Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε ένα δισκάδικο της Σουηδικής πόλης Gavle βόρεια της Στοκχόλμης. Δυο μαυροφορεμένοι νέοι ξεφυλλίζουν τα βινύλια αναζητώντας την αφρόκρεμα του επικού Σκανδιναβικού ήχου της εποχής. Οι δυο άγνωστοι έχουν ξεκινήσει από τα δυο άκρα μιας τεράστιας σειράς βινυλίων και πλησιάζουν με ταχείς ρυθμούς ο ένας τον άλλο αναζητώντας μανιωδώς δίσκους Candlemass και Bathory. Αυτό που δεν φαντάζονται όμως, είναι ότι η μοίρα τους έχει σκαρώσει ένα ύπουλο παιχνίδι. Σε περίοπτη θέση στο μονοπάτι και των δυο βρίσκεται το “Hammerheart”, εκεί στη μέση ακριβώς που θα το γραπώσουν ταυτόχρονα! Εν αγνοία τους λοιπόν οι δυο άντρες πλησιάζουν με σκυμμένα κεφάλια το μήλον της έριδος. Τα δάχτυλα τους αρχίζουν να πονάνε απ’ την τριβή καθώς προσπερνούν βιαστικά τα υπόλοιπα αδιάφορα δισκάκια αλλά δεν σταματούν. Στο μέτωπο τους έχει ήδη σχηματιστεί το πρώτο στρώμα ιδρώτα σαν αντίδραση στον πυρετό του βινυλίου που τους έχει καταλάβει! Κάθε βινύλιο τους φέρνει πιο κοντά στη σύγκρουση. Η απόσταση ανάμεσα τους κλείνει συνεχώς, και ιδού! Το “Hammerheart” βρίσκεται πλέον στη λαβή και των δύο με τη μοίρα να γελάει χαιρέκακα βλέποντας πως κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να το αφήσει. Το ερώτημα ανακύπτει βασανιστικό. Η σκηνή θα καταλήξει σε μονομαχία μέχρις εσχάτων με έπαθλο το δίσκο των Bathory;
Οι Crister Olsson και Daniel Bryntse γνωρίστηκαν σε δισκάδικο του Gavle 20 χρόνια πριν αλλά δεν πλακώθηκαν στις φάπες παρά τις υπόνοιες που αφήνει το φινάλε της παραπάνω μυθοπλασίας. Αντίθετα ανακάλυψαν την κοινή τους αγάπη για τους Candlemass και τους Bathory και προσπάθησαν να παντρέψουν αυτά τα δύο γκρουπ σε ένα συγκρότημα που ονόμασαν Forlorn. Οι Forlorn μετά από μια δεκαετία αξιοθαύμαστων demo έδωσαν διαζύγιο στις επιρροές τους, ονομάζοντας το Candlemass κομμάτι τους Isole ενώ το αντίστοιχο των Bathory μεταφράστηκε στους Ereb Altor. Οι δυο αυτές εκδοχές των Forlorn ξεκίνησαν ταυτόχρονα με demo το 2003 αλλά δεν είχαν παρόμοια πορεία. Οι Isole μεγάλωσαν, άνθισαν και μεγαλούργησαν στα χρόνια που ακολούθησαν, γνώρισαν δικαίως μεγάλη επιτυχία στο χώρο του doom metal και μετά από 7 χρόνια μπορούν να περηφανεύονται πως έχουν βρει την ταυτότητα τους. Αντίθετα οι Ereb Altor μένοντας στη σκιά του μεγάλου τους αδερφού αναγκαστικά συνδέθηκαν πιο γερά με την κληρονομιά των Forlorn και δη των Bathory.
