Νομίζω πως για ελάχιστους καλλιτέχνες είναι εφαρμόσιμη η φράση "Ένα όνομα, μια ιστορία". Μια από τις μπάντες που κατέκτησαν αυτόν τον τίτλο με εκπόνηση άλλοτε θρυλικών, άλλοτε απλά ποιοτικών δίσκων επί σειρά δεκαετιών, είναι οι Jethro Tull.
Τι να πει κανείς για αυτούς τους τιτάνες της progressive rock σκηνής;! Ο "μαγικός αυλός" που ξεχώρισε μια για πάντα τον ήχο τους από το σύνολο της μουσικής σκηνής, ηχεί σχεδόν συνεχόμενα επί 7 δεκαετίες, αφέντης του οποίου τελεί απτόητη η ιδιοφυΐα του είδους, Ian Anderson. Μάλιστα, κυκλοφόρησαν τον πιο πρόσφατο δίσκο τους τον περασμένο Μάρτιο, εν έτη 2025. Με αφορμή την αδαμάντινη πορεία τους ανά τα έτη, ξεκίνησαν την επετειακή The Seven Decades Tour, περιλαμβάνοντας και μια στάση και στην Αθήνα.
Στις 20 Σεπτεμβρίου, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό στον λόφο του Λυκαβηττού, μεταφερθήκαμε σε μέρη μακρινά, καθώς και στη μεσαιωνική Βρετανική ύπαιθρο, υπό τη χαρακτηριστική μελωδία του "μαγικού αυλού". Η μπάντα ήταν αρκετά τυπική στο πρόγραμμά της, κάτι που διευκόλυνε την ομαλή διεξαγωγή της συναυλίας.

Όταν εμφανίστηκαν οι Jethro Tull, το κοινό τους υποδέχθηκε ένθερμα, ζεσταίνοντας το κλίμα από τον ψυχρό αέρα για την εποχή, λόγω του υψομέτρου στον Λυκαβηττό. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν τα πολύ προσεγμένα γραφικά που πρόβαλλε η μπάντα στο video wall. Πολλές φορές τυχαίνει να είναι ένας τομέας στον οποίο πολλές μπάντες δεν εστιάζουν ιδιαίτερα, ωστόσο είναι μια λεπτομέρεια που πραγματικά ανεβάζει την ποιότητα του θεάματος που προσφέρεται. Πέρα από αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι και η επιμέλεια του ήχου ήταν εξαιρετική! Πεντακάθαρος και γεμάτος, μας επέτρεψε να απολαύσουμε τη συναυλία όπως της άρμοζε!
Το ταξίδι στο χρόνο ξεκίνησε με το έντονα country "Some Day The Sun Won't Shine for You" από τον ντεμπούτο δίσκο τους "This Was", του μακρινού 1968. Παρέμειναν στον δίσκο με το "Beggar's Farm" και το κλασικό blues "A Song for Jeffrey", ένα κομμάτι αφιερωμένο στον μελλοντικό (για τότε), θρυλικό μπασίστα των Jethro Tull, Jefferey Hammond. Αξίζει να σχολιαστεί πως ανάμεσα από σχεδόν κάθε κομμάτι του setlist, ο frontman της μπάντας έλεγε το όνομα αυτού που θα ακολουθούσε και μερικά στοιχεία για αυτό. Πολύ καλή σκέψη, ειδικά για ένα επετειακό live! Έτσι συνδέεται πιο εύκολα ο καλλιτέχνης με το κοινό, ενώ παράλληλα μοιράζεται ενδιαφέρουσες πληροφορίες πίσω από κάθε κομμάτι.

Έφτασε και η στιγμή για το αξέχαστο "Thick as a Brick", του ομώνυμου μνημειώδους δίσκου από το 1972. Ο κόσμος φυσικά και το αποθέωσε, καθώς αποτελεί ένα από τα αγαπημένα της δισκογραφίας τους! Έπειτα, η μπάντα αποφάσισε να δώσει μια δυνατή γεύση από "Aqualung", δηλαδή από έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους όλων των εποχών, με το πασίγνωστο "Mother Goose". Μετά το "Songs from the Wood" (ομώνυμο, 1977) οι Jethro Tull έπαιξαν μεταγενέστερα κομμάτια τους, όπως το εξαιρετικό "Weathercock" ("Heavy Horses", 1978), το οποίο και θεωρώ μια από τις καλύτερες στιγμές της συναυλίας, το "The Navigator" ("RökFlöte", 2023) και το "Curious Ruminant" από τον ομώνυμο, πιο πρόσφατο δίσκο της δισκογραφίας τους.
Το διάλειμμα για τον Ian Anderson ήρθε όταν η υπόλοιπη μπάντα έπαιξε το συγκινητικό "Bourrée in E minor" του Bach, ενώ ακολούθησε ένα γενικό δεκάλεπτο διάλειμμα για να επαναφορτίσει και το κοινό τις δυνάμεις του. Ο Anderson και η υπόλοιπη μπάντα μπήκαν ανανεωμένοι, δυναμικά, με το απίστευτο "My God", προερχόμενο από τον πιο σημαντικό τους δίσκο ("Aqualung", 1971).
Ακολούθησε το υπέροχο "The Zealot Gene" (ομώνυμο, 2022) που με έκανε να βεβαιωθώ πως οι Jethro Tull όχι μόνο δεν έχασαν την ποιότητά τους τόσα χρόνια, αλλά οι πιο πρόσφατες δουλειές τους κατέχουν επάξια κάποιες από τις πιο ποιοτικά εξέχουσες θέσεις στη δισκογραφία τους.

Το μαγικό ακυκλοφόρητο ακουστικό κομμάτι "The Donkey and the Drum" (2007) αποτέλεσε το προτελευταίο κομμάτι του setlist πριν από το εξίσου καταπληκτικό "Over Jerusalem" ("Crest of a Knave", 1987), πριν αρχίσει να ξεδιπλώνεται το εκρηκτικό encore με τα 3 απανωτά κομμάτια από το "Aqualung" ("Budapest", "Aqualung", "Locomotive Breath").
Κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο μισό του setlist ήταν πιο δυνατό από το πρώτο, με τα "Weathercock", "Over Jerusalem" και "Budapest" να εντυπωθούν περισσότερο στη μνήμη μου ως οι πιο δυνατές στιγμές της συναυλίας. Όσον αφορά την απόδοση της μπάντας, ήταν πολύ καλή, ενώ ο Ian Anderson έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, που για την ηλικία του είναι υπέρ-αρκετό. Εξάλλου ένας τιτάνας του βεληνεκούς του, δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν!
Η προσεγμένη διοργάνωση, το μελετημένο setlist, το μεράκι και η απαράμιλλη αγάπη της μπάντας για αυτό που κάνει, καθώς και η υπέροχη τοποθεσία του Δημοτικού Θεάτρου Λυκαβηττού, συνετέλεσαν σε μια πολύ όμορφη εμπειρία που θα θυμόμαστε για καιρό! Έτσι κι αλλιώς, η εμφάνιση μιας μπάντας με μνημειώδη επιρροή στη μουσική βιομηχανία, δεν ξεχνιέται εύκολα!
Για το RockOverdose,
Κείμενο - Φωτογραφίες: Κατερίνα Μήτικα









