Λίγες μέρες πριν την πρώτη εμφάνιση των Bloodbath στην χώρα μας ύστερα από 28 χρόνια ύπαρξης, και αποφασίσαμε -μια και για την κληρονομιά του Chuck Schuldiner δεν υπάρχει κάτι που δεν έχει γραφτεί- να εισχωρήσουμε στα άδυτα της ιστορίας τους με ένα ταξίδι στη δισκογραφία τους και την πορεία ενός συγκροτήματος που ξεκίνησε ως side project αλλά κατέληξε να γίνει μια νέα υπερδύναμη που κέρδιζε κι ακόμα κερδίζει οπαδούς και υπήρξαν στιγμές στην ιστορία που όσο κι αν δεν μπόρεσε να γίνει κύρια προτεραιότητα των μελών, να είναι αρκετά ενεργό με πληθώρα κυκλοφοριών, πολλές εκ των οποίων έθεσαν πολύ ψηλά τον πήχη για την νεότερη εποχή του death metal, παρότι οι Bloodbath προέκυψαν καθαρά από ανάγκη αναβίωσης του παλιού Old-school ήχου του είδους. Ο μοναδικός που έχει μείνει στο συγκρότημα από την αρχή είναι ο Anders Nyström, ή αλλιώς ο Blackheim της καρδιάς αμέτρητων οπαδών εκεί έξω. Ο πρώην κιθαρίστας των Katatonia, Bewitched και Diabolical Masquerade, μετά και την αιφνίδια φυγή του από τους Katatonia πέρυσι, έχει πλέον τους Bloodbath ως κύρια προτεραιότητα και παρότι άλλαξαν πολλά μέλη με ενδεχόμενο μεγαλύτερο status από τον ίδιο, παραμένει ο ηγέτης της μπάντας και την κουβαλάει σε ασφαλή νερά μέχρι αυτή τη στιγμή.
Με την προσθήκη του Nick Holmes των Paradise Lost ως Old Nick (ξεκάθαρη παραπομπή σε ένα από τα πολλά ψευδώνυμα του διαβόλου) εδώ και 12 χρόνια, οι Bloodbath έλαβαν ακόμα μεγαλύτερη προβολή και αποδοχή και δεν είναι τυχαία η… κάπως πιο έντονη συναυλιακή τους δραστηριότητα έκτοτε. Για να καταλάβετε τη διαφορά, οι Bloodbath έχουν συνολικά 107 καταγεγραμμενες εμφανίσεις, οι 87 εκ των οποίων είναι από τη μέρα που ήρθε ο Holmes στο συγκρότημα, κοινώς στα πρώτα 16 χρόνια ύπαρξης τους, είχαν παίξει μόλις 20 συναυλίες, με πρώτη όλων να είναι στο Wacken Festival το 2005 που οδήγησε και στη σχετική ηχογράφηση που κυκλοφόρησε το 2008 σε cd/dvd και για την οποία θα αναφερθούμε παρακάτω. Πιστός συνεργάτης του Nyström από το 2004 και παρόν έκτοτε σε κάθε κυκλοφορία της μπάντας, είναι ο υπερ-ντράμερ Martin “Axe” Axenrot. Η πιο πρόσφατη “απώλεια” του παλιού line-up ήταν ο Jonas Renkse για να αφοσιωθεί πλήρως στους Katatonia και αποδεικνύει ότι τα “σύννεφα” της σχέσης του με τον Nyström είχαν ξεκινήσει πολύ πιο πριν. Οι Bloodbath ωστόσο είναι εδώ, κραταιοί ίσως και περισσότερο από ποτέ και μπορεί τα μεταγενέστερα άλμπουμ τους να μην αγγίζουν τα παλιότερα, αλλά θα τους πετύχουμε στην καλύτερη τους φάση εδώ και χρόνια.
