13 χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Ελλάδα, οι θρυλικοί OVERKILL επιστρέφουν πιο δυνατοί από ποτέ, για μία και μοναδική εμφάνιση στο πλαίσιο του Rock Hard Festival Greece, που θα διεξαχθεί 12-13 Σεπτεμβρίου 2025, στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων.
Ο συντάκτης μας Άγγελος Κατσούρας, προσπαθεί να βάλει σε "στρατιωτική παράταξη" την πλούσια δισκογραφική πορεία τους, από τα πρώτα τους βήματα μέχρι την πιο πρόσφατη δουλειά τους , και εξηγεί γιατί παραμένουν – όχι απλώς επίκαιροι – αλλά απολύτως αναγκαίοι.
To overkill : To destroy something with more force than required…
Όπως καταλαβαίνετε όλοι και όλες, οι τεράστιοι Νεοϋορκέζοι thrashers Overkill, όταν διάλεγαν το όνομα τους, ήξεραν πολύ καλά τι πρόκειται να κάνουν στην καριέρα τους. Το σωτήριο έτος 1980 προϋπήρξαν για ελάχιστο χρονικό διάστημα με το όνομα Virgin Killer (οκ δεν το λες και πολύ μακριά από την αλήθεια) μέχρι τελικά να επικρατήσει αυτό με το οποίο τους έμαθε, αγάπησε και στάθηκε στο πλευρό τους ο κόσμος τα τελευταία 45 χρόνια. Η τεράστια δισκογραφία τους, η υπερπαραγωγικότητα τους αλλά και τα σκαμπανεβάσματα ποιότητας, ήταν πάντα μέρος της ιστορίας τους. Θα τολμήσουμε να χωρίσουμε την καριέρα τους σε 5 διαφορετικές “ομάδες” ανάλογα με τη σπουδαιότητα και θα το πάμε καθαρά χρονολογικά για να αποφευχθεί προσωπικό ranking και λοιπή γκρίνια, καθώς το άρθρο φτιάχνεται καθαρά να είναι ενωτικό κι όχι αντικείμενο προς πάσης φύσης μανούρα άνευ λόγου. Στις ομάδες θα δοθούν στρατιωτικοί όροι καθότι οι Overkill ήταν πάντα έτοιμοι για σύρραξη!
Προσδεθείτε και καλή δύναμη!
ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΠΥΡΟΣ!
“Feel The Fire” (Megaforce Records, 1985)
40 πλέον (ΣΑΡΑΝΤΑ ολογραφώς) χρόνια απαριθμεί το τιτάνιο ντεμπούτο των Overkill με το εμβληματικό εξώφυλλο που το συγκρότημα στέκεται μπροστά από μια τεράστια φωτιά στο παρασκήνιο, έτοιμοι σαν από καιρό να κάψουν κάθε αμφισβήτηση και ανταγωνισμό. Με κύριο χαρακτηριστικό την φωνή του Bobby “Blitz” Ellsworth και την μπασαδούρα του D.D. Verni, τα riffs του παιχταρά Bobby Gustafson ακούγονται σαν βαριοπούλες και ο Rat Skates στα τύμπανα παίζει μερικούς από τους πλέον φοβερούς ρυθμούς που είχαν ακουστεί ως τότε. Κομμάτια που γεννήθηκαν για την καταστροφή σαν το “Rotten To The Core” και το “Hammerhead” βρίσκουν συχνά πυκνά τη θέση τους στο σετ της μπάντας, ενώ το ομότιτλο κομμάτι μπορεί να χαρακτηριστεί ως και επικό για την εποχή και ιδιαίτερα για thrash μπάαντα. Το φοβερό “Sonic Reducer” έπρεπε να’ναι μέρος της κανονικής κυκλοφορίας, ευτυχώς βρέθηκε σε μελλοντικές επανεκδόσεις! Η καλύτερη δυνατή αρχή για ένα συγκρότημα, το σύνθημα της επίθεσης είχε δοθεί άμεσα.

