Γυρνάμε το ρολόι πίσω στο 1998. H απογοήτευση από την διάλυση των Sleep είναι ακόμα νωπή, αλλά ο Matt Pike, επίμονος ων, δεν έχει καμία διάθεση να εγκαταλείψει την ενασχόληση του με τη μουσική. Φορμάρει καινούριο συγκρότημα μαζί με τον drummer Des Kensel, ενώ το παζλ σύντομα συμπληρώνει ο George Rice, που αν και περνάει ακρόαση για να καταλάβει τη θέση του τραγουδιστή, εν τέλει καταλήγει να παίζει μπάσο για τη μπάντα. Ο Matt εκτός από τα κιθαριστικά καθήκοντα, αναλαμβάνει επίσης τα φωνητικά και εγένετω High On Fire.
Σύντομα υπογράφουν με την -ανενεργή πλέον- Man's Ruin και το 2000 εξαπολύουν το εμβληματικό ντεμπούτο τους που τιτλοφορείται καθόλου ταιριαστά “The Art Of Self Defense”. Δηλαδή, αν αυτό είναι αυτοάμυνα, δε θέλω ποτέ να μάθω την άποψη τους για την ολομέτωπη επίθεση.
“Baghdad”, το όνομα του κομματιού που έμελε να συστήσει τους High On Fire στον κόσμο. Ας μου πει κάποιος, τι δαίμονες είχαν καταλάβει τον Pike όταν έγραφε τα riffs για αυτό το τραγούδι; Τα κεφάλια απλά δε σταματούν να ανεβοκατεβαίνουν στο ρυθμό του. Εύκολα, απ'τα πιο πιασάρικα doom κομμάτια ever.
Κανένα σχήμα δεν προκύπτει από παρθενογέννεση. Οι High On Fire παραμένουν στη στράτα και ο ιός της ταχύτητας δεν τους έχει προσβάλει ακόμα. Το “10000 Years” που ακολουθεί, όπως και το “Last” είναι απολύτως λογικά λοιπόν, καπνισμένα ως το μεδούλι στο ντουμάνι των Sleep. Και κανέναν ποτέ δε χάλασε κάτι τέτοιο. Ειδικά αν είναι 2000, το σφοντήλι του “Jerusalem” είναι φρέσκο και έχεις μείνει σα πρεζάκι να φωνάζεις “MOAR”.
Το “Blood From Zion” δίνει ανελέητα ΠΟΝΟ, κάθε άγγιγμα του Pike στις χορδές, κάθε χτύπημα του Kensel στα drums είναι μια χαστουκάρα ΝΑ στα αυτιά μας. Αναπόσπαστο μέρος των συναυλιών τους, ακόμα και σήμερα, 12 χρόνια μετά. Και επειδή τα παιδιά των HOF είναι τόσο καλά του έκαναν και ένα πιο σοφιστικέ αδερφάκι για να παίζει. Το φτιάξαν ένα οχτάλεπτο μονόλιθο, το βάφτισαν “Fireface” και το άφησαν ελεύθερο εκεί έξω. Το Πάσχα ο νονός Matt του έκανε δώρο μια σολάρα από άλλο πλανήτη, και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς που το ακούμε καλύτερα.
Το άλμπουμ κλείνει με το “Master Of Fists”, το απόλυτο highlight του δίσκου, ένα δεκάλεπτο epic που τα έχει όλα. Τα ασήκωτα του riff, τα πιο jammy σημεία, τις αλλαγές του, τα σολάκια του Pike, την καταλυτική μπασαδούρα του Rice, το λυσσώδες αλλά συνάμα εφευρετικό drumming του Kensel, τα πάντα. Γκάζια μόνο δεν έχει, δόξα τω Θεω.
Την επανακυκλοφορία της Southern Lord συμπληρώνουν το γκαζιάρικο “Steel Shoe” και η διασκευή στο “The Usurper” των Celtic Frost, που υπήρχαν άλλωστε και στην παλαιότερη επανέκδοση της Tee Pee, αλλά και τα τρία κομμάτια του παρθενικού τους demo, τα οποία παρουσιάζουν μια unproduced εκδοχή της μπάντας, που εκτιμώ ότι πλησιάζει αρκετά τον τότε live ήχο τους. Υποτίθεται ότι έχει γίνει επίσης πρόσθετη επεξεργασία και βελτίωση του ήχου από τον Brad Boatright, αλλά εγώ που δεν τα ψειρίζω αυτά, δεν κατάλαβα ιδιαίτερες διαφορές. Όπως και να 'χει, τιμή και δόξα στον Billy Anderson, τον ηχητικό μέντορα αυτού του υπερκλασσικού και υπεραπαραίτητου άλμπουμ. Αν δεν το είχατε ήδη, να μια καλή ευκαιρία να το αποκτήσετε.
Βαθμολογία: 95/100
Για το rockoverdose.gr,
Δημήτρης Σούρσος



