AXEL RUDI PELL – “Ghost Town”


Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας 

Καλώς τον Γερμαναρά της καρδιάς μας για νιοστή φορά στην ιστορία. Έχουμε φτάσει εν έτει 2026 και πλέον κάθε χρονιά, η είδηση είναι να ΜΗΝ βγάλει κάτι νέο ο μεγάλος Axel Rudi Pell, ο οποίος πετάει τη μία αλμπουμάρα μετά την άλλη και ειδικά τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εκπληκτική κατάσταση. Τέτοια υπερπαραγωγικότητα τη βρίσκουμε μόνο στους Rage που κι αυτοί ανά ενάμιση-δυο χρόνια μας προσφέρουν κάτι νέο μια και ο Peavy όπως κι ο Axel δε βάζουν κώλο κάτω. Κι αν ο Πίβης κάθε φορά προσπαθεί κάτι να αλλάξει, o Axel δεν αλλάζει και πολλά -ως και τίποτα για πολλούς- καθώς πιστεύει (σωστά κατ’εμέ) στην ρήση “ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει” και “συνταγή επιτυχημένη πρέπει να επαναλαμβάνεται”. 21 άλμπουμ στα οποία πάρα πολλοί ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν χαιρέκακα ότι αλλάζει μόνο ο τίτλος, το εξώφυλλο και οι στίχοι και τίποτα άλλο. Και που είναι το πρόβλημα αλήθεια θέλω να ρωτήσω. Από τη στιγμή που ο ίδιος βγαίνει στον αφρό κάθε φορά και που έχει το χάρισμα κάθε τραγούδι να γίνεται πιασάρικο με τη μία, γιατί να αλλάξει αυτό που τον κάνει πετυχημένο και του βγάζει και τα προς το ζην στην τελική; Τα πράγματα είναι απλά μη θέλοντας ανάλυση.

Τοποθετώ την συνθετική του ακμή εδώ και 10-15 χρόνια στον υψηλότερο δυνατό βαθμό, βέβαια ίσως εμένα να μην πρέπει να με πάρετε και τόσο στα σοβαρά καθότι ποτέ δεν έκρυψα πόσο τον αγαπώ, αλλά ο λόγος που τον αγαπώ είναι και η σταθερότητα της ποιότητας του και πιστεύω ακράδαντα ότι δεν έχει δίσκο κάτω του 7.5 (ή 75/100 με τα δικά μας δεδομένα στο περιοδικό) που ξέρω ότι πολλοί θα συμφωνήσουν με αυτό και πολλοί θα διαφωνήσουν, μιλάμε εξάλλου για προσωπική πάντα άποψη και θεωρώ ότι παρότι δεν έχει κάτι να κρύψει μουσικά από κανέναν, υπάρχει ένα μυστικό που αφορά τις δουλειές του. Κι αυτό είναι ότι όταν τις ακούς επανειλημμένα και δεν κουράζεσαι αλλά γουστάρεις και περισσότερο κάθε φορά, αυτό λέει πάρα πολλά. Το νέο άλμπουμ “Ghost Town” συνεχίζει εκεί που σταμάτησε το φοβερό “Risen Symbol” που για πολλούς ήταν και το κορυφαίο του άλμπουμ εδώ και πολλά χρόνια, πράγμα με το οποίο εν μέρει συμφωνώ κι αυτό είναι που ενισχύει και το “Ghost Town” σαν σύνολο, καθώς είναι σχεδόν ισάξιο του προκατόχου του, αν όχι για κάποιους καλύτερο, ποιοτικά ειδικά δεν θα βρούμε διαφορές καθώς έχουμε από τη αρχή ως το τέλος τραγουδάρες που σε συνοδεύουν με τις ακροάσεις όλο και βαθύτερα.



O Axel έχει φροντίσει στα τελευταία άλμπουμ και ίσως περισσότερο από ποτέ να τονίζει τις δυναμικές του σταθερότατου line-up, με κύριο χαρακτηριστικό τις δυνατές του κιθάρες αλλά και τον πεντακάθαρο δυνατό ήχο στα τύμπανα του βετεράνου Bobby Rondinelli, ο οποίος σαν παλιά καραβάνα ξέρει τι και πως θα χτυπήσει χωρίς να υπερβάλλει. Οι ρυθμοί λίγο πολύ είναι οι γνωστοί, ανεβαστικό τέμπο που σε σημεία θα μπορούσε να είναι υλικό την καλή εποχή του power metal στα ‘90s, με τη διαφορά ότι κυριαρχεί αυτό το heavy metal meets hard rock των καταβολών του ηγέτη της μπάντας, καθώς όταν είσαι παιδιί -πνευματικό και μη- του Blackmore, δε γίνεται να μην το βγάζεις και στον ήχο σου. Ξεκίνημα του δίσκου με το καταπληκτικό “Guillotine Walk”, ένα από τα κορυφαία opener της ιστορίας του Γερμανού τροβαδούρου της αγάπης, με έναν Johnny Gioeli σε τρομερή φόρμα, με το αισθαντικό αλλά και παράλληλα νευρικό στυλ του να κάνει τη διαφορά, ενώ έχουμε φοβερό ήχο και στο μπάσο του διόσκουρου του ηγέτη, Volker Krawczak και τα πάντα εύστοχα και καίρια πλήκτρα του Ferdy Doernberg να γεμίζουν όμορφα τον ήχο. Παραγωγάρα μεγάλη, φιλική στο αυτί, όλα πεντακάθαρα και στη γνωστή διάρκεια που πάντα παίζει εκεί στη μία ώρα.

Το μόνο που πρακτικά περιμένει ο ακροατής -σαφώς απευθυνόμενοι στο φανατικό του κοινό γιατί οι υπόλοιποι έχουν φτάσει σε σημείο να μη θέλουν να τον βλέπουν και να τον ακούν, μυστήριος ο κόσμος- είναι να δει αν και πόσες τραγουδάρες θα ακούσει και σε τι μοτίβο. Έτσι έχουμε συνεργασία που και να έλειπε δε θα παθαίναμε τίποτα, με τον Udo Dirkschneider να σακατεύει το φοβερό “Breaking Seals” το οποίο έχει μεν μια ξεκάθαρη Accept αύρα, αλλά θα μπορούσαμε και χωρίς την επιεικώς ακατάλληλη φωνή του κοντού. Τρομερό το ομότιτλο τραγούδι που ήταν και το πρώτο δείγμα, ανεβαστικότατο το “Holy Water” και τρομερά πιασάρικο το “The Enemy Within” σε πιο αργό τέμπο, ενώ ο Axel ως μάστορας ανεβάζει άμεσα το τέμπο στο σαρωτικό “Hurricane” (το power metal των ‘90s που λέγαμε ότι θα έσκιζε) που προφανώς είναι το μικρότερο κομμάτι του δίσκου. Ακολουθεί νέα φοβερή αλλαγή με το τρομερά συναισθηματικό “Sanity” που ήταν επίσης εκ των δειγμάτων που είχαμε ήδη για τον δίσκο με τον Gioeli σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, ενώ η τελευταία τριάδα του δίσκου σηκώνει το αποτέλεσμα τρομερά ψηλά και καθιστά το σύνολο του “Ghost Town” απαραίτητο στο τέλος της ακρόασης ως συναίσθημα.



Κλασικά ξέροντας ότι ο Axel θα αφήσει για το τέλος ένα πομπώδες κομμάτι, το δίδυμο των “Towards The Shore” και “Steps Of Stone” κρατάει τις δυναμικές πολύ ψηλά και αναδεικνύει πολύ όμορφα τα παιξίματα της μπάντας, η οποία βρίσκεται σε τρομερή κατάσταση και μπορείς να καταλάβεις ότι από τη στιγμή που βρέθηκαν όλοι μαζί, έχουν μεγάλη χημεία και διασκεδάζουν τρομερά την δημιουργία κάθε δίσκου. Το κλείσιμο είναι ιδανικό με το “Higher Call” που -καλά μαντέψατε όσοι τον ξέρετε καλά- είναι και το μεγαλύτερο τραγούδι στο δίσκο και κλείνει το μάτι σε ένα λαμπρό μέλλον αν κι εφόσον ο ηγέτης της μπάντας συνεχίσει με ανάλογο οίστρο. Τώρα αν οι υπόλοιποι που διαβάζετε και απορείτε μπορείτε να βρείτε πολλούς που στα σχεδόν 66 τους τιμούν τόσο την καριέρα και κληρονομιά τους με τέτοια σταθερότητα, πάω πάσο. O Axel Rudi Pell αποδεικνύει για άλλη μαι φορά με το πλέον χαρακτηριστικό ρητό “δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο” ότι η μουσική του έχει διάρκεια, διαχρονικότητα και ότι έχει την τεχνογνωσία να την προσαρμόζει σε κάθε χρονικό σημείο κυκλοφορίας, παρότι η μουσική βιομηχανία αλλάζει. Η όμορφη ξεροκεφαλιά του τον καθιστά νικητή σε ένα αγώνα που τρέχει ολομόναχος και μην έχοντας αντίπαλο, απολαμβάνει άλλη μια φορά τους καρπούς του θριάμβου του.

Βαθμολογία: 84/100

Για το Rock Overdose,

Άγγελος Κατσούρας


Comments