Προακρόαση: BATTLEROAR – “Codex Epicus”

Ημερομηνία δημοσίευσης: 28 Μαΐου 2018

 

Απόγευμα Σαββάτου και τι καλύτερο από μία προακρόαση νέου δίσκου και μάλιστα ενός Ελληνικού συγκροτήματος και σε πολύ φιλόξενο περιβάλλον. Ας τα πάρουμε από την αρχή διότι η μέρα ήταν ιδιαίτερη και στο τέλος οι λεπτομέρειες είναι αυτές που μετράνε. Πριν παραβρεθώ στην προακρόαση, έδωσα το παρόν στην πολύ όμορφη έκθεση Metal Illustration Art - An Exhibition που έλαβε χώρο στο Underflow Record Store & Art Gallery. Εκεί λοιπόν μεταξύ άλλων και χωρίς να έχω ιδέα τι θα ακολουθήσει, υπήρχαν έργα και του δημιουργού του εξώφυλλου του νέου δίσκου των Battleroar, ''Codex Epicus'' για τον οποίο και μαζευτήκαμε στο πανέμορφο και πολύ ζεστό Salida στο Αιγάλεω, πάρα πολύ κοντά στο μετρό της περιοχής και με τον Θέμη, ιδιοκτήτη του μαγαζιού, να μας καλωσορίζει με χαμόγελο παρά την αργοπορία μας, ας όψεται ο συρμός που κόλλησε για κάνα 20λεπτο και τον ήπιε η μισή Αθήνα ομαδικώς. Το πανέμορφο εξώφυλλο του δίσκου λοιπόν επιμελήθηκε ο Βαγγέλης Πετίκας, ένας καλλιτέχνης που συνδυάζει πολύ το μαύρο με τα έντονα χρώματα και στην περίπτωση του δίσκου, η αισθητική του ταιριάζει γάντι, ενώ όσον αφορά το αγαπημένο μου χρώμα, το κόκκινο, του δίνει πολύ ωραίους τόνους και είναι το μεγάλο του ατού, σε πολλές δουλειές του θα το δείτε να γίνεται σαν έντονο πορφυρό και τραβάει με τη μία το μάτι να πέσει πάνω του.

 

 

Σε συνδυασμό με την άψογη φιλοξενία του χώρου και το θερμό καλωσόρισμα και από τα μέλη του συγκροτήματος, αρκετοί συνάδελφοι δώσανε το παρόν, σε μία πιο ''πριβέ'' πρώτη παρουσίαση του δίσκου, καθώς η επίσημη παρουσίαση του (και) για το κοινό θα γίνει την ημέρα κυκλοφορίας του, στο μπαρ Αλχημιστής στην Πετρούπολη, στις 15 Ιουνίου. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα Devasounds Studios με παραγωγό τον Θύμιο Κρίκο, κιθαρίστα των Innerwish, 2η συνεχόμενη φορά που δουλεύουν μαζί του, με το αποτέλεσμα να είναι πραγματικά φοβερό και τον δίσκο να έχει μία πολύ δυνατή και πεντακάθαρη παραγωγή που αναδεικνύει κάθε όργανο και δίνει έναν πολύ ωραίο όγκο και μοντέρνο αέρα στο αποτέλεσμα, μοντέρνο με βάση τις απαιτήσεις του σήμερα και χωρίς σε καμία περίπτωση να χάνεται ο χαρακτήρας του συγκροτήματος. Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει μέσω της Cruz Del Sur Music, με την οποία υπάρχει άψογη σχέση όπως μας είπαν τα παιδιά και τους άρεσε πολύ το υλικό που έφερε η μπάντα (και) αυτή τη φορά. Αρχές του περασμένου Νοέμβρη άρχισαν οι ηχογραφήσεις, με τύμπανα, κιθάρες, μπάσο, φωνητικά και χορωδίες να ηχογραφούνται με τη συγκεκριμένη σειρά. Ρόλο άτυπου παρουσιαστή ανέλαβε ο κιθαρίστας Κώστας Τζώρτζης, ο οποίος είναι και το μοναδικό μέλος σε σχέση με το παρελθόν, καθώς η μπάντα υπέστη ολικό λίφτινγκ και πλέον έχουμε τον Μιχάλη Κοντογιώργη συνοδοιπόρο του στις κιθάρες, τον Sverd στο μπάσο και τον Γρηγόρη Βλάχο στα τύμπανα, ενώ τα φωνητικά ανέλαβε ο συνήθης ύποπτος Gerrit Mutz των Sacred Steel. Aς δώσουμε μία γεύση από το τι ακούσαμε για να ξέρετε τι να περιμένετε:

 

1) Αwakening The Muse (2:07): Η εισαγωγή του δίσκου που περιλαμβάνει χορωδιακό μέρος, από μία χορωδία που αποτελείται από 8 άτομα, επαγγελματίες όπως μας είπε το συγκρότημα και από τον τρόπο που μας τους περιέγραψαν, αισθάνθηκα ότι θεωρούν τους εαυτούς τους τυχερούς που συνεργάστηκαν όλοι μαζί. Κάποια λίγα πλήκτρα υπάρχουν μόνο στην εισαγωγή, στα υπόλοιπα κομμάτια ότι ακούσαμε αποτελείται αποκλειστικά από τους 8 υποφαινόμενους. Το κατάλληλο ξεκίνημα για να σε μπάσει στην ατμόσφαιρα του δίσκου και να σε προετοιμάσει για τη συνέχεια που έρχεται.

 

 

2) We Shall Conquer (7:46): Το 2o μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου, ακολουθεί την εισαγωγή με ένα όμορφο σφυριχτό/σχεδόν στροβιλιζόμενο riff, ενώ με το μπάσιμο της φωνής που οδηγεί σύντομα στο ρεφρέν, νιώθεις ότι το βασικό θέμα ακούγεται δυνατότερο σε ένταση. Το θέμα επαναλαμβάνεται και έχουμε break με αργό riff για να ακολουθήσει φοβερό solo και ξανά αργό σημείο, μέχρι να οδηγηθούμε στην ιαχή ''hail, hail, hail''. Πολύ όμορφο σημείο μπάσου με ψιθυριστά φωνητικά για τη συνέχεια, ρυθμικό σόλο με ιαχές από πίσω (οοοο οοοο οοοο) και γενικά ιδανικό κομμάτι που παίζουν στο κόκκινο όλοι, με χαρακτηριστικά τα tapping στα σόλο κιθάρας, ακόμα και στο μπάσο!

 

 

3) Sword Of The Flame (7:25): Ένα κομμάτι στο οποίο τα φωνητικά, τους στίχους συν ένα σόλο (το τελευταίο του κομματιού) έχει αναλάβει ο μεγάλος Mark Shelton των Manilla Road (σεβασμός, μετάνοιες, περηφάνια)! Τα φωνητικά του ακούγονται πολύ κοντά στις απαγγελίες του Orson Wells στα θρυλικά κομμάτια των Manowar παλιότερα, θεωρητικά ξεκινάει υποτονικά αλλά το τέμπο ανεβαίνει σταδιακά, το κομμάτι βαραίνει κρατώντας την αργή προσέγγιση και έχουμε μία φοβερή απότομη αλλαγή με φοβερή σολάρα που ανεβοκατεβαίνει σε κλίμακες για να κλείσει το κομμάτι απαλά και με ακουστικό σημείο.

 

 

4) Chronicles Of Might (6:22): Ξεκίνημα με δυνατά, ρυθμικά, σχεδόν τελετουργικά τύμπανα και έχουμε ένα γλυκό κιθαριστικό σημείο που καταλήγει σε στακάτο riff, επανάληψη του βασικού θέματος και επικό κουπλέ και ρεφρέν, άλλο ένα όμορφο βαρύ σημείο από πίσω και αισθάνεται ο ακροατής ότι ανεβαίνει η ένταση στη 2η στροφή του κομματιού. Η συνέχεια είναι πομπώδης και επική όπως αρμόζει στην περίσταση, ενώ μπαίνει μία σολάρα που σκίζει πάτους πραγματικά. Μία επανάληψη του αρχικού θέματος των τυμπάνων θα κλείσει το κομμάτι, γενικώς η δύναμη με την οποία βαράει ο Γρηγόρης στο δίσκο καλύπτει σε σημεία ακόμα και τα βαριά ρυθμικά κιθαριστικά μέρη και τονίζει την επική χροιά.

 

 

5) The Doom Of Medusa (8:21): To 8μιση λεπτών έπος τοποθετημένο στη μέση του άλμπουμ, έξυπνη κίνηση! Ακουστική αρχή, μπάσιμο που ανεβάζει το τέμπο στη συνέχεια και για κάποιο λόγο νιώθεις λες και καλπάζουν άλογα γύρω σου που εφορμούν στη μάχη, στη συνέχεια το τέμπο μειώνει ταχύτητα αλλά αυξάνει βαρύτητα, ακούμε ήχους θάλασσας σαν sample και ένα καλπάζων riff μας πιάνει απροετοίμαστους, με τη φωνή του Gerrit να ανεβάζει τόνο ενώ το σόλο παρέα με τη δυνατή δίκαση οδηγούν σε fade out που μας φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα ακουστικό σημείο με το οποίο και θα κλείσει το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του δίσκου!

 

 

6) Palace Of The Martyrs (5:28): Το κομμάτι με το αγαπημένο μου σημείο του δίσκου. Εξηγούμαι άμεσα. Αργή επική αρχή, αργή δίκαση στο background που φέρνει αλλαγή με δυνατά τύμπανα (έσπειρε το σημείο) ενώ στη συνέχεια, απλά απόλαυση για τα αυτιά: Ένα σημείο γρήγορο, βαρύ και στακάτο κι ένα riff βγαλμένο από την πυροβολαρχία των μεγάλων Bolt Thrower, χωρίς υπερβολή την ώρα που το ακούσαμε όλοι οι συνάδελφοι πάθαμε πλάκα, μακάρι να είχαν και οι Memoriam του Karl Willets έστω ένα τέτοιο riff στα δύο αχρείαστα άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει... Η αλλαγή σε πομπώδες σημείο κλείνει το κομμάτι, ένα κομμάτι που μπροστά στα προηγούμενα καταλαβαίνεις ότι είναι αισθητά μικρότερο σε διάρκεια.

 

 

7) Κings Of Old (4:25): Κι όμως, υπήρχε και μικρότερο κομμάτι για τη συνέχεια, το οποίο γρήγορα κάνει την αλλαγή του κι από το χορωδιακό μέρος αλλάζει σε γρήγορο στακάτο κιθαριστικό καλπασμό, για να πιάσει ένα υμνικό πομπώδη ρυθμό και να τον διατηρήσει σχεδόν μέχρι τέλους. Μαζί με το ''Palace Of The Martyrs'', σε λιγότερο από 10' δίνουν έναν άλλο τόνο στο δίσκο και είναι τα δύο κρυφά χαρτιά που αναμένεται να εξελιχθούν και σε μελλοντικούς συναυλιακούς ύμνους, ενδείκνυνται και λόγω δομής και λόγω διάρκειας!

 

 

8) Enchanting Threnody (7:24): Ξεκίνημα σαν παραδοσιακό Ελληνικό τραγούδι, μας μετέφερε πολύ πίσω σε θύμησες, break με τύμπανα που οδηγούν σε ανεβαστικό σημείο με δυνατά και στακάτα riff και σόλο στο background, ένα κομμάτι στο οποίο συμμετέχει και ο Ευθύμης Καραδήμας των The Slayerking/Nightfall και τον καταλαβαίνει κανείς από το γνώριμο ύφος του ακόμα κι αν δεν γνωρίζει για τη συμμετοχή του. Πρακτικά μιλάμε για το τελευταίο κομμάτι του δίσκου (στην έκδοση βινυλίου) και τι καλύτερο για τέλος από το να διαλύσει ο Γρηγόρης τα τύμπανα με το παίξιμο του και να αφήσει την τελευταία γερή δόση κοπανήματος να κρατήσει έντονη την ανάμνηση των όσων προηγήθηκαν πριν!

 

 

9) Stronghold (5:35): Το κομμάτι με το οποίο στην ουσία μας παρουσιάστηκε η νέα σύνθεση της μπάντας στο περυσινό split με τους Omen (που συμμετείχαν με το ''Up From The Deep''). Ενεργητικό, με πολλές δυναμικές και ξεκάθαρα συναυλιακό κομμάτι, νιώθω την επανεκτέλεση λίγο πιο σωστά παιγμένη και πιό δυνατή και καθαρή σε ήχο, ελάχιστα μεγαλύτερο το κομμάτι (καμιά 20'', μη φανταστείτε) και γενικώς όσοι το αγκαλιάσανε πέρυσι, θα το λατρέψουν σίγουρα και στη νέα του μορφή.

 

 

Εν ολίγοις πιστεύω ότι οι Battleroar βγαίνουν για άλλη μία φορά αλώβητοι από μία συνθετική διαδικασία που αποτέλεσε σίγουρα πρόκληση. Δεν είναι εύκολο τρία νέα μέλη να προσαρμόζονται τόσο καλά, κι όμως η χημεία τους δείχνει -ακουστικά πάντα, μένει να το δούμε κι επί σκηνής με το νέο υλικό- φοβερή για την ώρα και απ' ότι φαίνεται ο Κώστας πέτυχε διάνα στην επιλογή μελών. Ατού του δίσκου ότι κρατάει το ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, είναι πολυδιάστατος χωρίς να επικεντρώνει απαραίτητα στην επικούρα, ή τη βαρύτητα, ή την ταχύτητα, ακόμα και το νοσταλγικό συναίσθημα κάποιων σημείων, καταφέρνει να τα ενσωματώσει όλα μαζί σε ισόποσες δόσεις στις σωστές στιγμές μέσα στα κομμάτια και παρ' ότι έχουμε 4 κομμάτια άνω των 7', δεν κουράζουν και με τις δομές τους απλώνονται όμορφα σε κάτι που θα κρατήσει τους ακροατές συντονισμένους. Δεν το συζητώ ότι οι παλιότεροι οπαδοί θα στηρίξουν με θέρμη, νομίζω όμως ότι αυτή τη φορά ίσως αποκτήσουν και νέο πυρήνα οπαδών και ότι αρκετά μικρότεροι σε ηλικία μπορεί να ταχθούν στο πλευρό τους. Το όνομα της μπάντας και η αξία της μέσα στα χρόνια είναι εγνωσμένα, νομίζω είμαι ο τελευταίος που μπορώ να μιλήσω και να αναλύσω οτιδήποτε επ' αυτού. Αυτό που με χαροποίησε κυρίως και με όλη την ειλικρίνεια που με διακατέχει, είναι ότι ενώ το τελευταίο πράγμα που θα κάτσω να ακούσω γενικότερα είναι κάτι σαν αυτό που παίζουν τα παιδιά, εντούτοις κάθε φορά που βγάζουν δίσκο αποζημιώνουν τον νοσταλγικό μου εαυτό και πάντα έχω αυτό το χαμόγελο όταν άκουγα κάτι τέτοια στα τέλη των '80s/αρχές των '90s, πριν με κερδίσουν άλλοι ήχοι στην πορεία, περισσότερο ακραίοι και πειραματικοί. Θα ήθελα να γίνει γνωστό ότι το κλίμα ήταν πραγματικά ζεστό και πέρα από τα πλαίσια της προακρόασης, νιώσαμε περισσότερο σαν μία ωραία ατμόσφαιρα (που έλεγε κι ο αείμνηστος Ντίνος Ηλιόπουλος), παρά ότι παραβρεθήκαμε εκεί για δουλειά και κριτική. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά από τη μπάντα που με τέτοιο δίσκο δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν και σε όλο το προσωπικό του Salida που με χαμόγελο και θετική διάθεση μας φτιάξανε το Σαββατόβραδο! Πάντα τέτοια!

 

Για το Rock Overdose,

Δημήτρης Αλόρας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Comments