπημένων του ηρώων του Γιαπωνέζικου παιχνιδιού  Fatal Fury (Joe Higashi και Terry Bogard). Το 1993 ηχογράφησε ένα ντέμο με τους Labyrinth αρχικά, για να έρθει μετά το άλμπουμ “No Limits” στο οποίο έχει γράψει και τους στίχους. Έμεινε τραγουδιστής των Labyrinth για λίγο παραπάνω από τρία χρόνια. Ερμήνευσε τα κομμάτια για  το δεύτερο άλμπουμ των Athena το 1998, γράφωντας και πάλι τους στίχους αλλά λίγο μετά η μπάντα διαλύθηκε. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε γνωριστεί με τα μέλη των Rhapsody συμμετέχοντας στο πρώτο τους άλμπουμ και από τότε ως σήμερα είναι μέλος της σύνθεσής τους. Το Δεκέμβρη του 2010, οι Kamelot ανακοίνωσαν ως αντικαταστάτη του αποχωρήσαντα Roy Khan, τον Fabio Lione για την περιοδεία τους για το άλμπουμ “Poetry for the Poisoned".

 

Για το RockOverdose.gr: Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments

rockoverdose.gr