Σίγουρα είναι πολύ παράξενη η αίσθηση να’χεις τόσο πολλά και όμορφα να πεις για μια συναυλία, κι όμως να επικρατεί στο μυαλό η σκέψη ότι χάθηκε μια τεράστια ευκαιρία για το Ελληνικό κοινό παράλληλα. Στο πανέμορφο θέατρο Λυκαβηττού που εγγυάται το αιθέριο και ποιοτικό της όλης κατάστασης πάντα, οι Αμερικάνοι Godsmack θα εμφανιζόντουσαν για πρώτη φορά στη χώρα μας μετά από 30 και πλέον χρόνια καριέρας, πράγμα που από μόνο του θα έπρεπε να συνιστά όχι απλά γεγονός χαράς αλλά και κοσμοσυρροής τέτοιας που θα έπρεπε να’χει γίνει sold out καιρό πριν. Κι όμως παρότι τελικά στο τέλος “σώθηκε” κάπως η κατάσταση και τουλάχιστον δεν βλέπαμε πολλά άδεια καθίσματα και τον χώρο χωρίς την τεράστια άπλα που υπήρχε πριν, ελάχιστα πριν βγουν η κατάσταση ήταν πραγματικά αλγεινή. Δεν ξέρω αν πολλοί δεν κατάλαβαν την σημασία της εμφάνισης, δεν ξέρω αν είχαν φύγει πάρα πολλοί για διακοπές, δεν γνωρίζω αν προτίμησαν κάτι άλλο καθώς παρόμοια ηχητικά κατάσταση δεν υπήρχε, ώστε να μπορώ να δεχτώ κιόλας ότι λόγω των πράγματι πάρα πολλών συναυλιών τους γείωσαν για κάτι παρεμφερές, αλλά απορούσαμε όλοι και όλες με την εικόνα του θεάτρου λίγη ώρα πριν βγουν, όπως και όταν βγήκαν τα δικά μας παιδιά, οι Sixfornine.

Αυτό φυσικά δεν πτοεί τα παλικάρια μας, οι οποίοι θα βγούνε με αέρα πρωταθλητών και με φοβερό ήχο και διάθεση, θα πάρουν άμεσα το κοινό με το μέρος τους. Ο Φώτης -ένας είναι, χωρίς συστάσεις- σε τρομερή κατάσταση, το ζει με πάθος, ενώ και οι υπόλοιποι δεν πάνε πίσω σε καμία περίπτωση. Ο Γιώργος πετάει riff-άρες και μοιάζει στιβαρός και σίγουρος, ο Ηρακλής στο μπάσο κάνει παπάδες ως συνήθως κι ο Πέτρος στα τύμπανα είναι από τους αγαπημένους μου ντράμερ γενικά και δείχνει πιο ελεύθερος και δολοφονικός από ποτέ. Μόλις ζεσταίνεται η μπάντα και αρχίζουμε να ακούμε τραγουδάρες τύπου “Bullet Of Its Course”, “More Than Words Can Say”, “Sea Of Lies” μεταξύ άλλων, το κοινό δε θα διστάσει να φωνάξει επανειλημμένα δυνατά “Sixfornine, Sixfornine, Sixfornine”, με τον Φώτη να γεμίζει τον χώρο με ένα τεράστιο χαμόγελο. Τόνισαν πόσο χαίρονται που παίζουν στον Λυκαβηττό καθώς ήταν η πρώτη τους φορά, όπως και ότι χαίρονται που επιλέχθηκαν ξανά από το Ejekt Festival, χαρακτηρίζοντας ότι η συνεργασία που έχουν μαζί είναι πάντα άψογη. Αποχώρησαν θριαμβευτές μόλις μετά από μισή ώρα, με κοινή επιθυμία όλων να ήταν ότι θέλαμε έστω 1-2 τραγούδια ακόμα, ένα 10λεπτο ακόμα θα’ταν πιο δίκαιο και χορταστκό, ενώ στο τέλος της συναυλίας ο κόσμος είχε ευκαιρία να τους δείξει την αγάπη του με τους ίδιους να λάμπουν, ξέροντας ότι έφεραν την αποστολή εις πέρας με το παραπάνω.

