Ήταν μία κρύα βραδιά τον Νοέμβριο του 2010 που θα έβλεπα για πρώτη φορά τους μετέπειτα λατρεμένους μου Leprous, και ποιός να το έλεγε ότι όχι και πολλά χρόνια μετά, θα βρισκόμουν σε θέση να τους έχω δει σε κάθε επίσκεψη τους στη χώρα μας και θα μιλούσα για την 9η εμφάνιση που κατέγραφα στο καλεντάρι μου. Το τελευταίο τους μέχρι στιγμής άλμπουμ, το όχι και τόσο σούπερ ντούπερ “Melodies Of Atonement”, έχει ήδη ενάμιση χρόνο στην πλάτη του και παραδόξως δε μας είχαν επισκεφτεί τόσο καιρό, είχαν προλάβει βέβαια λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία του να έρθουν στον Λυκαβηττό και να διαλύσουν σε σημείο ντροπής τους Opeth, οι οποίοι θύμιζαν σκιά του παλιού ένδοξου εαυτού τους εκείνο το βράδυ, και γενικά απέδειξαν άλλη μία φορά, ότι όσο κι αν κάθε άλμπουμ τους μετά το μνημειώδες “The Congregation” είναι χειρότερο από κάθε προηγούμενο, όταν πατάνε το πόδι τους στη σκηνή είναι τέρατα. Χαρακτηριστικά μάλιστα λέω πάντα ότι όταν έρχεται η ώρα να αρχίζουν να κοπανιούνται σαν τα κατσίκια στη σκηνή, με τον ένα να έρχεται σχεδόν μούρη με μούρη με τον άλλο, τότε ξέρεις ότι επέρχεται συναυλιακή καλώς εννοούμενη καταστροφή. Και πάντα με καλά support να τους συνοδεύουν στην Ελλάδα.

Τη συναυλία ανοίγουν οι πάρα πολύ καλοί και πάρα πολύ επηρεασμένοι από τους headliners Crystal Horizon. Ως επίσης Νορβηγοί είναι αρκετά λογικό να έχουν επιρροή την εδώ και πολλά χρόνια μεγάλη μπάντα της χώρας τους (βγάζουμε την παλιά black σκηνή εκτός), αλλά άλλο η επιρροή κι άλλο να μοιάζουν ολόϊδιοι σε σημεία. Σε άλλες συνθήκες θα μιλούσα για μπάντα χωρίς ταυτότητα, που δεν υπάρχει προσωπικότητα και προοπτική. Κι όμως παρότι πιο Leprous κι από τους Leprous σε σημεία, οι Crystal Horizon ήταν πάρα πολύ καλοί, με τραγούδια πραγματικά ποιοτικά, με τον τραγουδιστή τους πολύ εκφραστικό κι εκεί που έπρεπε με ανεβάσματα της φωνής που έδειχνε πολύ κοντρολαρισμένος. Στα τύμπανα είχαν ένα πολύ ξεχωριστό βαθύ ήχο που έδινε ένα έξτρα ευπρόσδεκτο όγκο, ενώ ο αφάνας μπασίστας και η κοκκινομάλλα κιθαρίστρια ήταν επίσης άψογα συγχρονισμένοι. Το μοναδικό ομότιτλο ΕΡ τους το 2024 είναι μόνο η αρχή και δείχνουν καλή προοπτική ώστε να προσφέρουν ποιοτικές δουλειές στο μέλλον. Άπαξ και μπορούν και στέκονται παραπάνω από αξιοπρεπώς σε μία τέτοια περιοδεία, έστω και για μόλις 25’ εμφάνισης, νομίζω ότι μπορούμε να έχουμε προσδοκίες, διάθεση έχουν, η προσπάθεια είναι ορατή και μένει να δούμε αν και κατά πόσο θα επιβεβαιώσουν όλα όσα γράφονται παραπάνω μελλοντικά.