“Taking Over” (Megaforce Records, 1987)
Με τη σύνθεση ολόϊδια και με τις φάτσες τους να μοστράρουν κανονικά στο εξώφυλλο αυτή τη φορά με τα όπλα ανά χείρας, καθίσταται άμεσα σαφές ότι οι Overkill δεν ήταν απλά πυροτέχνημα αλλά είχαν έρθει να μείνουν για τα καλά. Ακόμα καλύτερο από το ντεμπούτο τους και για πολλούς το καλύτερο άλμπουμ που έβγαλαν ποτέ, το “Taking Over” είναι ανώτερο σε κάθε τομέα, παραγωγή, τραγούδια, όγκο, με ύμνους όπως το εναρκτήριο “Deny The Cross”, τον ύμνο των moshers “Wrecking Crew” και τον οργασμό του Verni στο “Powersurge”. Αν όμως ένα τραγούδι έχει συνδεθεί με το δίσκο είναι σίγουρα το πιο ενωτικό τραγούδι στο χώρο της μεταλλικής μουσικής, το αγέρωχο και αξεπέραστο “In Union We Stand”. Το όνομα των Overkill θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο, οι περιοδείες θα αυξηθούν και τα καλύτερα δείχνουν να έρχονται προσεχώς. Στην εποχή κυριαρχίας τους όπως διατρανούν στον τίτλο του δίσκο, το “Taking Over” είναι 11/10 νομοτελειακά.

“Under The Influence” (Megaforce Records, 1988)
Κυκλοφορώντας ακριβώς την ίδια μέρα την ίδια χρονιά με το “South Of Heaven” των Slayer, το 3ο άλμπουμ των Overkill θα κάνει τους οπαδούς για 1η φορά να πουν ότι η μπάντα έκανε βήματα πίσω σε σχέση με τα 2 πρώτα άλμπουμ. Ο χρόνος σαφώς και αποκατέστησε αυτή την “αδικία” σχετικά με το “Under The Influence”, το οποίο και μόνο για το εκρηκτικό ξεκίνημα με το “Shred” δε μπορεί να μπει σε συζητήσεις για υλικό που δεν στέκεται επάξια δίπλα στους προκατόχους του. Το “Hello From The Gutter” είναι για τον δίσκο ότι ήταν το “In Union We Stand” για το “Taking Over”, με το βίντεο του εν λόγω κομματιού να παίζεται σε συνεχή ροή στο MTV, Δυστυχώς επικράτησε άλλο εξώφυλλο από το κανονικό, καθώς δίπλα στο παιδί που βγαίνει από την τρύπα, υπήρχαν άλλα 3 παιδιά πάνω στα οποία έπεφταν οι ακτίνες του Chaly ενώ υπήρχαν άλλα 4 παιδιά που έβγαιναν από την τρύπα πίσω του.

“The Years Of Decay” (Megaforce Records, 1989)
Κλείσιμο των ‘80s για τους Overkill με ένα εκπληκτικό άλμπουμ, ειδικά ηχητικά. Με τη σειρά του κυκλοφόρησε την ίδια μέρα με το “Nothingface” των Voivod και το “Think This” των Toxik (για να δείτε τι έβγαινε κάποτε)… Τελευταίο δυστυχώς άλμπουμ με τον Gustafson στις κιθάρες, με μία κορυφαία παραγωγή που δεν είναι μυστικό ότι αποτέλεσε τον λόγο που οι Pantera εμπιστεύτηκαν τον Terry Date ως μόνιμο παραγωγό τους, με τον Dimebag να δηλώνει εντυπωσιασμένος από τον ήχο που έβγαλε στους Overkill. To “Elimination” είναι σαφώς με τα χρόνια το πιο δημοφιλές κομμάτι τους, προκαλώντας χαμό όπου παίζεται, ενώ είναι ο μεγαλύτερος μέχρι εκείνη τη στιγμή δίσκος τους με 2 κομμάτια άνω των 8’ κι ένα άνω των 10’. Πολυαγαπημένο στις τάξεις των οπαδών αλλά και των μη φανατικών thrashers, βάζει τη μπάντα σε περαιτέρω ανοδική τροχιά παρά τις αλλαγές που ακολούθησαν, από τις οποίες βγήκαν αλώβητοι.

