'Ενα πρωινό του Ιουλίου (όπως λένε και οι Uriah Heep) και κατά την διάρκεια των διακοπών,σκέφτηκα να ετοιμάσω ένα μικρό αφιέρωμα σε πέντε αντιπροσωπευτικά albums του Ευρωπαϊκού-Αμερικάνικου power metal την δεκαετία 1987-1997.Τα συγκεκριμένα κατά τη γνώμη μου αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς ενός μουσικού ιδιώματος, που κάθε ακρόασή τους αποκαλύπτει κάθε φορά και κάτι καινουργιο ,κάτι μοναδικό και σ'αυτό έγκειται αν θέλετε και η αντοχή τους στο χρόνο και ο χαρακτηρισμός τους σαν "κλασικά". Καλή ακρόαση λοιπόν και καλό διάβασμα!
Helloween - Keeper of the Seven Keys, Pt. 2 (1988)

Και power metal...εγένετο! Οι Helloween υπήρξαν οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες του ευρωπαϊκού power metal και τα Keepers ήταν η βαριά κληρονομιά τους, που προσδιόρισαν μια ολόκληρη μουσική κατεύθυνση στον σκληρό ήχο. Η εμπορική επιτυχία του Part I , έκανε την δισκογραφική Noise να τρίβει τα "μάτια" της και μαζί της όλοι εκείνοι που ακόμα καλά καλά δεν είχαν συνέλθει από το πρώτο μέρος , είχαν στα χέρια τους ένα χρόνο αργότερα την φυσική του συνέχεια. Πως γίνεται ένα είδος εν τη γενέσει του να φαντάζει τόσο ολοκληρωμένο και τόσο αψεγάδιαστο, που να αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε μια ολόκληρη σκηνή ; Ρητορικό ερώτημα ,αν καλοσκεφτείτε ότι στα δύο Keepers βρίσκονται τα περισσότερα riffs και μελωδικά leads που ενέπνευσαν μεταγενέστερες μπάντες του είδους. Όπως στον προκάτοχό του ,έτσι και εδώ , η συνταγή της επιτυχίας είναι μία και πολύ σωστά ακολουθείται ευλαβικά, μέσα από ευκολομνημόνευτες μελωδίες που υπογραμμίζονται από το κιθαριστικό δίδυμο των Weikath/Hansen , ένα δυνατό rhythm section που κάνει αίσθηση κάθε στιγμή και στην κορυφή του lineup, ένας ταλαντούχος πιτσιρικάς εν ονόματι Michael Kiske ,που έμελλε να εδραιώσει την παρουσία του στο μεταλλικό στερέωμα , μέσα από τις ανεπανάληπτες ερμηνείες του,τραγουδώντας με την αφέλεια ενός εφήβου τόσο ψηλά ,αλλά και συνάμα τόσο πορωτικά. Τα αειθαλή "Eagle Fly Free" , "I Want Out" ,"Dr.Stein" μαζί με το έπος "Keeper of the Seven Keys",αποτελούν τα κομμάτια που έγραψαν την ιστορία του power metal και οι στίχοι - μάθημα ζωής από το "March Of Time" : "No more wasted years, no more wasted tears ,Life's too short to cry, long enough to try" , θα είναι πάντα εκεί να θυμίζουν πως το heavy metal είναι κάτι βαθύτερο από ένα είδος μουσικής.
Savatage - Hall of the Mountain King (1987)

Καλοκαίρι 1996 : Ανάμεσα στα προσωπικά μου αντικείμενα, ξεχωρίζει μια κασέτα Μaxell χιλιοπαιγμένη, αλλά ανεκτίμητης αξίας, με το λογότυπο του συγκροτήματος γραμμένο με στυλό...όχι και τόσο πετυχημένα. 'Ο,τι και να γράψω τώρα για μια πολυαγαπημένη μπάντα σαν τους Savatage, θα είναι πραγματικά λίγο ,γι'αυτό ας περάσουμε γρήγορα στο διά ταύτα. Μετά από τις δύο μετριότητες των "Power of The Night" & "Fight For The Rock" , η πέμπτη κατά σειρά δουλειά των Αμερικάνων ήταν αυτή που τους έβαλε κυριολεκτικά πάλι στο παιχνίδι. Ο από μηχανής θεός Paul O'Neill αποδείχτηκε ο άνθρωπος που χρειαζόταν η μπάντα την δεδομένη χρονική στιγμή για να τους δείξει τον σωστό δρόμο που θα τους έφερνε πάλι στο επίκεντρο της μουσικής σκηνής. Το αποτέλεσμα ήταν πέρα από κάθε προσδοκία πετυχημένο, καθώς ο αριστοτεχνικός συνδυασμός συνθετικής δεινότητας και άρτιας εκτελεστικής φόρμας του group ,συνετέλεσε στο να γραφτούν σπουδαία κομμάτια που ισορροπούσαν απόλυτα ανάμεσα στο συναίσθημα και στο καθαρόαιμο heavy metal. Και πως να μην γράφοταν δηλαδή , όταν ακούς τον Jon Oliva να κάνει εκείνες τις συγκλονιστικές κραυγές στο ομότιτλο κομμάτι που δημιουργούν μια αισθητή ανατριχίλα ή όταν σου προκαλεί δέος το riff του εναρκτήριου "24 Hours Ago" ,μαζί με το σκοτεινό "Beyond the Doors of the Dark" .Ομοίως τα "Strange Wings" & "The Price You Pay" , θα σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις πόσο μεγάλος συνθέτης ήταν ο Criss Oliva και να προβληματιστείς παράλληλά πως θα ήταν άραγε η μετέπειτα πορεία των Savatage αν δεν "έφευγε" τόσο νωρίς. Όπως και να έχει, το "Hall Of The Mountain King" παραμένει ένα κατεργασμένο διαμάντι ,προσφορά των Savatage στην μουσική που εκπροσωπούν και τους φίλους της.
Crimson Glory - Transcendence (1988)