Oι Ihlo από την Αγγλία στη συνέχεια είναι μια πιο γνωστή και έμπειρη σαφώς μπάντα που επανήλθε πέρυσι στο προσκήνιο, καθώς το ντεμπούτο τους “Union” είχε κυκλοφορήσει το 2019 και έκτοτε τα ίχνη τους έμοιαζαν να χάνονται. Πέρυσι κυκλοφόρησαν το δεύτερο αρκετά καλό άλμπουμ τους “Legacy” και μένει να δούμε αν θα αποτελέσει αφορμή για να είναι πιο ενεργοί δισκογραφικά. Και λέω δισκογραφικά, γιατί συναυλιακά ευτυχώς κι αυτοί, όπως και οι Crystal Horizon, είναι αρκετά ενεργητικοί στη σκηνή. Χάρηκαν πάρα πολύ με την υποδοχή του κόσμου, ειδικά με κάποια παιδιά μπροστά που κρατούσαν μία σημαία με το εξώφυλλο του “Union” την οποία έδειξαν με χαρά στον κόσμο, ενώ κι αυτοί είχαν ένα πάρα πολύ καλό ήχο και έδειξαν να το διασκεδάζουν επί σκηνής. Παρότι κι αυτοί έπαιξαν λίγο, μόλις 35’, είχαν μια όμορφη ροή στην εμφάνιση τους, όπου ξεχώρισε σαφώς ο τραγουδιστής Andy Robison με την πολύ ωραία φωνή του και γενικά οι Ihlo έχουν στοιχεία από τους Haken και τους Porcupine Tree, μέχρι τους Riverside και τις προσωπικές δουλειές του Devin Townsend, κοινώς καλύπτουν μία ευρεία προοδευτική γκάμα και στο χέρι τους είναι να μας δείξουν με τη σειρά τους αν και πόσα μπορούν να πετύχουν. Δείγμα θετικότατο σαφώς.

Κι έρχεται η ώρα που σαφώς περιμένουν όλοι και όλες, σε ένα sold-out Gagarin και με πάρα πολλά νέα παιδιά στο κοινό που είναι ενθαρρυντικό κάθε φορά, ξεκάθαρα οι περισσότεροι έβλεπαν τους Leprous για πρώτη φορά και ήταν αρκετά ενθουσιώδεις στις αντιδράσεις τους και με το συγκρότημα να ξεκινάει με το “Silently Walking Alone” όπως ήταν αναμενόμενο, ήδη οι περισσότεροι αρχίζουν και τραγουδάνε εν χορώ και η βραδιά προμηνύεται συναρπαστική. Με το μπάσιμο του “Illuminate” αρχίζουμε κι έχουμε εμείς οι παλιοί και πάντα πιο σπαστικοί και λίγο πιο απαιτητικοί οπαδοί προσδοκίες από το σετ, έτσι όταν σκάει σαν κρότος το “Τhird Law” παθαίνει όλο το Gagarin την πλάκα του, με τον Baard Kolstad να τραντάζει συθέμελο το drum set του (άλλο που δεν ήθελε) και τη μπάντα να έχει αρχίσει το προαναφερθέν “κοπανιόμαστε σαν τα κατσίκια” από το 1ο κιόλας κομμάτι, δείχνοντας τη χαρά τους που μας επισκέφτηκαν ξανά. Ο Einar Solberg παίρνει το λόγο και λέει πόσο φανταστικοί ακουγόμαστε ήδη κι ότι πάντα είναι χαρούμενοι όποτε επιστρέφουν, τονίζοντας με χαρά ότι θα έπαιζαν και την επόμενη μέρα ένα ειδικό σετ και προσκαλώντας τον κόσμο να τους δει εκ νέου. Απ’ότι έμαθα μάλιστα, παίχτηκαν κομμάτια που είχαν να ακουστούν πολλά χρόνια.

Ανεβασμένοι στο πάλκο τους έκαστος ο Tor Oddmund Suhrke και ο Robin Ognedal στις κιθάρες αλλάζουν θέσεις συνεχώς. ενώ ο Simen Daniel Borven στο μπάσο το γκρουβάρει λίγο παραπάνω και γεμίζει πανέμορφα τον ήχο τους στο σύνολο του. Μετά το νέο σχετικά “I Hear The Sirens”, μας αναφέρουν ότι θα μας παίξουν μια διασκευή και μάλιστα από συμπατριώτες τους Νορβηγούς, με το τραγούδι μάλιστα να χαρακτηρίζεται το νούμερο 1, απόλυτο και πλέον αναγνωρίσιμο τραγούδι που βγήκε ποτέ από τη χώρα τους και φυσικά μιλάμε για το “Take On Me” των A-HA. Μεταλλάδες κατά τ’άλλα σου λέει, το τραγούδι πραγματικά βρίσκει τρομερή ανταπόκριση με ΟΛΟ το Gagarin να τραγουδάει κάθε στίχο και τους ίδιους τους Leprous μάλλον να μην περιμένουν τέτοια θερμή υποδοχή. Η συνέχεια έρχεται με κομμάτια από μία δύσκολη περίοδο της ζωής τους Einar Solberg όπως ανέφερε, με το κεφάλι του να ακροβατεί σε ερωτήσεις δίχως απαντήσεις που οδήγησαν στη δημιουργία του “Pitfalls”, έτσι ακούμε αρχικά το “Below” και στη συνέχεια το “Alleviate”, ενώ έρχεται η ώρα που κλασικά περιμένουμε τα τελευταία χρόνια, με το συγκρότημα να μας ρωτάει αν θέλουμε παλιό ή νέο κομμάτι (λες και χρειαζόταν η ερώτηση) κι αφού ζητάμε κάτι παλιό, μας ρωτάνε αν θέλουμε μεγάλο ή μικρό.

“The longer the better?” μας ρωτάει ο Einar χαρακτηριστικά με το κοινό να το επιβεβαιώνει, έτσι αφού μας πετάει ένα επικό “thank you” δείχνοντας ξεκάθαρα πόσο τον ζορίζει όταν γίνεται αυτό, μας παίζουν άλλη μια φορά το συγκλονιστικό “Forced Entry” (την προηγούμενη φορά μάλιστα είχε πετάξει την επική ατάκα “Μπράβο Αθήνα, θα μας αναγκάσετε να παίξουμε κομμάτι 10 λεπτών”) και η ακόμα πιο φαρμακερή ατάκα έρχεται μετά, όταν μας λέει “για το επόμενο κομμάτι φοβάμαι λίγο όταν πρέπει να ανέβω στο πάλκο όποτε βρίσκομαι στην Αθήνα”, εννοώντας προφανώς το “The Price”, στο οποίο είχε φάει μια επική πτώση από τη σκηνή (Αγέρωχος βέβαια, δε μάσησε μετά) πριν χρόνια, σε τέτοιο βαθμό που στον επόμενο ερχομό ρώταγε “θυμάστε τι έγινε την προηγούμενη φορά που βίωσα την πιο ντροπιαστική στιγμή της ζωής μου;” και φυσικά με το κομμάτι να καλωσορίζεται με ουρλιαχτά χαράς, πριν παιχτεί μία πιο αισθαντική και “ενισχυμένη” στην εισαγωγή εκτέλεση του “Like A Sunken Ship”. Το μπάσιμο του “Slave” κάθε φορά προκαλεί ανατριχίλα και είναι το κομμάτι που πάντα θα νιώθεις ότι διαλύουν τη σκηνή στο ξέσπασμα του, ενώ έρχεται μια νέα πιο ήρεμη στιγμή με επίσης ενισχυμένη εισαγωγή, το φοβερό και συναισθηματικό “Castaway Angels”.

Εκπληκτικός πραγματικά ο τρόπος με τον οποίο στο τελείωμα του σκάει η αρχή του “From The Flame” με το κόκκινο χρώμα να γεμίζει τη σκηνή και να τελειώνει το κύριο μέρος του σετ. Η επιστροφή τους και πρακτικό τέλος γίνεται με το “Atonement”, το πιο ανεβαστικό ίσως κομμάτι του τελευταίου τους άλμπουμ και το επίσημο τέλος που περιμέναμε με το “The Sky Is Red” έρχεται μεν, αλλά μόνο με το outro του κομματιού που πάλι τα σπάνε στη σκηνή αλλά η αλήθεια είναι ότι υπήρξε μια στεναχώρια που δεν παίχτηκε ολόκληρο για να φύγουμε με 3 πόδια. Για το σύνολο της εμφάνισης σαφώς και δε μπορεί να ειπωθεί -όπως πάντα- τίποτα αρνητικό, οι τύποι είναι Ελβετικά ρολόγια και με τα χρόνια γίνονται πάντα καλύτεροι ζωντανά, ξέρεις ότι κάθε φορά ναι μεν θα προωθείται το νέο άλμπουμ αλλά θα ακούς παλιές εκπλήξεις και αυτή τη φορά η αλήθεια είναι ότι το σετ ήταν κάπως πιο ισορροπημένο, αν είχαμε και ένα τραγούδι από το “Coal” πιστεύω θα μιλούσαμε για πλήρη οργασμό. Οι Leprous είναι ακόμα εδώ, αγέρωχοι, στιβαροί, εκπληκτικοί συναυλιακά και ελπίζω μελλοντικά να προσφέρουν λίγο καλύτερα άλμπουμ από τα 2 τελευταία ειδικά γιατί υπάρχουν δυνατότητες και πάντα μεγάλες προσδοκίες το δίχως άλλο.
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat





