“Horrorscope” (Megaforce Records, 1991)
Όχι ένας αλλά δύο κιθαρίστες χρειάστηκαν για να αντικαταστήσουν τον Bobby Gustafson, με τους Merritt Gant και Rob Cannavino να κάνουν τη μπάντα πενταμελή. Το “Horrorscope” κατορθώνει το ακατόρθωτο, και να συνεχίσει το σερί τελειότητας του συγκροτήματος αλλά και να αποδειχθεί το κορυφαίο άλμπουμ της τεράστιας δισκογραφίας τους. Αδικία για τον Gustafson σαφώς, αλλά ο ήχος της μπάντας έχει πλέον πάει σε άλλο επίπεδο με τις 2 κιθάρες και αίφνης το άλμπουμ εκτοξεύεται στο νούμερο 29 (!) του Billboard. Τα πράγματα δείχνουν ιδανικά, το κρεσέντο από κομματάρες δεν σταματάει καθ’όλη τη διάρκεια και το βάρος του ομότιτλου κομματιού ειδικά, φημολογείται ότι γέρνει τον άξονα της Γης προς κάθε μεριά που ακούγεται, για το οποίο γυρίστηκε κι ένα καταπληκτικό βίντεο με τον Blitz έξαλλο αλλά και με τη μεγαλοπρέπεια του σαν frontman και παρουσιαστικό να εμπνέει τους νεότερους. Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, το πετράδι στο στέμμα της μεγάλης δισκογραφίας των Overkill.

ΠΥΡΟΒΟΛΑΡΧΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ!
“Ironbound” (Nuclear Blast Records, 2010)
Πόσα χρόνια είχαν περάσει μέχρι να αναφωνήσουμε τον όρο “κορυφαίο” για ένα άλμπουμ των Overkill άραγε.. σχεδόν 20! Τα σκαμπανεβάσματα της μπάντας πολλά και είχε σχεδόν χαθεί κάθε ελπίδα, όμως αρχομένης από το 2010 με το καταπληκτικό “Ironbound”, οι Overkill βάλθηκαν να τρελάνουν τον κόσμο με ένα ανεπανάληπτο σερί δίσκων που όχι απλά ήταν υπεράνω του μέσου όρου για το μεταλλικό ήχο εκείνη την εποχή, αλλά ειδικά για το thrash αποδείχθηκαν ζωογόνα όσο ελάχιστα. Η είσοδος του Ron Lipnicki στο συγκρότημα το 2005 θα αποδειχθεί καίρια και μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε και γουρλή, καθώς και τα 5 άλμπουμ που έκανε μαζί τους ήταν από ανέλπιστα καλά ως άκρως σπουδαία. Τα τύμπανα ειδικά στο δίσκο είναι το κάτι άλλο, ενώ το “Bring Me The Night” θεωρείται ο ύμνος αναγέννησης της μπάντας. Σαν σκληροί καριόληδες, άνοιξαν το δίσκο με το άνω των 8’ “The Green And Black”, τα υπόλοιπα γράφτηκαν στην ιστορία.

“The Electric Age” (Nuclear Blast Records, 2012)
Και σαν να μην έφτανε το σοκ από το “Ironbound” το οποίο όλοι μας περιμέναμε ότι δε μπορεί να επαναληφθεί, να σου και το “The Electric Age” το 2012 να συνεχίζει εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχος του και να κατεβάζει ξανά τα σαγόνια. Είναι από τις στιγμές που λες “δεν ξέρω τι πίνουν, αλλά το θέλω και για μένα”. Καταπληκτικό το “Electric Rattlesnake” που προλόγισε το δίσκο πριν βγει, ενώ ο Blitz στα 53 του (τότε) παραδίδει μαθήματα ανθεκτικότητας στο χρόνο με την απόδοση του. Απορίας άξιον που βρέθηκε όλη αυτή η έμπνευση και γιατί ήταν τόσο καλά κρυμμένη επί σειρά… δεκαετιών, αλλά αν το “γαμώ και δέρνω” είχε τον ορισμό του δισκογραφικά, θα είχε σίγουρα τη φωτογραφία των Overkill της εποχής και των δίσκων που έβγαζαν. Και που να φανταζόμασταν κιόλας ότι θα αντέξουν κι άλλο. Πολύ κρίσιμο για την πορεία τους άλμπουμ, τους κράτησε σε εγρήγορση για τη συνέχεια.