Στις 21:20 ακριβώς όπως ανέφερε το πρόγραμμα, οι Godsmack σκάνε μύτη κι από τα ηχεία βγαίνει ένας πεντακάθαρος ήχος που είναι τέτοιος που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. “When Legends Rise” λοιπόν για τρομερό ξεκίνημα και τα πάντα μοιάζουν στην εντέλεια. Ο Sully Erna ΑΧΑΣΤΟΣ λες κι ακούς cd ή βινύλιο τους, είναι ένας μεγάλος frontman που δεν χρειάζεται να κάνει πολλά, το κοινό αρχίζει ήδη να τραγουδάει και για πάνω από μιάμιση ώρα στη συνέχεια, όλοι μας γινόμαστε μάρτυρες μιας άκρως επαγγελματικότατης εμφάνισης που είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς δεκαετιών. Ίσως πολλοί να περίμεναν τον ήχο να είναι πιο δυνατός και εκκωφαντικός, ωστόσο η ένταση ήταν τέτοια που επέτρεπε να πάντα να ακουστούν κρυστάλλινα και σε κάθε περίπτωση δε μπορεί κανείς να επικαλεστεί βαβούρα. Συνέχεια με “You And I” πριν την ανάφλεξη του κοινού αρχικά με το “Cryin’ Like A Bitch!”, το “Straight Out Of Line” και το “Awake”, ενώ είναι τρομερή η παρουσία του Robbie Merrill στο μπάσο, αχώριστοι με τον Erna για πάνω από 30 χρόνια, τραβάει τα βλέμματα όχι απλά σαν αριστερόχειρας αλλά και σαν παιχταράς γενικά. Κάτσε καλά κι ο Sam Koltun στις κιθάρες, δείχνει πλήρη εναρμόνιση με τη μπάντα κι ότι δεν τον επέλεξαν τυχαία.

Η μεγάλη χαρά πολλών όμως, είναι στο πρόσωπο του Mike Mangini ο οποίος δείχνει να ξαναβρίσκει το χαμόγελο που του αξίζει να έχει. Το τονίζω καθώς ναι μεν όλοι εμείς οι φανατικοί των Dream Theater θέλαμε κάποια στιγμή την επιστροφή του Mike Portnoy, αλλά χωρίς τον Mangini στις τάξεις τους ενδιάμεσα, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα. Ο MM λοιπόν είναι σε πολύ υγιές περιβάλλον και φυσικά όπως κατέστη πλήρως σαφές, παίζει όλα αυτά τα τραγούδια για πλάκα και είναι τρομερός και αβίαστος. Το κρεσέντο των Godsmack συνεχίζεται με τα “Surrender”, “Keep Away” (χαμός), “Speak” (με τρομερή συμμετοχή του κοινού) και “Voodoo” με τον Erna να κάνει όλο τον Λυκαβηττό να τραγουδάει πριν έρθει η ώρα για την εμβληματική στιγμή των συναυλιών τους. Το drum set του Mangini μετακινείται προς τα δεξιά, γίνεται χώρος για δεύτερο drum set αριστερά στο οποίο κάθεται ο Erna και ξεκινάει το περίφημο “Batalla De Los Tambores” με τον Erna μάλιστα να ξεκινάει να παίζει με τα χέρια χωρίς μπαγκέτες ακολουθώντας τον Mangini, ενώ λίγο μετά έρχεται η ώρα να τις πιάσει στα χέρια του, τα δυο drum set να περιστρέφονται ώστε ο ένας να αντικρίζει τον άλλο και το πανηγύρι να συνεχίζεται ακάθεκτο.