Ο παραπάνω πρόλογος εξυπηρετεί κυρίως το σκοπό του να αναδείξει ότι μουσικά η περιγραφή του δίσκου των Ereb Altor είναι πανεύκολη. Η κριτική του νέου τους άλμπουμ ονόματι “The End” θα μπορούσε να περιέχει τη λέξη Bathory πάνω από 100 φορές ενώ ο Quorthon θα μνημονευόταν τουλάχιστον 50. Ακούγοντας κανείς το “The Awakening” demo του 2003 καθώς και το “By Honour” άλμπουμ του 2008, μπορεί εύκολα να δει τη σύνδεση των Ereb Altor με τους Bathory, ακόμα και αν δεν γνωρίζει ότι αυτή αποτελεί ουσιαστικά και την αποστολή της μπάντας. Διαβάζοντας επίσης πολλά review του ιδίου δίσκου στο διαδίκτυο, παραλίγο να χάσω την πλούσια κατά τα άλλα κόμη μου βλέποντας ονόματα όπως αυτά των Ahab, Shape Of Despair και Primordial δίπλα σε αυτό των Ereb Altor ως μέσο σύγκρισης. Τη Bathory επιρροή πάντως τη βρήκαν όλα τα διαδικτυακά ξεφτέρια. Άθλος! Κάθε μπαρούφα που ίσως διαβάσατε, είτε οφείλεται σε επιδειξιμανία γνώσεων, είτε σε απόλυτη ασχετοσύνη είτε απλά σε αδυναμία σύνδεσης ηχοχρωμάτων, δεν μπορεί να αλλάξει ένα γεγονός. Το “The End” είναι συγκρίσιμο με 1 συν 3 γκρουπ και μόνο. Πάνω από όλα Bathory (το ένα) και εν συνεχεία Manowar του “Hail To England”, Candlemass ως ισότιμη πηγή έμπνευσης των Forlorn και Isole γιατί ουσιαστικά μιλάμε για τους ίδιους συνθέτες (τα άλλα τρια). Επομένως ξεκινάμε έχοντας κατά νου ότι οι Ereb Altor είναι ότι πιο κοντινό σε Bathory. Απλά και ξάστερα.
Το “By Honour” πρόπερσι είχε πέσει βαρύ σαν το Mjolnir το μυθικό σφυρί του Thor πάνω στα κεφάλια των ανυποψίαστων ακροατών του. Ήταν ένα σοκαριστικό άλμπουμ, όχι μόνο λόγω της απίστευτης ποιότητας του αλλά και λόγω του ότι ποτέ ξανά στη μουσική που λέγεται heavy metal η «αντιγραφή» ενός μαθητή δεν προσέγγισε τόσο πολύ το επίπεδο του δασκάλου. Βεβαίως, το ιδίωμα που υπηρετεί το “The End” συχνά αναλώνεται σε ακρότητες και παγανιστικές/αντιχριστιανικές κορώνες ενώ συνήθως συνοδεύεται από πολλά (χαζοχαρούμενα πολλές φορές) πλήκτρα. Αυτή η διάθεση όμως είναι πολύ πιο κοντά στην πανηγυρτζίδικη παραδοσιακή μουσική των Viking από αυτό που ουσιαστικά προσφέρουν οι Ereb Altor. Οι Ereb Altor δεν είναι viking metal. Συμφωνούν απλά με την άποψη του Quorthon για το πώς πρέπει να ακούγεται το επικό heavy metal από τη σκανδιναβική οπτική γωνία. Αν και οι Mats/Ragnar (τα μεσαία ονόματα των Olsson/Bryntse τα οποία χρησιμοποιούνται σαν ψευδώνυμα στους Ereb Altor) παραμένουν doom metal συνθέτες, το “The End” δεν είναι ούτε doom metal. Είναι ένα εξυψωτικό άλμπουμ επομένως εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι doom. Δεν αγνοεί τις δραματικές καταβολές των δημιουργών του, απλά επιτρέπει στο επικό σκανδιναβικό στοιχείο να υπερτερήσει. Εξάλλου, ότι είναι αργόσυρτο δεν είναι απαραίτητα doom. Οι ίδιοι οι Ereb Altor περιγράφουν καλύτερα από όλους τη μουσική τους: επικό σκανδιναβικό metal.
Επικό σκανδιναβικό metal εκ Σουηδίας όμως σημαίνει ένα πράγμα. Αντρικά βαρύτονα χορωδιακά. Εάν σας αρέσουν οι υμνωδίες-ψαλμωδίες-χορωδίες, το “The End” είναι το φάρμακο για εσάς γιατί πολύ απλά είναι γεμάτο από δαύτες. Ωστόσο, στις πρώτες ακροάσεις τα «ωωωω» φαντάζουν πολλά. Είναι αλήθεια ότι για πολλές μπάντες του σήμερα ισχύει ότι όσο πιο πολλά χορωδιακά έχεις, τόσο περισσότερο επικός είσαι – και οι Ereb Altor έχουν άφθονα. Επομένως, τι είναι αυτό που μας πείθει στις προθέσεις τους; Πάνω από όλα το αποτέλεσμα. Δεν μιλάμε για ένα πλήκτρο στα keyboards πατημένο επίμονα. Μιλάμε για 2 ανθρώπους οι οποίοι δουλεύουν και βελτιώνουν αυτές τις φωνητικές γραμμές επί 20 χρόνια. Επιπροσθέτως, έχουν μελετήσει το επιβλητικό κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής της χώρας τους φτάνοντας τελικά στο σημείο να γνωρίζουν ακριβώς πως μπορεί κανείς να υφάνει φωνές με τρόπο που θα κάνουν την καρδιά να σκιρτήσει. Μα πάνω από όλα μιλάμε για 2 ταλαντούχους τραγουδιστές, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν την έμπνευση σε πράξη, αντλώντας όλα αυτά τα ηρωικά οράματα από τη σκέψη τους και διοχετεύοντας τα σε ένα μικρόφωνο. Το ότι ο Daniel Bryntse κατέχει την πιο δυνατή και επιβλητική doom metal φωνή τα τελευταία χρόνια το γνώριζα. Το ότι ο Crister Olsson μπορούσε να ακουστεί τόσο γαμημένα πειστικά Quorthon-ικός το είχα υποψιαστεί. Ε λοιπόν, κάπου εκεί έρχεται το “The End” και αποδεικνύει τα πάντα. Αυτό το άλμπουμ είναι η αποθέωση της αντρικής φωνής ανεξαρτήτως είδους. Για μένα, δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης της φωνητικής ποικιλίας του “The End”. Αντίθετα, το “The End” είναι το άλμπουμ που θέτει την απόλυτη πρόκληση για κάθε μελλοντική κυκλοφορία στο χώρο του επικού metal. Βαρύτονα και χορωδιακά, μελαγχολικά και μελωδικά, παθιασμένα και γρεζαριστά, κραυγές και ουρλιαχτά, όλα αποτελούν κομμάτια ενός τεράστιου πάζλ τοποθετημένα στη σωστή θέση ώστε να αποκαλύψουν ένα έργο τέχνης: το μεγαλείο του σκανδιναβικού επικού ήχου! Το απόλυτο μουσικό ένδυμα για τη βόρεια μυθολογία.
Αρχικά, το “The End” ακούγεται πιο ενεργητικό σε σχέση με τον προκάτοχο του, λιγότερο συναισθηματικό και εν τέλει κάπως επιφανειακό. Μετά από άπειρες ακροάσεις όμως μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν έχω ακούσει άλμπουμ με τόσο «ζουμί» όσο αυτό. Οι πτυχές που κρύβει είναι αμέτρητες και τα όμορφα σκοτεινά σοκάκια του δεν είναι εμφανή σε αυτόν που θα διασχίσει με βιασύνη τη λεωφόρο που λέγεται “Bathory”. Από τη στιγμή όμως που μιλάμε για συνθέσεις των Olsson/Bryntse, ο χρόνος είναι ο μοναδικός σύμμαχος στην προσπάθεια κατανόησης του οράματος τους. Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να ακούσει μια δουλειά των δυο αυτών συνθετών και να την αφομοιώσει με 5 ακροάσεις είναι βαθιά γελασμένος. Τα κομμάτια του “The End” δεν μου είναι ξένα. Δυο από αυτά περιέχονταν στο “The Awakening”, τα “A new but past day” και “Winter” το οποίο μετονομάστηκε σε “Vargavinter” για στιχουργικούς κυρίως σκοπούς. Τα υπόλοιπα κομμάτια αποτελούν μωσαϊκό επιλεγμένων στιγμών από το τεράστιο θησαυροφυλάκιο των Forlorn πλαισιωμένων από καινούργιες ιδέες. Σε κάποιες από τις παλιές μελωδίες μπορώ να αποδώσω όνομα όπως φερειπείν η εισαγωγή του “The final war” είναι η εισαγωγή του ομώνυμου κομματιού των Forlorn, ενώ σε άλλες όχι. Αυτό που τελικά είχε αξία για μένα, ήταν το ότι ξεκινώντας την ακρόαση του δίσκου βρέθηκα ένα κλικ πιο μπροστά από τον ακροατή που δεν έχει ιδέα για την ύπαρξη των Forlorn.