“White Devil Armory” (Nuclear Blast Records, 2014)
Να χαρώ εγώ! Καλώς τα παιδιά, 3-0 που θα έλεγε κι ο Δάσκαλος Αλέφαντος. Κατά την προσωπική μου πάντα άποψη, το καλύτερο και σίγουρα πιο τσιτωμένο κι ενεργητικό άλμπουμ της 2ης νιότης των Overkill. Με το μπάσιμο του “Armorist” ο ακροατής ψάχνει τη χαμένη μπάλα και μαζεύει το σαγόνι του από το πάτωμα, είναι τόσο τσίτα η παραγωγή και οι ρυθμοί γενικότερα εδώ μέσα που έχουν βρει την κατάλληλη χημεία και ήχο και εκτοξεύουν την αδρεναλίνη τους όπως και των οπαδών. Ορισμός δίσκου που φτιάχτηκε με τις καύλες στο κόκκινο αλλά και δείχνοντας σε τι καλή διάθεση βρισκόταν το συγκρότημα Σκαρφάλωμα κι εδώ στο Billboard στο νούμερο 51 παρακαλώ με τη δημοτικότητα τους να θυμίζει λίγο Testament και αλωνίζοντας τις σκηνές σε θέσεις πολύ κοντά στους εκάστοτε headliners στα φεστιβάλ, οι Overkill όχι απλά δεν άφησαν το γκάζι αλλά έδειχναν να καταργούν και τη χρήση του συμπλέκτη σ’αυτό το δίσκο.

“The Grinding Wheel” (Nuclear Blast Records, 2017)
Τελευταίο άλμπουμ με την φοβερή σύνθεση Blitz/Verni/Linsk/Tailer/Lipnick και μέχρι σήμερα, τελευταίος ΥΠΕΡΔΙΣΚΟΣ για το συγκρότημα, καθώς δεν επαναλήφθηκε ΤΕΤΟΙΟ μακελειό. Τέταρτο σερί άλμπουμ που το συγκρότημα υπερέβη εαυτόν και έκανε τους οπαδούς να μην πιστεύουν τι ακούν, ενώ με την ακριβώς μια ώρα που διαρκεί (χωρίς εκπτώσεις, ούτε βερεσέ), είναι και το μεγαλύτερο άλμπουμ σε διάρκεια στην ιστορία τους. Με δίδυμο αρχής τα “Mean, Green, Killing Machine” και “Goddamn Trouble” δε γινόταν να χαθεί το παιχνίδι κι από τ’αποδυτήρια ο αντίπαλος κυνηγάει και δεν καλύπτει ποτέ την διαφορά που ανοίγει από νωρίς. Overkill on fucking fire στην κυριολεξία α λα NBA JAM εποχές που τα έβαζες από το κέντρο και τρομοκρατούσες τους πάντες. Πόσο κρίμα που δεν τους είδαμε εκείνη την εποχή, αλλά τουλάχιστον η “αδικία” θα αποκατασταθεί τώρα με τον καλύτερο τρόπο. Αν και το θεωρώ (παν)δύσκολο, μακάρι να μας χαρίσουν μέχρι να’ρθει το τέλος άλλο ένα τέτοιο άλμπουμ.

ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟ!
“Necroshine” (Steamhammer, 1999)
Στα δύσκολα ‘90s για τους Overkill, το “Necroshine” στο κλείσιμο της δεκαετίας θα έρθει για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα και να αποδειχθεί ένα φοβερό άλμπουμ ύστερα από 2 άλμπουμ που δίχασαν πολύ τους οπαδούς τους, ενώ και τα 3 άλμπουμ που ακολούθησαν, δεν το έφτασαν ούτε με το κυάλι. Με δίδυμο τον γνωστό και μη εξαιρετέο Joe Comeau που αγαπήσαμε από τους Liege Lord και Annihilator και τον συγχωρεμένο πλέον από το 2023 λόγω εμφράγματος Sebastian Marino στις κιθάρες, οι Overkill θα βγάλουν την κορυφαία τους κυκλοφορία με αυτή τη σύνθεση και θα δείξουν σημάδια ανάκαμψης που δυστυχώς -τουλάχιστον σε κανονικό δίσκο- δε θα κρατήσουν για πολύ. Το “Necroshine” χαιρετήθηκε ως πραγματικά ποιοτικό από όσους είχαν χάσει κάθε ελπίδα πριν την κυκλοφορία του και είναι όαση σε μια περίοδο ανομβρίας για το συγκρότημα. Δεν θέλω να ξέρω τι θα συνέβαινε αν δεν είχε βγει, ξέρω όμως καλά τι συνέβη μετά.

“Coverkill” (CMC International Records, 1999)
Ακριβώς την ίδια χρονιά και με κεκτημένη ταχύτητα προφανώς από την έμπνευση που είχαν στην περίοδο ηχογράφησης του “Necroshine”, οι Overkill ακολουθούν τη μόδα της εποχής και βγάζουν δισκάρα διασκευών. Διασκευάζουν 3 κομμάτια Black Sabbath (μερακλήδες, με “Changes”, “Never Say Die” και “Cornucopia”) και επίσης μεταξύ άλλων παίζουν εμβληματικά κομμάτια των Sex Pistols, Jethro Tull, Deep Purple, Kiss, Manowar (κι όμως!), Judas Priest, The Dead Boys και Ramones. Σαφώς μια τέτοια κυκλοφορία δε θα μπορούσε παρά να αρχίζει με το “Overkill” των Motorhead, ενώ είναι και η πρώτη κυκλοφορία του Dave Linsk με το συγκρότημα, ο οποίος παραμένει στο πόστο του αγέρωχος μέχρι σήμερα στα 62 του (Αμ πως)! Μπορεί το “Coverkill” να μην είναι κανονικός δίσκος αλλά αποδείχθηκε καίριο για να ανανεώσει την σχέση των παλιότερων οπαδών μαζί τους, ενώ πολλά παιδιά τους έμαθαν μέσω αυτών των διασκευών. Στα συν ότι μπορούσε να βρεθεί ως διπλό πακέτο με το “Necroshine” σε τιμή ενός.

“Immortalis” (Bodog, 2007)
Σφάξτε το μόσχο το σιτευτό, ο άσωτος γύρισε! Ένα πραγματικά ΣΩΤΗΡΙΟ άλμπουμ για το συγκρότημα εν έτει 2007 το οποίο τελειώνει ένα σερί με κυκλοφορίες που -για να το θέσουμε κομψότατα- μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς αυτές. Με κάθε ελπίδα χαμένη για ποιοτικό σύνολο, το “Immortalis” κάνει τη μεγαλύτερη έκπληξη όσον αφορά κυκλοφορία τους και προσδοκίες αυτής και δείχνει ζωή στο τότε πτώμα των Overkill. Πρώτο άλμπουμ της φοβερής σύνθεσης Blitz/Verni/Linsk/Tailer/Lipnicki που θα πάει καροτσάκι για 5 σερί άλμπουμ και θα δώσει νέες προοπτικές. Θυμάμαι να το ακούω και να μην πιστεύω τι γίνεται από τη χαρά μου, ορισμός δίσκου που έβαλα σε φάση “να δω τι μαλακία θα ακούσω πάλι” και από το “Devilis In The Mist” που κάνει το μπάσιμο, είχα χαμόγελο μικρού παιδιού. Τρομερές οι τσίτες του Randy Blythe των Lamb Of God στο “Skull And Bones” (ύμνος) και κλείσιμο από… τα παλιά με το φοβερό “Overkill V… The Brand”! Λύτρωση!

ΑΓΓΑΡΕΙΟΜΑΧΟΙ!
“I Hear Black” (Atlantic Records, 1993)
ΟΚ θα είμαι επιεικής, κανένα μα ΚΑΝΕΝΑ άλμπουμ δε θα μπορούσε να’χει διαφορετική τύχη από το “I Hear Black” ύστερα από τον κολοσσό “Horrorscope”. O Tim Mallare θα κάτσει για πρώτη φορά στο drum kit το οποίο και θα τιμήσει ως το 2009, όντας ο μακροβιότερος στην ιστορία της μπάντας (και παιχταράς παρά το σουλούπι του που ξεγελούσε), ενώ το δίδυμο Gant/Cannavino αυτή τη φορά δεν τα καταφέρνει τόσο τέλεια όσο στο “Horroscope”. Σαφώς και το αίτιο πτώσης και μη συνέχειας του τρομερού σερί έχει όνομα και δεν είναι άλλο από αυτό των Pantera, με τους Overkill να θέλουν κι αυτοί να γευτούν κομμάτι από την πίτα και να γυρνάνε το στυλ τους σε ξεκάθαρο groove ήχο, ο οποίος σαφώς και τους πάει μέχρι σήμερα πολύ, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι ήταν και η ιδανική κίνηση για την εποχή. Η πρώτη “απογοήτευση” ήταν γεγονός, παρότι με τα χρόνια αναγνωρίστηκε κάπως σαν δίσκος.

