PAUL DI’ANNO: “Yesterday’s sorrows, tomorrow’s white lies…”


Η ζωή του Paul Di’Anno θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το σενάριο μιας κινηματογραφικής περιπέτειας — γεμάτης σκαμπανεβάσματα, με πολλές όμορφες αλλά και δύσκολες στιγμές, και με ένα φινάλε που σίγουρα μεταδίδει ένα σπουδαίο μήνυμα στον θεατή.

Ας πάρουμε, όμως, το νήμα της ιστορίας από την αρχή. Ένας ανήσυχος έφηβος, ο Paul Andrews, μεγαλώνει στα προάστια του βόρειου Λονδίνου τη δεκαετία του ’70 — μια περίοδο έντονης κοινωνικής και οικονομικής αναταραχής στη Βρετανία, όπου οι νέοι αναζητούσαν διέξοδο από τα προβλήματά τους και στη μουσική. Ήταν η εποχή που η punk βρισκόταν στο απόγειό της, η rock πειραματιζόταν με πιο σκληρούς ήχους, και μέσα από αυτό το δημιουργικό χάος γεννήθηκε ένα νέο μουσικό ρεύμα: το New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM).


The rest is history... Volume 1.


Ο Paul δοκίμασε τις φωνητικές του δυνατότητες σε διάφορα συγκροτήματα, μέχρι που το 1978 βρέθηκε στη νεοσύστατη τότε μπάντα του Steve Harris: τους Iron Maiden. Το 1980, ως Paul Di’Anno πλέον, τραγουδά στον ομώνυμο πρώτο δίσκο του συγκροτήματος — έναν από τους πιο εμβληματικούς δίσκους του είδους. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το Killers και το EP Maiden Japan, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία.



Ας είμαστε όμως ειλικρινείς: η επιτυχία, η δόξα και το χρήμα απαιτούν ψυχραιμία και ωριμότητα για να διαχειριστούν. Ο ευαίσθητος χαρακτήρας του Paul, σε συνδυασμό με την πλάνη στην οποία μπορεί να σε ρίξει η ξαφνική αναγνώριση, τον οδήγησαν σε καταχρήσεις και αλαζονικές συμπεριφορές. Αδυνατούσε πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός συγκροτήματος που από την αρχή έδειχνε πως θα γίνει τεράστιο. Μετά από μια σειρά ακυρώσεων εμφανίσεων και προβλημάτων, οι Iron Maiden αναγκάζονται να συνεχίσουν χωρίς εκείνον, επιλέγοντας στη θέση του τον ανερχόμενο Bruce Dickinson.


The rest is history... Volume 2.


Ωστόσο, οι ερμηνείες του Paul στους δύο πρώτους δίσκους των Maiden έμειναν στην ιστορία. Δεν αποτελούν απλώς σύμβολα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί· είναι μουσικά μνημεία, τραγούδια που μπορούν να ερμηνευθούν όπως τους αξίζει μόνο από τον αυθεντικό τους τραγουδιστή. Γιατί μόνο εκείνος μπορούσε να τους δώσει το ατόφιο συναίσθημα της πρώτης φοράς, τη ρομαντική αφέλεια της εφηβείας και την ωμή αλητεία — αν θέλετε — ενός γνήσιου Wrathchild, όπως ήταν ο Paul Di’Anno.



Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Paul προσπάθησε να σταθεί στον χώρο με διάφορα projects, όπως τα Di’Anno (1983–1985), Gogmagog (1985), Battlezone (1985–1989, 1998), Killers (1990–1997, 2001–2003) και άλλα. Ίσως μέσα από αυτά να επιδίωκε να αποτινάξει την ταμπέλα του “πρώτου τραγουδιστή των Iron Maiden”, και να αποδείξει ότι μπορούσε να ξεχωρίσει και πέρα από αυτή τη «σκιά» που τον στοίχειωνε.

Κάποια από τα projects γνώρισαν σχετική επιτυχία, αλλά τίποτα δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μαγεία των δύο πρώτων Maiden — και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο what if… της καριέρας του. Ο Steve Harris είχε διακρίνει τις δυνατότητές του και τον είχε επιλέξει για να δώσει φωνή στο όραμά του. Αναμφίβολα, ο Di’Anno διέθετε το ταλέντο και το χάρισμα για να γίνει σπουδαίος frontman. Όμως οι επιλογές ζωής του οδήγησαν το “πακέτο” σε κάτι τελείως διαφορετικό, κάτι που οι περισσότεροι άρχισαν αναπόφευκτα να συγκρίνουν με το πιο «νορμάλ» μουσικό πρότυπο του διαδόχου του. Έτσι, σταδιακά, ο Paul απομακρύνθηκε από το προσκήνιο και απασχολούσε κυρίως για τις περιπέτειές του εκτός μουσικής.



Ο αδυσώπητος χρόνος δεν αφήνει κανέναν άτρωτο — πόσο μάλλον έναν άνθρωπο με αυτοκαταστροφικές τάσεις, που έχει ήδη φθαρεί σωματικά και ψυχικά από τις επιλογές του. Η εικόνα του Paul τα τελευταία χρόνια ελάχιστα θυμίζε εκείνη των πρώτων ετών στους Maiden. Κι όμως, δεν έχασε ποτέ την εσωτερική του δύναμη, ούτε τη δύναμη που αντλούσε από τους οπαδούς του. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, αυτό ήταν που τον έκανε να πολεμήσει ξανά και ξανά με τους δαίμονές του και να βγει νικητής — έστω και λαβωμένος.

Μπορεί να εμφανιζόταν καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, αλλά η πεισματάρα ψυχή του δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Συνεχίζει να κάνει αυτό που αγαπά, να δίνει χαρά στον κόσμο, να ζει για το κοινό του. Πόσοι, αλήθεια, έχουν το κουράγιο — και τα balls — να κάνουν αυτό που καταφέρνει ο Di’Anno σήμερα;
Ελάχιστοι.

Υπάρχει ένας φανατικός πυρήνας οπαδών σε όλο τον κόσμο που διψά για τις ζωντανές του εμφανίσεις, και επιθυμεί να τον ακούει να τραγουδά εκείνα τα πρώιμα κομμάτια των Maiden, με τα οποία έχει ταυτιστεί. Αυτό αποδεικνύεται σε κάθε του εμφάνιση τις τελευταίες δεκαετίες.

Κι επειδή οι ευκαιρίες να συναντήσεις και να τιμήσεις έναν καλλιτέχνη που σημάδεψε τη ζωή σου μέσα από τη φωνή και τα τραγούδια του είναι σπάνιες — είναι υποχρέωσή μας να είμαστε εκεί, κάθε φορά που μας δίνεται η δυνατότητα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα είναι η τελευταία φορά. Και, στο τέλος, το να μετανιώνεις για κάτι που δεν έκανες, είναι πάντα χειρότερο από το να μετανιώσεις για κάτι που έκανες.

"Yesterday’s sorrows, tomorrow’s white lies…"

Η ξαφνική είδηση του θανάτου του “δικού μας” Παύλου, το απόγευμα της 21ης Οκτωβρίου 2024, σόκαρε τους φίλους και θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο.



Μπορεί στη θνητή ζωή του να έζησε ως wrathchild ή prodigal son και να λοιδορήθηκε από πολλούς για τις επιλογές του....ωστόσο αγαπήθηκε από ακόμη περισσότερους ... και κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει πως η φωνή του θα στοιχειώνει για πάντα τις αναμνήσεις των πρώτων ακουσμάτων μας στο σκληρό ήχο... 

Αναπαύσου εν ειρήνη Paul.

Σε ευχαριστούμε.

R.I.P.

Κείμενο: Βιβή Ζαπαντιώτου

Comments