Ας δούμε ένα-ένα τα ανίερα έργα τους και πως φτάσαμε ως εδώ μέχρι στιγμής:

“Breeding Death” (2000, Century Media Records)
Μία βραδιά του 1998, τέσσερις κολλητοί που λάτρευαν το παλιό ορθόδοξο ντεθμέταλλο, την ώρα που έπιναν τα ποτά τους και άκουγαν ιερά άλμπουμ του είδους, αποφάσισαν να φτιάξουν το δικό τους συγκρότημα που θα ήταν το όχημα ώστε να αποτεθεί φόρος τιμής στους μεγάλους του είδους, με αφετηρία σαφώς τους Entombed ως η μπάντα που έβαλε όλη τη Σουηδία στο χάρτη. Δεν είναι τυχαίο που ο λεγόμενος ήχος “πριόνι” στις κιθάρες των Entombed συνόδευσε τους Bloodbath από την αρχή. Έτσι οι Anders Nyström και Jonas Renkse των Katatonia, ο Mikael Åkerfeldt των Opeth και ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών Dan Swanö των Edge Of Sanity και πόσων άλλων ακόμα, σχημάτισαν τους Bloodbath. Η είδηση εξαπλώθηκε και ο κόσμος κρεμόταν να δει αν και πότε θα ηχογραφηθεί οτιδήποτε, και η ιδανική αρχή έγινε με το EP “Breeding Death”, όπου μέσα σε μόλις 3 κομμάτια και 13’ διάρκεια, οι Bloodbath χαρακτηρίστηκαν άμεσα ως το next big thing στο death metal. Σουηδικό και ειδικά Entombed worship στις 3 τραγουδάρες, το ομότιτλο, το τσαμπουκαλίδικο “Omnious Bloodvomit” (αλλού θα το δείτε γραμμένο και Ominous) και το groovy “Furnace Funeral”, επέβαλλαν άμεσα το νόμο τους, με τα φωνητικά του Åkerfeldt να παγώνουν το αίμα, τα τύμπανα του Swanö να ρίχνουν σαγόνια στο πάτωμα, τις κιθάρες του Nyström να σκίζουν σάρκες και το μπάσο του Renkse να τα κάνει όλα βαρύτερα, Το EP όχι απλά αποτέλεσε την αρχή, αλλά 26 χρόνια μετά θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία ΕΡ του μεταλλικού ήχου ανεξαρτήτως είδους και για πολλούς είναι και η κορυφαία τους κυκλοφορία. Μπορείς να τους αδικήσεις άραγε με το τελικό αποτέλεσμα;
10/10


“Resurrection Through Carnage” (2002, Century Media Records)
Χωρίς να αλλάξει τίποτα ούτε στη σύνθεση της μπάντας ούτε και στην τελειότητα των συνθέσεων, σχεδόν 3 χρόνια μετά καθώς βγήκε το Νοέμβριο του 2002, είχε έρθει η ώρα για το παρθενικό full-length τους συγκροτήματος, με τον εμβληματικό πλέον τίτλο “Resurrection Through Carnage”. O Swanö που επιμελήθηκε την παραγωγή, δεχόμενος σαφώς όλα τα εύσημα για τον ήχο, παραδέχθηκε ότι εμμέσως πλην σαφώς “έκλεψε” ξεδιάντροπα τον ήχο της κιθάρας του “Left Hand Path” των Entombed μέσω reverb και delay και δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν το δίσκο το νεότερο “Left Hand Path” της νεότερης εποχής και ειδικά της δεκαετίας των ‘00s. Αν στο ΕΡ μιλούσαμε για τμηματική καταστροφή, στο ντεμπούτο τους οι Bloodbath είναι μια μηχανή του κιμά που παρασέρνει τα πάντα και κόβει φέτες όποιον τολμάει να σταθεί εμπόδιο στην κυριαρχία της. Ακόμα πιο “εμετικός” στις ερμηνείες ο Åkerfeldt, ακόμα πιο ξερίζωμα όλων με τις κιθάρες του Nyström, ενώ ο Swanö παίζει τα τύμπανα της ζωής του και ειδικά στα blastbeats δεν έχει αντίπαλο. Φοβερό το εξώφυλλο με τα 4 μέλη της μπάντας σε αποσύνθεση, ενώ από το ξεκίνημα με το κορυφαίο “Ways To The Grave” μέχρι το κλείσιμο με το στοιχειωτικό “Cry My Name” (γαμημένος τρόμος πραγματικά) παρελαύνουν κομμάτια που θα μπορούσαν να ορίζουν καριέρες όπως το “So You Die” (μιλάει για την οπτική του καρκίνου που σκοτώνει αργά το θύμα του, μπρρρ!), το “Death Delirium” (τι αρχή!), το “Like Fire” με το τιτάνιο riff και το αγαπημένο των φανατικών “Bathe In Blood” που ο Åkerfeldt σε στέλνει στον τοίχο πριν πάρεις ανάσα. Άνετα στα κορυφαία ντεμπούτα όλων των εποχών και σίγουρα η κορυφαία πλήρης κυκλοφορία τους.
10/10

“Nightmares Made Flesh” (2004, Century Media Records)
2ο άλμπουμ για τους Bloodbath με καίριες ενδιάμεσες αλλαγές και με πρόσθεση ενός μέλους κι αλλαγή άλλων δυο. Εξηγούμαστε άμεσα καθώς εκείνη την εποχή δεχόμαστε σαν σοκ αρχικά την αποχώρηση του Åkerfeldt από το συγκρότημα για να αφοσιωθεί στους Opeth που μεγάλωναν συνεχώς και το ακόμα μεγαλύτερο σοκ έρχεται με την προσθήκη στη θέση του ενός αγαπημένου προσώπου, του Peter Tägtgren ο οποίος θα κάνει εδώ χωρίς καν δεύτερη σκέψη τα φωνητικά της ζωής του και δε θα αφήσει να φανεί το μεγάλο κενό του προκατόχου του. Επίσης η άλλη αλλαγή είχε να κάνει με τον Swanö να αναλαμβάνει τις κιθάρες και να είναι το πρώτο άλμπουμ με τον τότε νέο και νυν και αεί παντοτινό Martin Axenrot στα τύμπανα. Καταλαβαίνετε ότι ο ήχος βάρυνε ακόμα περισσότερο, ενώ έχουμε τρομερή ποικιλία ρυθμών, όπου αρκετά Αμερικάνικα στοιχεία κάνουν την εμφάνιση τους, πάντα με τον γνώριμο Σουηδικό ήχο πριονοκορδέλας. Ο Tägtgren κερδίζει άμεσα τις εντυπώσεις από το μπάσιμο του “Cancer Of The Soul”, ενώ παρότι όχι τόσο τέλειο όσο το ντεμπούτο τους, το 2ο άλμπουμ των Bloodbath έδειχνε ότι ήταν στον σωστό δρόμο. Ύμνοι σαν το “Brave New Hell”, το “Soul Evisceration”, το πλέον διάσημο κομμάτι τους “Eaten” εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του Γερμανού κανίβαλου Armin Meiwes και το ισοπεδωτικό “Bastard Son Of God” είναι μόνο μερικά από τα highlights του δίσκου. Απόλυτη στιγμή κατ’εμέ σίγουρα το “σιδηροδρομικό” “Outnumbering The Day” που δεν είναι απλά το καλύτερο κομμάτι στο δίσκο αλλά από τα κορυφαία στην ιστορία του είδους και σαφώς και της καριέρας τους. Ο Tägtgren δυστυχώς δεν συμμετείχε ξανά στους Bloodbath, αλλά βοήθησε αρκετά στο να μεγαλώσει κι άλλο το όνομα τους εκείνη την εποχή.
9.5/10


“Unblessing The Purity” (2008, Peaceville Records)
Σχεδόν 4 χρόνια πήρε στους Bloodbath να επιστρέψουν με ακόμα περισσότερες αλλαγές εδώ. Αρχικά να αναφέρουμε ότι ο Swanö αποτέλεσε οριστικό παρελθόν δυστυχώς και τη θέση του πήρε ο Per “Sodomizer” Eriksson, ενώ παρά την αποχώρηση του Tägtgren έχουμε ξανά τη μεγάλη -και δυστυχώς κι εδώ προσωρινή- επιστροφή του Åkerfeldt, ο οποίος σαν να μην έλειψε ποτέ, αφαλοκόβει το σύμπαν στα 4 κομμάτια αυτού του νέου τότε ΕΡ. Γνώρισμα του “Unblessing The Purity” με το φοβερό τρομακτικό και προβοκατόρικο εξώφυλλο είναι η πλήρης επικράτηση του Αμερικάνικου στοιχείου στον ήχο τους και παρά τα ύπουλα Kataton-ικά leads του Nyström, η αύρα ειδικά των Morbid Angel σκεπάζει το ΕΡ εξ’ολοκλήρου, χωρίς να παραπονιέται ο οποιοσδήποτε. Αντιθέτως οι Bloodbath δείχνουν έτοιμοι για μεγάλα πράγματα ξανά και το μπάσιμο του “Blasting The Virginborn” είναι σίγουρα στιγμή που δεν ξεχνιέται ποτέ, όπως και το δέος που νιώθεις κατά την πρώτη ακρόαση. Όλα τα κομμάτια είναι πραγματικά υπέροχα, κολλητικότατο το “Weak Aside”, με μεγάλη ατμόσφαιρα τρόμου το “Sick Salvation” και ως συνήθως groovy τελείωμα με το “Mouth Of Empty Praise”. Θα μπορούσαμε άνετα να χαρακτηρίσουμε το ΕΡ ως την συνολικότερα πιο ακραία κυκλοφορία τους, καθώς ο ήχος δεν παίρνει αιχμαλώτους και έχει μία ξεκάθαρη κακία μέσα του. Εκεί που το υλικό ήταν πιο δολοφονικό/ισοπεδωτικό παλιότερα, εδώ υπάρχει μια κακιασμένη/δαιμονική αύρα που έπιασε τους οπαδούς τους εξαπίνης, και όχι μόνο αυτό αλλά μπόρεσε να προσθέσει και περισσότερους οπαδούς στις τάξεις τους που είδαν με παραπάνω από καλό μάτι αυτή την πιο Αμερικάνικη στροφή. Με ασφάλεια υλικού, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κυκλοφορία αυτή ως την τελευταία αψεγάδιαστη και ότι ποτέ ξανά δεν υπήρξαν τόσο κορυφαίοι.
10/10

“The Fathomless Mastery” (2008, Peaceville Records)
Τι χρονιά πραγματικά το 2008 για τους Bloodbath. Τον Μάρτιο έβγαλαν το “Unblessing The Purity”, τον Ιούνιο κυκλοφόρησε ηχογραφημένη αλλά και οπτικοποιημένη η 1η τους συναυλία όλων των εποχών στο Wacken (Φ-Ο-Ν-Ο-Σ) και τον Οκτώβριο έκλεισε η τριάδα κυκλοφοριών με την Peaceville να τρίβει τα χέρια της με το νέο τους full-length. Το “The Fathomless Mastery” συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το EP “Unblessing The Purity” λίγο νωρίτερα μέσα στη χρονιά. Προς τιμήν τους όχι απλά δεν περίμεναν να μπει η επόμενη χρονιά, αλλά βομβάρδισαν τον κόσμο με 3 κυκλοφορίες μέσα στο 2008. Ο δίσκος έχει κι αυτός όπως και το ΕΡ αυτό το έντονο Αμερικάνικο στοιχείο και δεν περιορίζεται μόνο στους Morbid Angel ως βάση (ειδικά στο αναγνωρίσιμο “Mock The Cross” που είναι η αγαπημένη στιγμή πολλών στο δίσκο), αλλά λοξοκοιτάει και προς πιο τεχνικές/brutal death στιγμές, όπως στα “The Process Of Disillumination” και “Slaughtering The Will To Live” με τον ήχο να παραμένει εξίσου ακραίος όπως και στο ΕΡ που προηγήθηκε. Σίγουρα δεν περίμενε κανείς τέτοια στροφή από τους Bloodbath, με τη διαφορά ότι αν το ΕΡ δεν άφηνε περιθώριο λάθους, το άλμπουμ εδώ ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι άρχισαν να βλέπουν πτώση ποιότητας (εν μέρει όχι άδικα) σε σημείο να δέχεται η μπάντα άδικα τα πυρά πολλών. Από την άλλη η τόλμη τους έγινε αντικείμενο θετικότατων σχολίων και έδειξαν ότι μπορούν να ελίσσονται κατάλληλα. Αυτό το σφύριγμα από το αρχικό riff του “Iesous” μένει αξέχαστο και καρφώνεται στο μυαλό, ενώ γεγονός ήταν και το πρώτο βίντεο της μπάντας για το “Hades Rising”. Ήταν και η τελευταία κυκλοφορία με τον Åkerfeldt και έχει τη γλύκα της και για αυτό το λόγο.
8.5/10

“Grand Morbid Funeral” (2014, Peaceville Records)
6 χρόνια χωρίς δίσκο ήταν πολλά και πάνω που άρχισαν να χάνονται τα ίχνη τους, ανακοινώνεται κάπου μέσα στο 2014 ότι στη μπάντα προσχώρησε ο “πολύς” Nick Holmes των Paradise Lost ως Old Nick. Μεγάλα νέα για τους οπαδούς αλλά και μεγάλο το γκελ που έκανε η είσοδος του Holmes στη μπάντα. Παρένθεση διότι ενδιάμεσα το 2011 κυκλοφορεί το δεύτερο ζωντανά ηχογραφημένο ζωντανό άλμπουμ τους “Bloodbath Over Bloodstock” που θα γεμίσει κάπως το κενό ανάμεσα στα άλμπουμ. H μπάντα η οποία με σιγουριά θα δει τα μέλη να χρησιμοποιούν τα ψευδώνυμα τους απλά στο δίσκο. Old Nick, Blakkheim, Lord Seth, Sodomizer και Axe αντίστοιχα. Ο δίσκος είναι μία πολύ τίμια προσπάθεια σε ελαφρώς διαφοροποιημένο και προσβάσιμο ύφος σε σχέση με το παρελθόν, το υλικό είναι κάπως πιο στρωτό και αφομοιώσιμο ενώ και o Holmes θα κάνει φοβερή δουλειά και θα αιτιολογήσει το Hype γύρω από την παρουσία του. Γυρίζουν ένα βίντεο για το “Church Of Vastitas” και για κάποιο λόγο όσοι δεν είδαν με καλό μάτι το αποτέλεσμα του “The Fathomless Mastery”, με το “Grand Morbid Funeral” όπως ονομάστηκε ο δίσκος βρήκαν λόγο να ασχοληθούν ξανά με το συγκρότημα. Παρότι όχι τόσο σούπερ όσο οι προκάτοχοι του, παραμένει ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ για τη δισκογραφία τους, καθώς έδειξε ότι ήταν ακόμα ζωντανοί και είναι καθαρά στην ευχέρεια του οπαδού της μπάντας και του είδους γενικά αν και πόσο του αρέσει. Δεν τρελάθηκα ποτέ να σας πω την αλήθεια μου, αλλά το ακούω πολύ ευχάριστα και μάλλον ήταν ακριβώς ότι περίμενα, γι’αυτό και δε με χάλασε, παρότι υποδεέστερο των προκατόχων του. Η ατμοσφαιρική του αύρα πάντως είναι σίγουρα το μεγάλο του ατού.
7.5/10

“The Arrow Of Satan Is Drawn” (2018, Peaceville Records)
Δεν ξέρω ειλικρινά πως να αρχίσω και τι να πω εδώ πέρα. Συνολικά μία από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις που έχω δεχτεί σαν οπαδός από πολύ αγαπημένο μου συγκρότημα, σε βαθμό να έχω αποχαυνωθεί, να μην ξέρω τι με χτύπησε κι αν όντως είναι αλήθεια και ξεκάθαρα να αισθάνομαι ότι κάποιος με δουλεύει. Ειλικρινά τέτοια Ο-Χ-Ι συμπεριφορά έχω με ελάχιστα άλμπουμ στη ζωή μου κι αν κάποτε μου έλεγε ο οποιοσδήποτε ότι θα ερχόταν η ώρα να ακούσω κάτι σαν αυτό (πόσο μάλλον ΑΥΤΟ) από τους λατρεμένους μου Bloodbath, ίσα που ταξίδευα και στο χρόνο για να φροντίσω να μην γίνει ποτέ πραγματικότητα. Ένα πραγματικά ΑΘΛΙΟ, ΑΧΡΕΙΑΣΤΟ, ΑΙΣΧΡΟ άλμπουμ στο οποίο δεν φτάνει ότι δεν υπάρχει καθόλου έμπνευση, το κακό ξεκινάει από το εξώφυλλο ακόμα. Και τι εξώφυλλο, κοτζάμ Eliran Kantor και περνάει και δεν ακουμπάει ίσως ακόμα χειρότερα απ’ότι η μπάντα εδώ πέρα. Και δεν έφτανε που δεν υπάρχει τίποτα που δεν θύμιζε το έντονο παρελθόν, έχουμε και ψήγματα.. black metal εδώ πέρα. Black metal περάσματα σε δίσκο Bloodbath, πόσες χειροβομβίδες να απασφαλίσω να ανατιναχτώ να σκορπιστώ σε 100 σημεία και να μη βρεθεί τίποτα από μένα για να αντέξω τέτοια ΝΤΡΟΠΗ; Θέλετε και τη μεγαλύτερη ντροπή όλων; Ο μόνος διασωθείς εδώ μέσα είναι ο Holmes που με το υλικό που του έδωσαν, τον λες και ήρωα του δίσκου και σίγουρα είναι ο μόνος που δε φταίει. Τη θέση του Per Eriksson εδώ πήρε ο Joakim Karlsson που δεν μακροημέρευσε. Γουρλής είσαι, για ποδαρικό! Δεν αξίζει να ξοδεύεται σάλιο για πάρτη του, ούτε να θεωρείται σύνολο, είναι ένα αμπομίνι που λέγαμε όταν παίζαμε AD&D και οποιοσδήποτε βαθμός -ακόμα και το 0- θα το τιμούσε. Παύλα και πολύ σου είναι!
-/10

“Survival Of The Sickest (2022, Napalm Records)
Η μεγαλύτερη ανακούφιση στην καριέρα τους. Θεέ μου, γλυτώσαμε το εγκεφαλικό εδώ πέρα γιατί δεύτερο Βατερλό μετά το προηγούμενο αίσχος δε θα συγχωρούνταν ούτε και θα το άντεχε άνθρωπος. Κι όχι απλά το πήραν αλλιώς, αλλά το τελευταίο -μέχρι στιγμής- άλμπουμ των Bloodbath είναι με χαρακτηριστική ευκολία το καλύτερο τους κατά την περίοδο του Nick Holmes στη μπάντα. Με πανέξυπνες δομές, πιασάρικα κομμάτια και με επιθετικό Marketing, με 2 βίντεο κλιπ για τα “Zombie Inferno” και “Putrefying Corpse” και 2 Lyric video για τα “No God Before Me” και “Carved”, το “Survival Of The Sickest” επανέφερε τα χαμόγελα στα χείλη των οπαδών. Νέος κιθαρίστας εδώ στη θέση του Karlsson ήταν ο Tomas Åkvik των αγαπημένων Lik που δυστυχώς κι αυτός δεν είναι πλέον στο συγκρότημα, αλλά σίγουρα η παρουσία του βοήθησε πολύ περισσότερο από τον προκάτοχο του. Το πιο μεστό και ευκολοάκουστο άλμπουμ της καριέρας τους χωρίς να είναι εμπορικό, με αλλαγή εταιρείας από την Peaceville στην Napalm, η οποία προώθησε κι αυτή πολύ καλά τον δίσκο και συνέβαλλε στην περαιτέρω άνοδο του ονόματος τους. Σάπιο εξώφυλλο από τον λατρεμένο Travis Smith με μπλε λογότυπο παρακαλώ, ο οποίος επέστρεψε στο artwork σε δίσκο μετά το “Resurrection Through Carnage” (είχε κάνει τα 2 για τα ζωντανά άλμπουμ) και με ξεκάθαρο το μήνυμα του τι σε περιμένει ακουστικά. Εδώ οι Bloodbath επέστρεψαν από τους νεκρούς, κατάλαβαν το λάθος με το προηγούμενο γεώμηλο και έθεσαν τον πήχη ξανά ψηλά, με την ελπίδα ότι μπορεί να μας χαρίσουν κάτι ακόμα καλύτερο στο μέλλον, με τους ρυθμούς που ακολουθούν, λογικά σε 1-2 χρόνια πρέπει να έχουμε κάτι νέο, ας ελπίσουμε έστω στο ίδιο επίπεδο με εδώ.
8/10

Σε ιδανικό timing για το Ελληνικό κοινό, οι Bloodbath θα μας έρθουν και σε συνδυασμό με τα αθάνατα τραγούδια με τα οποία έγραψε ιστορία ο Chuck Schuldiner, θα ζήσουμε μία πολυαναμενόμενα υπέροχη και ήδη sold out βραδιά στο Gagarin που εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα τη θυμόμαστε για πάντα. Κι αν μας παίξουν και κυρίως παλιό υλικό όπως συνηθίζουν, δε μπορεί να υπάρξει ιδανικότερο σενάριο.
To believe is to deceive…
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας













