Ανταπόκριση: LEPROUS, Ihlo, Crystal Horizon @ WE, Θεσσαλονίκη (30/01/2026)


Όλοι στη ζωή τους έχουν μια αφετηρία, και το ίδιο ισχύει και για τα μουσικά ενδιαφέροντα. Όλοι μας έχουμε μια μπάντα που μας πήρε κάποτε από το χέρι και μας έμαθε να αγαπάμε το είδος της μουσικής στο οποίο παραμένουμε πιστοί μέχρι και σήμερα. Για μένα η αφετηρία υπήρξαν φυσικά οι Iron Maiden, αλλά μου αρέσει να αναφέρω και ένα δεύτερο συγκρότημα στη συζήτηση περι αφετηριών.

Οι Νορβηγοί Leprous έπεσαν στα χέρια μου σε μία περίοδο που τα ακούσματά μου ήταν ακόμα δειλά και ποικιλόμορφα. Η -υπερβολικά επιθετική για τα άπειρα αυτιά μου- μουσική τους πίσω στο 2013/14 ήταν το έναυσμα για να “τρυπήσω το ταβάνι μου”, που μέχρι πρότεινος περιλάμβανε μόνο classic rock, παραδοσιακό heavy metal και παλιακό prog rock των 70s. Το τραχύ και ακατέργαστο progressive με τα extreme στοιχεία των πρώτων τριών δίσκων τους λοιπόν με ώθησε σε έναν καινούριο κόσμο που δεν ήξερα ότι χρειαζόμουν στα εφηβικά μου χρόνια.

Όταν αισιώς λοιπόν παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία κι εφόσον είχα πλέον ενηλικιωθεί, οι Νορβηγοί ήταν η αφορμή για την πρώτη μου επίσκεψη στην Αθήνα στο -μακρινό πλέον- 2018. Το core memory εκείνης της μουσικής εμπειρίας ήταν αρκετό για να τους ακολουθώ έκτοτε φανατικά, οπότε η φετινή τους επίσκεψη (αφού έχασα τις προηγούμενες) ήταν κλειδωμένη σχεδόν από την ημέρα της ανακοίνωσης. Η προσθήκη των Crystal Horizon και των Ihlo στο πρόγραμμα ήταν μια εξίσου ευχάριστη έκπληξη, η οποία προμήνυε μια φανταστική συναυλιακή εμπειρία.

Έχοντας την ατυχία να δουλεύω το μεσημέρι της 30ης Ιανουαρίου, κατέφτασα στο προσφιλές WE με κάποια καθυστέρηση, αλλά ευτυχώς δεν είχα χάσει πολλά -κι ευτυχώς-.

Οι Crystal Horizon είχαν μόλις παρουσιάσει τραγούδια από το ομότιτλο ντεμπούτο EP τους και έδειξαν ενθουσιασμένοι που τους δόθηκε η ευκαιρία για περιοδεία μαζί με τους συμπατριώτες τους Leprous. Η μοντέρνα ατμόσφαιρα σε progressive ηχοτόπια των συνθέσεών τους, "έδεσε" ιδανικά ως "ορεκτικό" των όσων θα ακολουθούσαν.


IHLO


Οι Βρετανοί Ihlo είναι ένα από τα πολλά μυστικά όπλα που εμφανίζει κατά καιρούς το Ηνωμένο Βασίλειο. Αναμειγνύωντας το αγνό, παλιάς κοπής prog rock με το νεωτερίζον ύφος των Porcupine Tree και πετώντας στο μείγμα και ολίγους Periphery, η πεντάδα μας έχει προσφέρει ήδη ένα ντεμπούτο με τεράστιο potential (το οποίο πέρασε κάτω από τα ραντάρ του περισσότερου κόσμου το 2019, αλλά όχι από τα δικά μου), αλλά και τον -εξαιρετικό- περσινό τους δίσκο, ο οποίος ήταν και η αιτία να τους γνωρίσει περισσότερος κόσμος εκτός της πατρίδας τους.

Το “Legacy” λοιπόν ήταν αυτό που έλαβε τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά το setlist, ένα setlist που λόγω των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και των -κατά κανόνα- μεγάλων σε διάρκεια συνθέσεων περιείχε λίγα κομμάτια, κάτι το οποίο προσωπικά με στενοχώρησε διότι ήθελα να ακούσω περισσότερους Ihlo.

Παρόλα αυτά οι Βρετανοί αξιοποίησαν στο έπακρο τον χρόνο τους πάνω στο σανίδι, διατηρώντας καλή επαφή με το κοινό καθόλη τη διάρκεια της παρουσίας τους και χαρίζοντάς μας μία εξαιρετική απόδοση στα αρκετά απαιτητικά κομμάτια τους. Ο ήχος του WE συνέβαλε αρκετά στην αναβάθμιση της ακουστικής εμπειρίας, τουλάχιστον στο σημείο που βρισκόμουν εγώ, το οποίο ήταν αρκετά προς τα πίσω και προς τα πλάγια, γιατί ο κόσμος -προς μεγάλη μου χαρά- εμφανίστηκε από νωρίς για να υποστηρίξει την προσπάθεια των Βρετανών.

Θα χαρακτηρίσω την εμφάνιση των Ihlo ως επιτυχημένη, κι ελπίζω να έχω την ευκαιρία να τους ξαναδώ σύντομα, και γιατί όχι και με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους.


LEPROUS


Επτάμισι χρόνια μετά από την πρώτη μου γεύση της εξάδας από το Notodden, η μοίρα διασταύρωνε τα μονοπάτια μας ξανά. Πολλά έχουν αλλάξει από εκείνο το βράδυ στο Fuzz, συμπεριλαμβανομένου και των ίδιων. Έχω πει αρκετές φορές στο παρελθόν ότι οι Leprous μαζί με τους Opeth ενσαρκώνουν πλήρως την έννοια του progressive ήχου, καθώς υπήρξαν αεικίνητοι καθ’όλη την καριέρα τους, με ποικίλους πειραματισμούς και διαφοροποιήσεις στην μουσική τους ταυτότητα. Το prog με extreme metal στοιχεία των πρώτων δίσκων έδωσε σταδιακά τη θέση του στο pop/prog, αγγίζοντας κορυφές δημοφιλίας που δεν θα μπορούσαν εάν έμεναν πιστοί στις ρίζες τους.

Η επιλογή του “Silently Walking Alone” ως μπάσιμο λειτούργησε ως η ιδανική γέφυρα μεταξύ των εποχών της εξάδας, συνδυάζοντας τη σκοτεινή και βαριά πτυχή των Νορβηγών με τα εύπεπτα φωνητικά και την radio-friendly αισθητική του. Ήδη από το πρώτο κομμάτι ήταν εμφανές πως τα μέλη της μπάντας βρίσκονται σε πλήρη συγχρονισμό μεταξύ τους και η χημεία τους ήταν ξεκάθαρη από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Τρεις δίσκοι των Leprous είχαν την τιμητική τους στο setlist που ακούσαμε στη Θεσσαλονίκη: το -κατά τη γνώμη μου αρτιότερο άλμπουμ τους- “Congregation”, το “Malina” και φυσικά το πιο πρόσφατο “Melodies of Atonement”. Οι συνεισφορές των υπολοίπων album στο σετ ήταν από πενιχρές (“Bilateral”, “Pitfalls”) έως ανύπαρκτες (“Coal”, “Tall Poppy Syndrome”), κάτι που σίγουρα στενοχώρησε αρκετά άτομα στο πλήθος, συμπεριλαμβανομένου κι εμένα.

Ωστόσο δεν μπορώ να πω σε καμία περίπτωση πως οι Leprous ήταν κάτι λιγότερο από ΑΨΟΓΟΙ ως προς τη σκηνική τους παρουσία και την απόδοσή τους. Ο κινητήριος μοχλός Einar Solberg ήταν ΚΑΤΑΙΓΙΣΤΙΚΟΣ, καθώς δεν έχασε ούτε νότα όλη τη βραδιά, ενώ το πυροβόλο όπλο στο drum kit που ακούει στο όνομα Baard Kolstad κατέθεσε ψυχή πάνω από τα τύμπανά του, αφήνοντας μας όλους άφωνους με το παίξιμό του.

Ως προς τις καλύτερες στιγμές της βραδιάς, είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω κάποια συγκεκριμένη. Το απολαυστικότατο cover του “Take on Me” των A-Ha ήταν εξίσου συγκλονιστικό όπως με τη studio εκτέλεσή του, το αριστουργηματικό “Slave” με την ζοφερή ατμόσφαιρά του και το αχαλίνωτο ορχηστρικό μέρος του ήταν για άλλη μια φορά εκεί. Η στιγμή ωστόσο που σήκωσε την τρίχα όλων μας στο WE ήταν η στιγμή που ο Einar αφιέρωσε το “Castaway Angels” στη μνήμη των επτά αδικοχαμένων οπαδών του ΠΑΟΚ που έχασαν τη ζωή τους μερικά εικοσιτετράωρα νωρίτερα, προκαλώντας τεράστια συγκίνηση αρχικά και την απόλυτη αποθέωση στο τέλος.

Οι “old-school fans” όπως μας αποκάλεσε ο Einar είχαμε μόνο το “Forced Entry” σαν παρηγοριά για τον πλήρη απογαλακτισμό των Leprous από την πρώιμη εποχή τους, παρόλο που η εξάδα φάνηκε να το διασκεδάζει περισσότερο από κάθε άλλο τραγούδι στο σετ (φέρτε μας πίσω την εποχή του “Bilateral” παρακαλώ). Η συνέχεια κινήθηκε στις πιο εύπεπτες στιγμές της δισκογραφίας τους, οι οποίες είχαν εξίσου ένθερμη υποδοχή από το κοινό.

Το encore ήταν σύντομο και -κατά τη γνώμη μου- αντικλιμακτικό. Το “Atonement” από τον τελευταίο δίσκο αν και πολύ καλό κομμάτι δεν θεωρώ πως μπορεί να υποστηρίξει τη χρήση του σαν πρόσφατη προσθήκη στις συναυλίες των Νορβηγών, τουλάχιστον όχι μόνο του. Η θριαμβευτική αποχώρηση με το δεύτερο μέρος του “The Sky Is Red” ήταν σίγουρα αξιομνημόνευτη” αλλά αφενός γιατί όχι ολόκληρο και αφετέρου, αφού θα παιχτεί μόνο το μισό, γιατί να μην προστεθεί άλλο ένα κομμάτι στο encore για να μη φανεί τόσο σύντομο.

Αυτή τη στιγμή κάνω nitpicking και μάλλον δεν θα έπρεπε, αλλά οι Leprous είναι μία από τις αγαπημένες μου μπάντες, οπότε πρέπει να είμαι αυστηρός κριτής. Παρά τις προσωπικές μου ενστάσεις, οι Νορβηγοί παίρνουν αντικειμενικά 10/10 για τον επαγγελματισμό τους και την άψογη παρουσία τους. Προφανώς είναι αδύνατο να κρατήσεις όλους τους οπαδούς σου ευχαριστημένους με ένα σετ διάρκειας 90 λεπτών αλλά στο τέλος της ημέρας δεν άκουσα κανέναν να παραπονιέται για τίποτα, γιατί είχαν γίνει μάρτυρες μιας εξαιρετικής συναυλίας και δεν βλέπουμε την ώρα για την επόμενη. You’ll find us here when you’re gone Leprous, From The Flame!

 

Setlist:

Silently Walking Alone

Illuminate

Stuck

I Hear The Sirens

Below

Alleviate

Take On Me (A-Ha cover)

Forced Entry

The Price

Like A Sunken Ship

Slave

Castaway Angels

From The Flame

Encore:

Atonement

The Sky Is Red Outro

 

Για το Rockoverdose,

Άγγελος Χατζηγιάννης

Comments

rockoverdose.gr