Οι τύποι το’χουν πάει σε άλλο επίπεδο και μεταξύ άλλων ακούμε μέρη των “Back In Black” (AC/DC), “Walk This Way” (Aerosmith), “Enter Sandman” (Metallica), “Moby Dick” (Led Zeppelin” και “Tom Sawyer” (Rush), με τα σαγόνια του κοινού να πέφτουν κατιτίς. Χωρίς μεγάλη χρονοτριβή περνάνε άμεσα στο “Whatever” όταν φεύγει το 2ο drum set από τη σκηνή, ενώ ο Erna διαπραγματεύεται με το κοινό πόσα τραγούδια θα παίξουν στο encore αν φωνάξουμε όλοι μαζί, όπου και καταλήγουμε στον μαγικό αριθμό 4! Το encore ξεκινάει με το ανατριχιαστικό “Under Your Scars”, με ένα πιάνο επί σκηνής και τον Erna σε μαθήματα ερμηνείας αλλά και ζωής, καθώς τονίζει ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε αυτούς που έφυγαν και αφιερώνει το κομμάτι σε όσους είχαν απώλεια και σε μερικούς μεγάλους που δεν είναι ανάμεσα μας πλέον, όπως τον Chris Cornell, τον Chester Bennington, την Amy Winehouse, τον Dimebag Darrell και τον Vinnie Paul, το Eddie Van Halen και φυσικά τον Ozzy Osbourne. Επίσης τονίζει ότι στο πιάνο πάνω αναγράφεται ο σύνδεσμος στο διαδίκτυο (scarsfoundation.org) όπου ο καθένας που το αισθάνεται, μπορεί να ζητήσει βοήθεια ή μπορεί να παραπέμψει άλλους σε βοήθεια εκεί και γενικά μιλάμε για την πλέον ανατριχιαστική στιγμή της συναυλίας με άνεση.

Πέραν ότι ο Sully αποδεικνύεται κιμπάρης, μια και πολλές μαρτυρίες γνωστών που τον πέτυχαν από το αεροδρόμιο ως τους δρόμους της Αθήνας μαρτυράνε έναν πλήρως ακομπλεξάριστο και καλοδιάθετο τύπο, ξεκάθαρα μη ψωνισμένο και γενικά όχι κοπρόσκυλο σαν μερικούς, δείχνει ότι ξέρει να τιμάει και τις ρίζες όλων, παίζοντας το “Come Together” των Beatles, βούτυρο στο ψωμί του Mangini κάτι τέτοια ξεκάθαρα. To τέλος φτάνει, μας λέει ότι έχουμε άλλα 2 τραγούδια να χαρούμε, με το “Bulletproof” να μην αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι η συναυλία θα κλείσει όπως όλοι θα ήθελαν, με τη μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας τους, το “I Stand Alone”. Τρομερή συμμετοχή όλων στο κοινό που αν ήταν λίγο περισσότερο όπως έπρεπε θα’ταν όλα ακόμα καλύτερα, αλλά αυτό που μετράει είναι πάντα όσοι δίνουν το παρόν και το χάρηκαν με την ψυχή τους. Μία μεγάλη εμφάνιση από ένα πραγματικά μεγάλο συγκρότημα, που εξέφρασαν επιθυμία να μας επισκεφτούν ξανά και θέλω να ελπίζω ότι θα ξαναγίνει σύντομα. Πληρέστατη συναυλία, άρτια στημένη, επαγγελματικότατη συμπεριφορά μπάντας και διοργάνωσης, μαγικός χώρος, ωραίο σετ που κάλυψε το εύρος της δισκογραφίας τους (ένα “1000hp” θα το ήθελα να πω την αμαρτία μου για να’μαστε πλήρεις) και γενικότερα μια μπάντα που ΑΚΟΜΑ έχει πράγματα να πει και εύχομαι να επιστρέψει σύντομα και με νέο δίσκο και στη χώρα μας.
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat











