Σαν σήμερα 9/11… Οι ιερείς του doom και μια δαιμονισμένη κυκλοφορία τους!

ALBUM ANNIVERSARY

25 χρόνια πριν, οι Candlemass, οι συνεχιστές του doom metal, βρίσκονται από τη μία στην ευχάριστη θέση να έχουν εξασφαλίσει τη δική τους θέση στους κύκλους της metal με ένα “Epicus Doomicus Metallicus” ντεμπούτο άλμπουμ, ορόσημο, έχουν απ’ την άλλη να αντιμετωπίσουν την αναστάτωση που προέκυψε από την ανακοίνωση της αποχώρησης του frontman τους, Johan Längqvist. Οι προσπάθειες να παραμείνει η φωνή που σημάδεψε τον ήχο τους πριν καλά – καλά ξεκινήσουν, αποδεικνύονται μάταιες, το κλίμα είναι τεταμένο, ο Längqvist εγκαταλείπει και μαζί του φεύγουν άλλα δύο μέλη τους. Το συγκρότημα δεν το βάζει κάτω, βρίσκει τους αντικαταστάτες των απελθόντων και καταφέρνει να δημιουργήσει μια ακόμη πιο επιτυχημένη σύνθεση από πριν. Ο Messiah Marcolin χρήζεται αντικαταστάτης του Längqvist. Η φωνή του είναι υψηλότερου εύρους και αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια μικρή διαφοροποίηση στον ήχο της μπάντας για την επακόλουθη δουλειά της. Το Nightall έρχεται ως η λαμπρή συνέχεια της αρχής τους, διατηρώντας το εκπληκτικό μουσικό τους επίπεδο ακέραιο και δημιουργώντας τις καλύτερες των εντυπώσεων. Και μόνο βλέποντας κανείς τον τίτλο και το εξώφυλλο από το πορτρέτο του Thomas Cole, ο ακροατής προϊδεάζεται για το τι θα ακολουθήσει. Μια ζοφερή ατμόσφαιρα είναι παντού διάχυτη  και οι σκοτεινές, μαγευτικές του μελωδίες δημιουργούν μια συνεχόμενη αίσθηση σκότους. Τα κομμάτια έχουν έναν χαρακτηριστικό αργόσυρτο ρυθμό , αποπνέουν ένα επικό ήχο και προσδίδουν μια συνοχή στο άλμπουμ που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Οι στίχοι συμβαδίζοντας απόλυτα με το μουσικό περιεχόμενο εστιάζουν κυρίως στον αποκρυφισμό, τη θρησκεία και τη φαντασία. Από τις βαρύτονες κιθάρες βγαίνουν εμπνευσμένα, αριστουργηματικά riff και υπέροχα σόλο. Το μπάσο του Leif Edling έχει τόσο ισχυρή παρουσία που συγκαταλέγεται στα highlight του δίσκου. Τις πιο χαλαρές στιγμές διαδέχονται ορισμένα ταχύτερα μουσικά περάσματα με συνέπεια να αποφεύγεται ακόμα και το παραμικρό ίχνος πλήξης. Και βέβαια στην κορυφή όλων η μοναδική φωνή του Marcolin, ως το τέλειο συνοδευτικό των εξαιρετικών συνθέσεων, με φωνητικά οπερατικά που δεν ξεχνιούνται εύκολα . Το κομμάτι "Bewitched", έγινε βίντεο κλιπ και βοήθησε στη διεθνή τους επιτυχία που αντικατοπτρίζεται στα σχεδόν ένα εκατομμύριo αντίτυπα που πούλησε ο δίσκος παγκοσμίως. Μέσα από το “Nightfall”, οι Candlemass παγιώνονται στον χώρο, δημιουργώντας ένα ακόμη κλασσικό άλμπουμ, ακρογωνιαίο λίθο στο παραδοσιακό doom metal. 

 

 

 

1985 και οι Dokken κυκλοφορούν το Under Lock and Key, την τρίτη δισκογραφική τους δουλειά. Έχοντας στρέψει τα βλέμματα πάνω τους μετά το εντυπωσιακό “Tooth and nail”, επιλέγουν να κάνουν μια ελάχιστη τροποποίηση στη συνταγή του ήχου τους, επιλέγοντας έναν ακόμη εμπορικότερο ήχο, δίνοντας έναν ελαφρύτερο τόνο στις κιθάρες τους και δημιουργώντας hard rock πιασάρικες συνθέσεις και κάποιες μπαλάντες. Το άλμπουμ ξεχώρισε περισσότερο για τις επιτυχίες που περιείχε, με μια δυνατή πρώτη τριάδα αποτελούμενη από τα "Unchain the Night", "The Hunter" και "In My Dreams". Κατά τα άλλα υπάρχουν αξιόλογα κομμάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υφίστανται και οι μετριότερες συνθέσεις. Αναμφισβήτητα το πιο δυνατό χαρτί των Dokken ονομάζεται για μια ακόμη φορά George Lynch. Ο κιθαρίστας μπορεί και ανεβάζει ποιοτικά ολόκληρο το άλμπουμ με μοναδικά riff μερικά από τα καλύτερα σόλο της καριέρας του. Σοβαρότερο μειονέκτημα αποτελεί το περιορισμένο εύρος φωνητικών δυνατοτήτων του Don Dokken, που μπορεί να τα καταφέρνει καλά στους ψηλούς τόνους, αποδίδοντας το στυλ των κομματιών, δεν έχει όμως κάτι άλλο να επιδείξει και για κάποιους γίνεται κουραστικός. Το άλμπουμ είχε καλή πορεία στα chart και μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο πωλήσεις στην Αμερική. Δεν είναι η καλύτερα δουλειά των Αμερικανών, περιέχει όμως μερικές κλασσικές hard rock επιτυχίες του συγκροτήματος που συμβαδίζουν απόλυτα με το κλίμα της εποχής της δεκαετίας των 80’s.

 

 

A STAR IS BORN

 

 

Τα 60 χρόνια του χρόνια κλείνει ο κιθαρίστας Dennis Stratton, από το Ανατολικό Λονδίνο. Μπορεί η μουσική του πορεία να αγγίζει τα 30 χρόνια, ο ίδιος όμως έγινε και έμεινε γνωστός ως πρώην μέλος των Iron Maiden, στους οποίους έπαιξε μόλις για έναν ακριβώς χρόνο. Από μικρή ηλικία έδειξε ότι ήταν ένας πολλά υποσχόμενος μαθητευόμενος ποδοσφαιριστής, με ένα σύντομο πέρασμα από την West Ham United . Στα 15 του παράτησε το σχολείο και ένα χρόνο μετά άφησε την μπάλα για χάρη της κιθάρας. Είχε μια παρέα από την περιοχή του με τους οποίους έπαιζαν ποδόσφαιρο και επιτραπέζιο τένις και έκαναν κολλητή παρέα. Διατηρούσαν ένα γκρουπάκι και για κάποιο λόγο το παιδί που έπαιζε κιθάρα, αποφάσισε να ασχοληθεί με το μπάσο. Ο Stratton αγόρασε την κιθάρα του  και επειδή δεν ήξερε να παίζει, την άφησε στο δωμάτιο του. Κάποια στιγμή στα 16 του ξεκίνησε να πηγαίνει σε μια pub στην οποία έπαιζε μια μπάντα ονόματι Freedom. Εκείνος πάντα τους παρακολουθούσε με προσοχή και θυμόταν τα τραγούδια που έπαιζαν. Αν και δεν ήξερε ούτε να διαβάζει μουσική ή να παίζει συγχορδίες, θυμόταν τις μελωδίες που είχε ακούσει και προσπαθούσε να τις μάθει. Μέσα σε έξι μήνες μπορούσε να τις βγάζει με την κιθάρα και σε άλλους τρεις γνώριζε τα βασικά, οπότε ενσωματώθηκε στην μπάντα των φίλων του με τους οποίους έπαιζαν κλασσικά ροκ κομμάτια. Γύρω στα 20 του έπαιξε με ένα γκρουπ, τους Harvest που μετονομάστηκαν αργότερα σε Wedgewood. Δύο χρόνια μετά σχημάτισε τους Remus Down Boulevard, που είχαν αρκετή φήμη στην περιοχή, έπαιζαν μπροστά σε μεγάλο κοινό και έκαναν και περιοδείες ως support του Rory Gallagher και των Status Quo, ενώ ηχογράφησαν και το  άλμπουμ "live at the Marquee". Το 1979, ο Steve Harris, που τον είχε δει να παίζει με τους Boulevard, τον προσκάλεσε να ενσωματωθεί στους Iron Maiden ως δεύτερος κιθαρίστας. Ο Stratton συμμετείχε στη βιντεοσκοπημένη συναυλία του συγκροτήματος στο London's Marquee Club καθώς και στις ηχογραφήσεις και την παραγωγή του ομώνυμου ντεμπούτου των Maiden. Επίσης έχει εμφανιστεί σε μια home video ηχογράφηση “Live At The Ruskin” και στο βίντεο κλιπ "Women in Uniform”. Μετά την ευρωπαϊκή περιοδεία στην οποία η μπάντα άνοιγε για τους Kiss, ο κιθαρίστας εγκατέλειψε το συγκρότημα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο λόγος αποχώρησής του οφείλονταν στις διαφορές του με το μάνατζερ της μπάντας, Rod Smallwood και τον Steve Harris. Κατά την επίσημη ανακοίνωση του συγκροτήματος πάντως, η αποχώρηση του ήταν αποτέλεσμα των μουσικών του διαφορών με τους Maiden. Στη συνέχεια έπαιξε σε διάφορες μπάντες, μία εκ των οποίων ήταν οι Lionheart και μετά από μια περιοδεία μαζί τους, το 1990 προσχώρησε στους Praying Mantis με τους οποίους ηχογράφησε εννέα στούντιο άλμπουμ και δύο live. Το 2006 ανακοινώθηκε επίσημα η λήξη της συνεργασίας τους. Ενδιάμεσα, το 1995, ο Stratton συμμετείχε σε ένα project με τον πρώην τραγουδιστή των Iron Maiden, Paul Di'Anno, τους The Original Iron Men και μαζί ηχογράφησαν τρία άλμπουμ. Μέχρι σήμερα εμφανίζεται σε pub του Ανατολικού Λονδίνου και του Essex. Ακόμη παίζει με τη νέα σύνθεση των Remus Down Boulevard και συχνά περιοδεύει στην Ευρώπη με διάφορες μπάντες παίζοντας κομμάτια της κλασσικής εποχής των Maiden.

 

Για το RockOverdose.gr:  Χαρά Νέτη & The Unknown Force

Comments

rockoverdose.gr