Το “The End” είναι αρκετά πιο ευθύ από τον προκάτοχο του όπως είπαμε ήδη, ωστόσο περιέχει περισσότερες ιδέες. Στα 48 λεπτά της διάρκειας του αναπτύσσονται 6 έπη και 1 εισαγωγή κατά τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατο να χωνευτούν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Η πληροφορία που εμπεριέχεται στο “The End” είναι σαφώς μεγαλύτερης διάρκειας από 48 λεπτά. Παρόλα αυτά ο στόχος είναι προφανής. Εδώ δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με τεράστια συναισθηματικά κομμάτια και Bathory-ικό μινιμαλισμό. Οι Ereb Altor στο δίσκο αυτό απαιτούν από τον ακροατή να σηκωθεί από την πολυθρόνα του ακούγοντας το δίσκο. Δεν σε βάζουν στη διαδικασία να φανταστείς σχιστά φιόρδ και παγωμένες θάλασσες – σε τοποθετούν σε ένα drakkar ακριβώς κάτω από τη σκιά τους. Όπως και κάποια κομμάτια του “Blood, Fire, Death”, έτσι και το “The End” είναι επιθετικά επικό. Τα riffs αν και μεγαλειώδη, άλλες φορές τα νιώθεις σαν τα χτυπήματα του σφυριού στο αμόνι, άλλες σαν ένα έντονο φλερτ με νεαρή βικινγκοπούλα. Κυρίως όμως είναι στιβαρά, δεν βασίζονται τόσο πολύ στην επανάληψη ώστε να σε κερδίσουν και τελικά είναι περισσότερο προσιτά από αυτά του “By Honour”. Και μα τον Όντιν, είναι όλα τους υπέροχα!
Το “Our failure” περιέχει ένα απίστευτα υποβλητικό ρεφραίν, το “Balder’s fall” ένα εξαίσιο πολεμικό/υμνητικό ύφος, το “Vargavinter” μια κεραυνοβόλα ερωτεύσιμη εισαγωγή ενώ το “The final war” είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό κομμάτι που θα ακούσετε από δω και πέρα στη ζωή σας. Γενικά όμως πιστεύω ότι είναι ανούσιο να αναλυθεί περαιτέρω ο δίσκος σε ότι αφορά στο μουσικό του κομμάτι. Αντί αυτού, οφείλω να κάνω ένα δυο σχόλια για την ποιότητα του. Είναι δεδομένο ότι το status που απολαμβάνουν οι Bathory δεν πρόκειται ποτέ να το λάβουν οι Ereb Altor και δικαίως. Ωστόσο, θεωρώ ότι η δυάδα των “By Honour” και “The End” είναι το αμέσως επόμενο μικρό σκαλοπάτι από τα “Twilight Of The Gods” και “Hammerheart”. Αυτή η πρόταση συμπεριλαμβάνει φυσικά και όλα τα υπόλοιπα επικά πονήματα των Bathory όπως τα δυο “Nordland” τα οποία, αν και έργα του δασκάλου είναι υποδεέστερα των έργων των μαθητών. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου παρελθοντολάγνο, ούτε παλεύω να υποβαθμίσω την κληρονομιά των Bathory. Το αυτί μου και η καρδιά μου όμως, μου λένε ότι το “The End” εν προκειμένω είναι τουλάχιστον ισάξιο ακόμα και του έπους “Blood On Ice”. Έτσι, όσο παράτολμο, ιερόσυλο ή αδόκιμο και αν φαντάζει, οι Ereb Altor επέκτειναν τον κατάλογο των κυκλοφοριών των Bathory κατά δυο ακόμα άλμπουμ. Και σε βελτιωμένη έκδοση.
Τι γίνεται από δω και στο εξής όμως; Ο τίτλος του δίσκου δεν είναι τυχαίος. Η κυκλοφορία του “The End” οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επιτυχία του “By Honour”. Μουσικά οι Ereb Altor είναι αρκετά πιο προσιτοί στο ευρύ metal κοινό από τους Isole, επομένως δεν χρειάστηκε παρά ένα άριστο άλμπουμ μόνο για να συσπειρωθεί μια αρκετά πολυπληθής οπαδική βάση γύρω από το όνομα τους. Σύντομα οι Mats/Ragnar διαπίστωσαν ότι ο κόσμος δεν θα άφηνε αυτό το side-project να χαθεί έτσι απλά μέσα στη νύχτα. Πέρα από την πίεση όμως του κόσμου για ένα νέο άλμπουμ, αυτό που πιστεύω έκανε τους Olsson/Bryntse να ζευγαρώσουν τις κυκλοφορίες των Ereb Altor, ήταν το άπειρο ανεκμετάλλευτο υλικό των Forlorn. Ευτυχώς για εμάς λοιπόν οι δυο μας φίλοι ανάσκαψαν τους θησαυρούς του παρελθόντος και έφτιαξαν το “The End”. Δυστυχώς όμως, ήδη έχουν προεξοφλήσει πως δεν πρόκειται να υπάρξει άλλο Ereb Altor άλμπουμ. Με την αφορμή λοιπόν του κύκνειου άσματος τους, οι Ereb Altor συνδέουν τον αλληγορικό τίτλο που συμβολίζει το τέλος τους με τη βόρεια μυθολογία δημιουργώντας μια τριλογία αφιερωμένη στο έπος του Ragnarok. Το εξώφυλλο του δίσκου είναι φωτογραφία ενός αρχαίου μενταγιόν του τερατώδους λύκου Fenris (Fenrir κατ’ άλλους), η φωτογράφηση των δημιουργών του άλμπουμ περιέχει αλυσίδες σε παραλληλισμό των αλυσίδων που κρατούσαν δέσμιο των Fenris, ενώ η τριλογία περνάει σταδιακά από την πτώση του θεού του φωτός και θεραπευτή Balder (“Balder’s fall”), το σπάσιμο των αλυσίδων του Fenris και τον ερχομό του χειμώνα του λύκου (“Vargavinter”) ως τον τελικό πόλεμο και την πτώση των βόρειων θεών (“The final war”). Με λίγα λόγια οι Ereb Altor δεν προσπαθούν να ξεφύγουν από την επιταγή της ενασχόλησης με τη βόρεια μυθολογία. Αν και για κάποιο λόγο στο βιβλιαράκι του CD δεν περιέχονται οι στίχοι των υπόλοιπων κομματιών, ένα πράγμα είναι φανερό. Οι Σουηδοί αυτοί ξέρουν να πουν μια χιλιοειπωμένη στο metal ιστορία χωρίς να κουράσουν. Το ύφος των στίχων περιέχει ένα επιπλέον μελαγχολικό άγγιγμα, κάτι που τελικά φαντάζει αναπόφευκτο όταν μιλάμε για στίχους του Crister Olsson. Τελικά όμως, ίσως αυτό αποτελεί και μια ευχάριστη αλλαγή στους επιθετικούς και πικρόχολους στίχους που συνήθως συνοδεύουν το ιδίωμα.
Κλείνοντας αυτή τη μακρόσυρτη κριτική δηλώνω ερωτευμένος με το άλμπουμ. Κυριολεκτικά το έχω λιώσει εδώ και ένα μήνα περίπου με συνεχόμενες ακροάσεις, έχω ήδη παραγγείλει το μπλουζάκι της μπάντας και η αφίσα του εξωφύλλου ήδη κοσμεί τον τοίχο μου. Πείτε με πωρωμένο, κολλημένο, φανατικό ή χούλιγκαν, η μόνη λέξη που δεν με χαρακτηρίζει είναι «αμερόληπτος». Ναι, το παραδέχομαι, μεροληπτώ υπέρ των Ereb Altor, και αν θεωρείτε τους εαυτούς σας λάτρεις των επικών Bathory αποκλείεται να μην κάνετε το ίδιο. Αυτό που πιθανώς να κάνετε, είναι να μπείτε στη διαδικασία σύγκρισης του”The End” με το “By Honour”. Τραγικό λάθος. Πρώτον γιατί ουσιαστικά πρόκειται για το δεύτερο μέρος του ίδιου άλμπουμ και δεύτερον γιατί πρόκειται για δυο άλμπουμ ίδιου ηχοχρώματος αλλά διαφορετικού ύφους. Καλύτερο-χειρότερο, αυτά για μένα είναι ψευτοδιλήμματα. Αντί να αναλωθείτε σε συγκρίσεις, δώστε στο “The End” το ζωτικό χρόνο που απαιτεί για να λειτουργήσει πάνω σας και στο τέλος θα απολαύστε έναν από τους καλύτερους δίσκους στην ιστορία του επικού metal. Γυναάκαααααααα, το σπαθί μουυυυυυυ! Ωωωωωωωωωωωωωωωω!
Label: Napalm Records
Γιώργος Τάσσης - [email protected]
(http://cloakndagger.gr/index.php)