Πίσω στα mid 80s, κάνει την εμφάνισή της μια μυστηριώδης μπάντα η οποία απαρτίζεται από πέντε μασκοφορεμένα μέλη, κυκλοφορεί δύο από τα καλύτερα albums της δεκαετίας και χάνεται στην λήθη. Ο λόγος για τους Crimson Glory και το δεύτερο τους album "Transcendence" , που είναι για τον ακροατή , ό,τι ακριβώς σημαίνει και ο τίτλος του. Ένα μοναδικό ταξίδι ,μια υπέρβαση της ψυχής από τα εγκόσμια,με οδηγό τον αξέχαστο Midnight ,που με την εκστατική χροιά της φωνής του και τον άκρατο λυρισμό του, μας χάρισε ατελείωτες στιγμές ρίγους και πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων τραγουδιστών για να μνημονεύεται έως και σήμερα. Με τον συγκεκριμένο δίσκο οι κύριοι από την Φλόριντα των ΗΠΑ,αφ’ενός καταφέρνουν να ξεπεράσουν το εντυπωσιακό ντεμπούτο τους, αλλά και αφ’ετέρου να ενισχύσουν το αινιγματικό στοιχείο που πρόβαλλαν, δημιουργώντας ένα μύθο γύρω από το όνομά τους. Τους Crimson Glory ποτέ δεν τους κατέταξα σε κάποιο συγκεκριμένο είδος ,θα μπορούσε κάποιος να τους πει progressive με την ευρύτερη έννοια, αλλά και power ,έχοντας υπόψη πως αντιλαμβάνονταν το συγκεκριμένο είδος οι Αμερικάνοι• το σίγουρο είναι ότι ήταν μία αγνή heavy metal μπάντα, γεμάτη από δύναμη και ενέργεια που πήραν αμφότερα μορφή στο "Transcendence".Μελωδίες που ξεχειλίζουν από τα έγχορδα των Drenning/Jackson που είναι έντονα μπροστά από κάθε σύνθεση, υμνικά ρεφρέν και καταπληκτικά σόλο είναι μερικά από τα συστατικά του εν λόγω album ,όπου αποτυπώθηκαν με τον καλύτερο τρόπο στα διαχρονικά αριστουργήματα των "Lonely" , "Painted Skies" , "Red Sharks", "Lady Of Winter".Κορυφαίο highlight αποτελεί το riff που ανοίγει το "In Dark Places" και είναι από τα πιο χαρακτηριστικά που έχουν γράψει ποτέ.H στιχουργική θεματολογία αντικατοπτρίζει κατά κάποιο τρόπο το image της μπάντας, που δημιουργεί έξυπνα ένα αόρατο πέπλο μυστηρίου γύρω από τον θάνατο ,την αγάπη, την μοναξιά και αναφορές σε μυθικά μέρη και πλάσματα. Μακάρι το "Transcendence" να ήταν η συνέχεια των επόμενων albums , αλλά κάτι τέτοιο δυστυχώς δεν έγινε.
Blind Guardian - Somewhere Far Beyond (1992)

Οι Blind Guardian συνειδητοποίησαν στην ανατολή της καριέρας τους το εξής σημαντικό πράγμα : Ότι αν πάρεις τα στοιχεία που συνθέτουν την δομή του power metal και τα εμπλουτίσεις με ακόμα περισσότερη ταχύτητα και εκτελεστική τεχνοτροπία, θα τραβήξεις τότε το ιδίωμα στα "άκρα", μεταμορφώνοντας το σε κάτι αρκετά επιθετικό και σκοτεινό. Το "Tales From The Twilght World" ήταν το πρώτο σημάδι για το που κατευθύνεται η μουσική των Γερμανών και το "Somewhere Far Beyond" ήταν η λογική εξέλιξή του. Ποιο μεστό και ώριμο , το τέταρτό τους album αποτελεί το σημείο εκείνο που μαζί με το "Dreamspace" των Stratovarius -δύο χρόνια αργότερα- , έδωσαν μια φρεσκάδα στο power metal και το οδήγησαν ένα βήμα εμπρός. Όπως και να προσπαθήσεις να προσεγγίσεις το "Somewhere Far Beyond" , αυτό που μοιραία καταλαβαίνεις είναι πως τα πάντα έχουν στηθεί έτσι ούτως ώστε να αγγίξουν την τελειότητα και τελικά το καταφέρνουν. Τα καταιγιστικά-βαριά riffs που κόβουν την ανάσα, σε συνδυασμό με τις διπλές κάσες του Thomas Stauch που δίνουν ένα απίστευτο όγκο στις συνθέσεις ,έρχονται να συμπληρώσουν την υποβλητική φωνή του Hansi Kursch, οδηγώντας έτσι τα κομμάτια σε μια άλλη διάσταση. Εδώ απλά υπάρχουν μερικά από τα κορυφαία και πιο δημοφιλή κομμάτια της δισκογραφίας των Βάρδων, που θα καθιέρωναν τα setlists των ζωντανών εμφανίσεών τους. Κάποια από αυτά : "Journey Through the Dark" , "Time What Is Time","The Bard's Song - In the Forest / The Hobbit", "The Quest for Tanelorn" ,ενώ το ομότιτλο κομμάτι είναι μια πραγματική εμπειρία με την μουσική των Blind Guardian ,διάρκειας 7:30 λεπτών. Τέλος ,ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο ονειρικό εξώφυλλο ,ένα πραγματικό έργο Τέχνης, που ευθυγραμμίζεται πλήρως με την ποιότητα του περιεχομένου του.
Virgin Steele - The Marriage of Heaven and Hell Part II (1995)

Το γεγονός ότι οι Virgin Steele αναλογικά με άλλες μπάντες δεν απέκτησαν ποτέ την φήμη που άξιζαν, δεν σημαίνει ότι δεν έβγαζαν δισκάρες. Πολλές φορές εμπορικότητα και ποιότητα δεν πάνε μαζί και οι Αμερικάνοι είναι ένα απτό παράδειγμα του κανόνα. Τα early/mid 90's τους βρήκαν με μια μεγάλη πρόκληση στα χέρια τους ,που δεν ήταν άλλη από την τριλογία των "The Marriage of Heaven and Hell Parts I,II και του "Invictus" ,η οποία ολοκληρώθηκε μέσα σε τέσσερα χρόνια. Το ενδιαφέρον του David DeFeis για την θρησκεία, την μυθολογία καθώς και για τους προσωπικούς του δαίμονες ,αποτέλεσαν την πηγή έμπνευσής του, που μετουσιώθηκε με έναν μοναδικό τρόπο μέσα από τις αλληγορικές στροφές του , αναδεικνύοντάς τον ως τον μεγάλο πρωταγωνιστή του έπους. Το δεύτερο μέρος συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε o προκάτοχός του , με τη διαφορά ότι τα πλήκτρα έχουν πλέον αποκτήσει προεξέχων ρόλο στις συνθέσεις και οι σωστές αναλογίες epic & power στοιχείων, κατόρθωσαν να το μεταμορφώσουν σε έναν ασύγκριτο δίσκο, που αφενός κέρδισε επάξια μια θέση δίπλα στα ομοειδή albums και αφετέρου έκανε τους φίλους της μπάντας να παραμιλάνε για πολύ καιρό. Το savage feel που βγάζει ο Defeis ερμηνευτικά, δένει τόσο άψογα με τις catchy μελωδικές γραμμές του Ed Pursino, που βρίσκουν έδαφος για να αναπτυχθούν, είτε από τα κολασμένα power/speed "A Symphony of Steele" , "Devil/Angel" , είτε από τα αξεπέραστα "Crown of Glory" , "Unholy Water" .Τα επικά "Prometheus the Fallen One" & "Emalaith" μαρτυρούν με απλά λόγια το συνθετικό ταλέντο του δημιουργού τους και τα κατατάσσω χωρίς δεύτερη σκέψη δίπλα στα θρυλικά "Burning Of Rome","Don't Say Goodbye (Tonight)" , ενώ το "Victory Is Mine" είναι το απόλυτο θριαμβευτικό κλείσιμο του album που θα περίμενες κανείς να ακούσει. Νομίζω πως το στίγμα του συγκεκριμένου δίσκου είναι ακριβώς αυτό που άφησε και εκείνη η ιστορική εμφάνιση των Virgin Steele στο Open Air Festival τον Σεπτέμβρη του 1997 : ανεξίτηλο στην μνήμη και στις καρδιές μας.
Για το Rockoverdose.gr,
Κείμενα-Επιμέλεια : Γιώργος Γούργαρης










