Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι: αυτοί που δεν ξέρουν τους Lamb Of God, αυτοί που τους κατηγοριοποιούν ως «κλώνους» ή δεν ξέρω γω τι των Pantera και αυτοί που τους θεωρούν μια από τις σημαντικότερες και αυτόφωτες μπάντες των καιρών μας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν άτομα όπως η μάνα μου, στην τελευταία ανήκω εγώ και πολλοί άλλοι και στην δεύτερη ανήκουν αυτοί στο πρόσωπο των οποίων (και) ο καινούριος δίσκος των Lamb Of God αποτελεί ένα μεγάλο μεσαίο υψωμένο δάκτυλο. Ντροπή και όνειδος λοιπόν σε αυτούς καθώς και σε αυτούς που περίμεναν τους φίλους μας από το Richmond στη γωνία για το στραβοπάτημα. Συμφωνώ, ένα σερί αριστουργημάτων από το As The Palaces Burn μέχρι και το τελευταίο Wrath είναι εντυπωσιακό και είναι δεδομένο ότι «haters gonna hate», έτσι; Aκόμη και οι fans υποψιάζονταν (και απεύχονταν βεβαίως) «πατάτα» στον ορίζοντα. Ο έβδομος κατά σειρά δίσκος όμως των Αμερικανών metallers έχει με την «πατάτα» την σχέση που έχει ο ανανάς με τους Black Sabbath. Τόσο καλά. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την κατηγορία στην οποία με τοποθέτησα.
Σε μεγάλα κέφια λοιπόν οι Lamb Of God. Αν το Sacrament ήταν ο δίσκος της ευρείας αναγνώρισης και το Wrath αυτός της επιστροφή στις πιο hardcore φόρμες των πρώτων δίσκων, εδώ παίρνουν το όπλο μεγατόνων που ονομάζεται New American Gospel, συν όλα τα πυρηνικά πυρομαχικά που έχουν στο οπλοστάσιό τους από τα δύο προηγούμενα έπη και βομβαρδίζουν το σύγχρονο metal τοπίο. Ε λοιπόν, το Resolution είναι το «μανιτάρι» της έκρηξης αυτής. Διακρίνοντας σε αυτό τα κλασσικά τεντώματα των χορδών των κιθαρισταρέων που ακούν στα ονόματα Mark Morton και Willie Adler αντίστοιχα, ορισμένες πιο hardcore δομές που παραπέμπουν στα δύο πρώτα albums της μπάντας υπό τη νέα της ονομασία καθώς και ένα μάτσο riffs, που groovάρουν ακόμα περισσότερο, ικανά να στείλουν την πλειοψηφία των σύγχρονων metal practicioners της εξάχορδης πίσω στο ωδείο, δε μπορώ παρά να αποφανθώ ότι πρόκειται ίσως για τον πιο κατασταλαγμένο δίσκο της καριέρας των Αμερικανών, χωρίς να μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει πλέον ότι το παίζουν εκ του ασφαλούς μάλιστα.
Οι Morton/Adler εδώ όμως δεν το «παρακάνουν» μόνο στα riffs, έχουν καταθέσει ορισμένα από τα καλύτερα solos και leads της καριέρας τους, με αποτέλεσμα το Resolution να είναι εκτός των άλλων ένα πλήρες – αλλά όχι πλήρως – κιθαριστικό album. Το πρώτο single και εκ των κορυφαίων στιγμών του δίσκου, «Ghost Walking» είναι το πιο χαρακτηριστικό πειστήριο της εξέλιξης στο ήχο τους. Το ακουστικό πέρασμα της εισαγωγής που θυμίζει το «Reclamation», το πιο πωρωτικό και mosh-starter κουπλέ-ρεφρέν που έχουν γράψει από το «Laid To Rest», ένα solo διαπιστευτήριο της διάχυτης έμπνευσης, ίσως το πιο κλασικομεταλικό που τους έχω ακούσει να εκτελούν, αποτελούν διαπιστευτήρια του ηχητικού πλούτου του Resolution, καθιστώντας το το πιο πολυποίκιλο μουσικά της μπάντας από τη Virginia. Και τον πιο στρωτό. Εξαιρετικά ομοιογενής, χωρίς απότομα low-tempo «πεσίματα» τύπου «Οmerta», συνεχώς στην τσίτα, χέρι χέρι με την «σπάστα όλα» νοοτροπία που συνοδεύει κάθε άλμπουμ των Lamb Of God απ’ την αρχή της καριέρας τους και το εντυπωσιακό είναι ότι έχει να αποτίσει φόρο τιμής σε κάθε ένα από τα προηγούμενα «αδερφάκια» του. Το «όλα τα λεφτά» higher-tempo-δε-γίνεται «Cheated» θυμίζει το personal favorite μου από τον προηγούμενο δίσκο «Contractor», τα epics «Ιnsurrection» και «Τhe Number Six» έχουν πάρει κάτι από την mainstream (σε πολλά εισαγωγικά) αύρα των «Blacken The Cursed Sun» και «Descending» ενώ τα ευφυή riffs μας φέρνουν πίσω στο Ashes Of the Wake. Όλα τα λεφτά λέμε! Και αν τα γκάζια στο Wrath ήταν σανιδωμένα, εδώ πλέον σπάνε και τα φρένα.
Το κλειδί εδώ όμως, εκτός από τα καταιγιστικά τύμπανα του Chris Adler που είναι, κλασικά, για Oscar, είναι το τέρας που ονομάζεται Randy Blythe. Νηφάλιος πλέον (το έχει δηλώσει άλλωστε), καταπίνει ηπείρους ολόκληρες και παραδίδει ορισμένες από τις πιο cool και επιβλητικές φωνητικές ερμηνείες του. Μια ανάσα παίρνει στην αρχή, πριν τη sludgeιά του «Straight For the Sun» και πριν την εκπνοή στο τέλος του «King Me», έχει ξαμολύσει «μονοκοπανιά» όλους τους δαίμονές του και στέλνει, για μία ακόμα φορά, όσους έχουν τραγουδήσει metalcore την τελευταία δεκαετία στο περίπτερο να πάρουν καραμέλες για τα «λαιμά» τους. Μεγάλος.
Οι Lamb Of God χουν ήδη παραμείνει για πολύ καιρό εκεί που ελάχιστοι έφτασαν. Ωστόσο το Resolution δεν είναι απλά ένας ακόμα πολύ καλός δίσκος μιας πολύ καλής μπάντας.
Δίσκος να τον πιείς στο ποτήρι, δίσκος επιστέγασμα μιας φοβερής δεκαετίας, δίσκος επιβεβαίωσης της παρατεταμένης ακμής της μπάντας, ό,τι και όπως και να το πώ είναι λίγο.
Ώριμος, τιμώντας την παράδοση της μπάντας χωρίς να αναθεωρεί τη μουσική της ταυτότητα (δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που περίμενε να αλλάξουν ξαφνικά ρότα ως εκ θαύματος), επιθετικός και ανησυχητικά εθιστικός. Όσο πιο πολύ τον ακούω τόσο πιο πολύ τον γουστάρω και δεν με βλέπω να ξεκολλάω σύντομα. Αυτή τη στιγμή είναι το αγαπημένο μου album τους και αυτό λέει πολλά από μόνο του. Και «φοβάμαι» όταν σκέφτομαι τι θα γίνει τον Μάη όταν θα ακουστούν οι πρώτες νότες του «Desolation».
Αυτά τα ωραία κάνουν οι κύριοι στα 40 τους. What have you been doing lately?
Τracklist:
- Straight For the Sun
- Desolation
- Ghost Walking
- Guilty
- The Undertow
- The Number Six
- Barbarosa
- Invictus
- Cheated
- Insurrection
- Terminally Unique
- To The End
- Visitation
- King Me
Για το RockOverdose.gr: Μάριος “Lazy” Πιτσαλίδης