“W.F.O.” (Atlantic Records, 1994)
Πολύ γρήγοροι σε αντανακλαστικά οι Overkill αυτή τη φορά, κυκλοφορούν το επόμενο 7ο τότε άλμπουμ τους (30κατι χρόνια πριν ήταν ήδη στα 7!) μόλις 16 μήνες μετά τον προκάτοχο του. Σαφώς στο “W.F.O.” η κατάσταση είναι πολύ σε σχέση με το “I Hear Black”, καλύτερα τραγούδια, καλύτερη παραγωγή, καλά παιξίματα, ενώ στα καπάκια την επόμενη χρονιά θα έχουμε το φοβερό διπλό live άλμπουμ “Wrecking Your Neck Live” το οποίο θα έπρεπε να φιγουράρει στην πρώτη γραμμή πυρός αλλά αποφάσισα τελευταία στιγμή να ΜΗΝ βάλω και live άλμπουμ (εσάς που το διαβάζετε λυπήθηκα, όχι τίποτα άλλο). Τρίτο και τελευταίο άλμπουμ -και όχι καλύτερο σίγουρα- για τους Gant/Cannavino που αν μη τι άλλο έφυγαν με το κεφάλι κάπως ψηλά και όντας καλοί παίχτες αντικειμενικά. Σε σχέση με ότι ακολούθησε για μακρά περίοδο, το λες και πολυτέλεια σαν δίσκο το “W.F.O.” αλλά παραμένει μακριά από τα -αξεπέραστα να’μαστε δίκαιοι- στάνταρ που είχαν θέσει.

“The Wings Of War” (Nuclear Blast Records, 2019)
Πιστεύω θα θεωρήσετε ότι το αδικώ να ’ναι πιο χαμηλά σε βαθμίδα καθότι όντως δεν είναι κακό άλμπουμ, το αντίθετο. Άλλο όμως δεν είναι κακό, κι άλλο τι ακολούθησε, με τα 4 άλμπουμ της περιόδου 2010-2017 να το καταδικάζουν άμεσα στη σύγκριση από το πρώτο άκουσμα. Το “Last Man Standing” που ανοίγει το δίσκο και ήταν το πρώτο του δείγμα είχε κάνει τον κόσμο να αδημονεί και να περιμένει άλμπουμ ανάλογο των τεσσάρων προηγούμενων, το σύνολο όμως. Είσοδος του “γκαντέμη” όπως τον χαρακτηρίζω ΠΑΙΧΤΑΡΑ Jason Bittner, γνωστό από τους Shadows Fall κι έχοντας βοηθήσει κοτζάμ Anthrax παλιότερα, ο οποίος δεν έμελλε να κάνει τη διαφορά στη μπάντα όσο ο Lipnicki ενώ πράγματι τα έσπασε στα 2 άλμπουμ που συμμετείχε. Ωραίο άλμπουμ, διασκεδαστικό, με παραγωγάρα, αλλά κάτι λείπει στο τέλος, αυτό το “κάτι” που έκανε τα 4 προηγούμενα άλμπουμ να “φυσάνε” και να σε παίρνουν αμπάριζα. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες συνεχώς.

“Scorched” (Nuclear Blast Records, 2023)
Το τελευταίο μέχρι στιγμής άλμπουμ του συγκροτήματος. Είμαι βέβαιος ότι αν με το “Wings Of War” υπήρξαν γκρίνιες, εδώ θα τρώω καντήλια καθώς για λόγο που δεν (πολυ)καταλαβαίνω, άρεσε πάρα πολύ όταν βγήκε. Όπως βλέπετε, σκοπίμως έχω χωρίσει τα άλμπουμ σε κατηγορίες και σίγουρα κατ’εμέ πάντα, δε θα μπορούσε να βρίσκεται σε υψηλότερη βαθμίδα, και πάλι έχει τρομερά παιξίματα, παραγωγάρα, ο Blitz στα 64 παρακαλώ (!!!!) κάνει πλάκα σε όλους, αλλά σε μια δισκογραφία-κολοσσό με στιγμές που από την πρώτη στιγμή έμειναν στην ιστορία για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν εξυπηρετείται τόσο από το σύνολο, μέτρο σύγκρισης όπως και με τον προκάτοχο του η περίοδος 2010-2017 σαφώς και ούτε κατά διάνοια πιο πίσω, αλλιώς θα μιλούσαμε με διαφορετικά δεδομένα (και όχι πολύ υπέρ του δίσκου). Πολύ χαίρομαι που αρέσει σε φίλους, αλλά από τους Overkill ξέρουμε και μπορούμε πάντα να περιμένουμε (πολύ) περισσότερα. Εύχομαι το επόμενο να είναι καλύτερο.

ΓΙΩΤΑΔΕΣ!
“The Killing Kind” (CMC International Records, 1996)
Κι εδώ αρχίζουν οι τριγμοί επίσημα. Αν και θεωρώ ότι με τα χρόνια το “The Killing Kind” έφαγε περισσοτερη λέζα απ’όση άξιζε, ο κόσμος το καταδίκασε άνευ όρων στην εποχή του. Να σημειώσω ότι έγινε αντικείμενο συζήτησης όταν ο συγχωρεμένος Τάσος Σταματούκος έβαλε ένα ξεγυρισμένο 5 και μου είχε αναφέρει όταν είχα συναντηθεί μαζί του ότι παραλίγο να φάει “πέσιμο” από φανατικό της μπάντας που θεωρούσε ότι το αδίκησε. Νομίζω ότι ίσως κι εγώ να το αδικώ βρισκόμενο στην κατηγορία των γιωτάδων καθώς ειδκά το “Battle” είναι τραγούδι που δεν γράφεται ξανά ακόμα κι από τους ίδιους (νομίζω ξεπερνάει ότι τραγούδι υπάρχει στα επόμενα άλμπουμ) αλλά τι να κάνεις που οι εποχές ήταν δύσκολες και έβγαιναν και δίσκοι που άλλαζαν ζωές. Ακούγοντας το πρόσφατα από σπόντα, θυμήθηκα φοβερές στιγμές μέσα, αλλά η ιστορία απέδειξε ότι δεν κράτησε τον κόσμο ζεστό και σίγουρα ξεκινάει μια ταραχώδης περίοδο στο εσωτερικό τους.

“From The Underground And Below” (Steamhammer, 1997)
Κι εδώ πολύ γρήγοροι οι Overkill, που όταν τους έπιανε το υπερπαραγωγικό τους, ντρόπιαζαν τους πάντες. Μόλις ενάμιση χρόνο μετά το “The Killing Kind”, κυκλοφορούν το συγκεκριμένο άλμπουμ, το οποίο όσο και να θέλω, όσο και να προσπαθώ να το δω σφαιρικά, δεν μπορώ ειλικρινά να καταλάβω πως προκύπτει ότι είναι από τα πολύ αγαπημένα του Blitz! Έχει κι εδώ μέσα 2 κομματάρες βέβαια, το “It Lives” (γνώριμο να ανοίγουν δίσκους με τραγουδάρες) και το “Long Tiem Dyin’” αλλά θεωρώ ηρωική τη διαδικασία να το ακούσω όλο χωρίς να θελήσω να σκοπάρω κομμάτι. Ακόμα πιο απορίας άξιο είναι πως κατάφεραν να βγάλουν το “Necroshine” μετά από’δω, ευτυχώς τα κατάφεραν όπως και να’χει. Λατρεμένε μου Blitz, να’χεις όλα τα καλά του κόσμου, ειδικά τότε πέρασες ΠΟΛΥ δύσκολα με τον καρκίνο τον οποίο κι έστειλες από’κει πού’ρθε, αλλά ακόμα κι αν σου θυμίζει τη μεγάλη σου νίκη αυτό το άλμπουμ, πάλι δε μπορώ να συμφωνήσω και να σε καταλάβω, συγνώμη.

“Bloodletting” (Steamhammer, 2000)
Τα πραγματικά years of decay της μπάντας συνεχίζονται επί Steamhammer κι εκεί που έχουμε αναθαρρήσει με το “Necroshine” και το “Coverkill” και είμαστε σε μια φάση “άντε αγόρια μου, αφού μπορείτε”, πάρε το “Bloodletting” να σε προσγειώσει στην στυγνή -και στεγνή- πραγματικότητα. Ναι οκ, το “Thunderhead” που ανοίγει το άλμπουμ είναι υπερ-κόμματος. Και; Που τ’αφήσαμε μετά; Νομίζω δεν πρέπει να υπάρχει άλλος ψυχασθενής να το βάζει να παίξει ολόκληρο εκτός από μένα, κι αυτό γιατί μου αρέσει πολύ ο ήχος του και οι ερμηνείες του Blitz. O Comeau έχει φύγει πλέον από το συγκρότημα και βγαίνει με τη μπάντα τετραμελή και τις κιθάρες να έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου ο Linsk. Παικτικά; Όλα άψογα, όπως πάντα. Συνθετικά ένα μεγάλο ερωτηματικό στέκεται πάνω από το κεφάλι σου ενώ το ακούς. Δεν μιλάμε για κακό δίσκο αλλά είναι ρε παιδί μου ΑΔΙΑΦΟΡΟ, ως και βαρετό σε σημεία, επανάληψη της επανάληψης ω επανάληψη. Σκληρό!

“Killbox 13” (Spitfire Records, 2003)
Ο λόγος για τον οποίο έχω κάποια αμυδρά αισθήματα για τον δίσκο αυτό είναι ότι ήρθαν για 1η φορά στη χώρα μας και έκαναν στους δύσμοιρους Destruction αυτό που κανείς δε θέλει να πάθει από μπάντα που παίζει πριν από τον ίδιο. Μια εκρηκτική εμφάνιση-κωλονοσκόπηση προς τους αγαπητούς κατά τ’άλλα Γερμανούς με τη μπάντα δισκογραφικά να μη θυμίζει τίποτα από τον πρότερο καλό εαυτό της, αλλά που συναυλιακά έπαιρνε ψυχές και που μόνο τους Slayer είχα δει να είναι τόσο ισοπεδωτικά αποστομωτικοί. Όσα επίθετα μπορώ να βρω για αυτό που έκαναν εκείνο το βράδυ στην Υδρόγειο, άλλο τόσο δε θέλω να χαρακτηρίσω το σύνολο του δίσκου, το οποίο πέραν από -ξανά, ω του θαύματος- το εναρκτήριο κομμάτι “Devil By The Tail”, δεν έχει τίποτα άλλο να το θυμάσαι. Θέλει μεγάλη προσπάθεια να πέσεις σε τέτοια μανιέρα επαναλήψιμου υλικού και να μην μαθαίνεις από τα λάθη σου ενώ το υλικό δεν τσουλάει!

“ReliXIV” (Spitfire Records, 2005)
Και κάπου εδώ τελειώνει το μαρτύριο μου να προσπαθώ να θυμηθώ την άσχημη εποχή της μπάντας, καθώς και πάλι -πραγματικά ούτε συνεννοημένοι να ήταν- θυμάσαι μόνο το αρχικό κομμάτι -στην προκειμένη το “Within Your Eyes”- και μετά τίποτα άλλο. Δε μπορώ να σκεφτώ τι θα γινόταν αν συνέχιζαν σε τέτοιους ρυθμούς μη έμπνευσης, αλλά ξέρω ότι -μάλλον, ποιός ξέρει;- χειρότερα δε γινόταν να τα πάνε, άρα ότι πιάνει πάτο, νομοτελειακά κάποια στιγμή θα βγει στην επιφάνεια. Το πλέον εντυπωσιακό της εποχής της παρακμής είναι ότι οι D.D. Verni έβγαζε δισκάρες με το προσωπικό του πρότζεκτ The Bronx Casket Co., καλή ώρα την ίδια χρονιά έβγαλε το “Hellectric”, βάλτε το δίπλα στο “ReliXIV” και βγάλτε τα συμπεράσματα σας. Ο τίτλος προκύπτει από τον όρο “relic” δηλαδή “γηραιός” και πραγματικά ακούγονται σαν παλαίμαχοι εδώ που το Βραδυποριακός-Ταλαιπωριακός κάθε Μεγάλη Παρασκευή μοιάζει ματς Champions League μπροστά την τότε κατάντια τους κι επί σειρά πολλών ετών.

Όπως βλέπε έχουμε να κάνουμε με μια καριέρα που πέρασε δια πυρός και σιδήρου αλλά με τη μπάντα ΑΚΟΜΑ εδώ και θα τους δούμε μόλις για 3η φορά στη χώρα μας, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Αγαπάμε, σεβόμαστε και γονατίζουμε μπροστά στο μεγαλείο των Candlemass, αλλά αν δεν έχετε δει ζωντανά τους Overkill, δε μπορείτε να καταλάβετε την έννοια του “Σε παίρνει ο διάολος και σε σηκώνει” με αυτό που κάνουν. Χαιρόμαστε από τώρα με την έκπληξη που θα νιώσετε όσοι τους δείτε πρώτη φορά, οι υπόλοιποι ξέρετε πολύ καλά τι να περιμένετε. Με τη σειρά μας ευχαριστούμε τη μπάντα για την μέγιστη προσφορά της και ευχόμαστε να συνεχίσουν με το κεφάλι ψηλά για πολλά πολλά χρόνια ακόμα!
THEY DON’T CARE WHAT YOU SAY, FUCK YOU!
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας








