Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας
30 χρόνια κλείνουν φέτος από τη μέρα που ο Michael Amott πήρε την απόφαση να φτιάξει ένα νέο μεταλλικό σχήμα, καθώς εν έτει 1992 και όσο βρισκόταν ακόμα στους Carcass, από τους οποίους έφυγε ένα χρόνο μετά, είχε φτιάξει τους πιο παραδοσιακά ροκ Spiritual Beggars. Οι Arch Enemy είδαν το φως αυτού του κόσμου εν έτει 1995 και φέτος στον εορτασμό των 30 ετών τους, έρχεται το 12ο πλήρες άλμπουμ τους να ενισχύσει το εορτινό της ατμόσφαιρας γύρω από το συγκρότημα. Οι Arch Enemy όπως κάθε μεγάλο συγκρότημα που έχει κερδίσει πάρα πολλούς οπαδούς, έχουν γίνει αντικείμενο συζήτησης είτε με ακραιφνές μίσος, είτε με υπέρμετρη αγάπη, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που κάποιος θα μείνει αδιάφορος, όλο και κάτι θετικό ή αρνητικό θα’χει να προσάψει. Βέβαια από όταν μπήκαν στη νέα χιλιετία και έπειτα, λίγο τους ένοιαξε τι έλεγε ο καθένας και οι ίδιοι έβλεπαν την πορεία και καριέρα τους να εκτοξεύεται. Μπορεί πολλοί κακεντρεχείς να θεωρούν ότι κλειδί της επιτυχίας ήταν αρχικά η Angela Gossow και πλέον η Alissa White-Gluz, κοινώς έφταιγε μία γυναίκα και τότε και τώρα για το ότι μπήκαν και σε σπίτια και ηχεία που δεν φανταζόντουσαν, αλλά αυτό σίγουρα είναι μέρος της αλήθειας και δη μικρό.
Όσο φωνάρες κι αν είναι και οι 2 στα μάτια του κόσμου, όσο κούκλες -ή και μη- κι αν τις θεωρεί οποιοσδήποτε, τίποτα δε θα γινόταν χωρίς το υλικό των ΑΕ να σκοτώνει πολλάκις. Ειδικά οι 5 πρώτοι δίσκοι (για μας τους παλιούς οπαδούς ειδικότερα οι 3 πρώτοι) είναι λίαν αυστηρώς αψεγάδιαστοι. Από εκεί και έπειτα, τα τελευταία 20 χρόνια δηλαδή, άρχισε να μπαίνει όλο και περισσότερο στο παιχνίδι η αμφισβήτηση, θέλετε γιατί άλλοι πίστευαν ότι επαναλαμβάνονται, θέλετε γιατί η μελωδία είχε αρχίσει να επικρατεί κατά πολύ της βαρύτητας, θέλετε γιατί η Angela ακουγόταν κάπως πιο μονοκόμματη και η Alissa μέχρι να βρει τα πατήματα της, ήταν αυτή που αντικατέστησε την Angela απλά, υπάρχει μια ταραχώδης περίοδος μεταξύ 2005-2017 όπου πάρα πολλοί έστρεψαν τα βέλη τους έναντι του συγκροτήματος. Θεωρώ όμως πολύ καίρια την κυκλοφορία του “Will To Power” το 2017, που τους έβαλε πολύ γερά ξανά στο χάρτη και παρά το μεγάλο διάστημα που έκανε να βγει ο διάδοχος “Deceivers”, για την ακρίβεια το μεγαλύτερο της καριέρας τους, έγινε κι αυτό δεκτό με μεγάλη θέρμη, πράγμα που κάνει το νέο άλμπουμ “Blood Dynasty” να έχει να διαδεχθεί 2 άκρως επιτυχημένα εμπορικά και συνθετικά άλμπουμ, έργο δύσκολο σε κάθε περίπτωση.
Πάρα πολλοί στεναχωρέθηκαν με τη φυγή του Jeff Loomis από τη μπάντα, αλλά ευτυχώς έχουμε ευχάριστα νέα. Ο Αμερικάνος -και πάλι- αντικαταστάτης του ονόματι Joey Concepcion είναι μία ιδανική προσθήκη για το συγκρότημα. Όντας ο νεανίας στη μπάντα πλέον, μόλις στα 34 του, φέρνει ένα αέρα ανανέωσης στη μπάντα και συμβάλλει με το παίξιμο του στο να καταλήξει ο νέος δίσκος ως ένα απόλυτα κιθαροκεντρικό άλμπουμ, η μεγάλη δύναμη που είχαν πάντα οι Arch Enemy δηλαδή. Δεύτερο μεγάλο καλό οι διάρκειες των κομματιών που έχουν απίστευτη συνοχή μεταξύ τους. Το μικρότερο κομμάτι (“A Million Suns”) διάρκειας μόλις 3:45, διαδέχεται το μεγαλύτερο -κι εκ των κορυφαίων του δίσκου- κομμάτι “March Of The Miscreants διάρκειας ξανά μόλις 4:49. Όταν λοιπόν έχουμε 10 κομμάτια (κι ένα ιντερλούδιο στη μέση ονόματι “Presage) με απόκλιση μόλις ενός λεπτού μεταξύ τους, κατανοείτε ότι αν μη τι άλλο ο δίσκος είναι πολύ εύκολα αφομοιώσιμος και μιλάμε μέσα σε όλα για κομμάτια που σου καρφώνονται και κατευθείαν στο μυαλό. Όχι ότι αυτό δε συνέβαινε πάντα με τους ΑΕ άλλωστε, αλλά είναι τέτοια η αύρα του “Blood Dynasty” που καταρρίπτει εύκολα τυχόν αμφιβολίες και κερδίζει τον ακροατή με την ειλικρίνεια που βγαίνει και φυσικά το κορυφαίο τεχνικά παίξιμο τους.
Με 4 κομμάτια ήδη γνωστά, τα “Dream Stealer” που ανοίγει μπομπάτα το δίσκο, το τελειωτικό “Liars & Thieves”, το ομότιτλο κομμάτι και το πραγματικό tribute στους Judas Priest “Paper Tiger” με τον τέρμα ‘80s ρυθμό τους, έχει ήδη (δια)φανεί το στυλ του δίσκου και είναι βέβαιο ότι στις μελλοντικές τους συναυλίες τα περισσότερα αν όχι όλα, θα βρουν το δρόμο τους στο σετ της μπάντας και πάλι θα ξεσηκώσουν χιλιάδες αν όχι εκατομμύρια οπαδούς εκεί έξω. Κιθαριστικά και ο Amott και ο Concepcion παίζουν παπάδες, ειδικά όταν μάχονται μεταξύ τους στα σόλο ακούγονται οργασμικοί. To rhythm section σκίζει, ο Sharlee D’Angelo έχει πλέον παίξει σε 40 άλμπουμ, δεν καταλαβαίνει Χριστό, ο Daniel Erlandsson βελτιωμένος και πιο γρήγορος σε κάθε δίσκο (η αλήθεια είναι ότι όλοι μας προτιμάμε τον αδερφό του Adrian), η Alissa σαν να μην πέρασε μια μέρα φτύνει στίχους και πώρωση, όλα στην εντέλεια. Μεγάλη εντύπωση θεωρώ θα προκαλέσει η διασκευή του Γαλλόφωνου “Vivre Libre” των Γάλλων παλαιακών metallers Blaspheme, που το ξέθαψαν αυτό και είδαν το όνειρο να το διασκευάσουν δεν ξέρω, αλλά το έχουν κάνει τέλειο και προσφέρει και μια διαφορετική νότα. Πρέπει να τονίσω πόσο κομματάρα είναι το μη γνωστό “Illuminate The Path”.
Το ίδιο ισχύει και για το “March Of The Miscreants” (groove από άλλη εποχή) και το ψαρωτικό “The Pendulum”. Έτσι αποκαλύπτεται πολύ γρήγορα το παζλ που κρύβει το “Blood Dynasty” το οποίο οδηγεί την μπάντα με ασφάλεια σε ένα άμεσα πετυχημένο όπως θεωρώ ότι θα αποδειχθεί άλμπουμ και φτιάχνει μία γαμάτη τριλογία μαζί με τα “Will To Power” και “Deceivers”. Μπορεί στην αρχή να φανεί ότι δεν έχει τα κομμάτια που θα μπορούσαν να γίνουν τόσο μεγάλα hits όσο τα αντίστοιχα των 2 προηγούμενων άλμπουμ, αλλά η δύναμη του κρύβεται στο σύνολο του και ειδικά στον ήχο του. Η πρόκριση της κιθάρας με φοβερά στακάτα riffs και σολάρες που καρφώνουν στο πρώτο άκουσμα, είναι ο ήχος που ταιριάζει ξεκάθαρα στους Arch Enemy. Δεν φείδεται μελωδιών ο δίσκος, αλλά ευτυχώς για όλους μας είναι σε ισχυρά λιγότερες δόσεις από το παρελθόν. Θα μπορούσα σε σημεία να το χαρακτηρίσω και ως το πιο heavy metal άλμπουμ τους από την άποψη ότι έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τις γνωστότερες παλιές μεταλλικές μπάντες, αλλά είναι τέτοιο το στυλ τους που το προσαρμόζουν πανεύκολα στις δικές τους απαιτήσεις. Τo “Blood Dynasty” είναι ένα ακόμα σπουδαίο άλμπουμ στην ιστορία τους και κρύβει μέσα του πλούτο που θα εκτιμηθεί με τις επαναλήψεις των ακροάσεων.
Βαθμολογία: 83/100
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας



