NEUROSIS – “An Undying Love For A Burning World”


Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας

 

Η κατραπακιά της χρονιάς και κατ’επέκταση της δεκαετίας, έχει λόγο, αιτία και όνομα, μεγάλο, τεράστιο, βαρύ σαν ιστορία και ξεχωριστό όσο κανένα άλλο στην χρονολογία του ευρύτερου σκληρού ήχου. Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, αυτό που δεν περιμέναμε να ξανασυμβεί είναι όχι απλά γεγονός αλλά μία πραγματικότητα που θα σκεπάσει πλην συγκλονιστικού απροόπτου, όλα όσα θα συμβούν στο μουσικό 2026. Οι Neurosis επέστρεψαν! Θριαμβευτικά! Αιφνίδια! Χωρίς να αφήσουν το παραμικρό στοιχείο ότι συμβαίνει το οτιδήποτε στο εσωτερικό τους. Με μελετημένες κινήσεις και με στόχο την κατάκτηση του θρόνου που δικαιωματικά τους ανήκει, ως ένα νέο ξεκίνημα όπως και οι ίδιοι αναφέρουν και κυρίως, με μία τεράστια μεταγραφή στην θέση του κιθαρίστα/τραγουδιστή που είχε μείνει άδεια, δίπλα στο πλευρό του τεράστιου Steve Von Till. O Aaron Turner (Sumac, Old Man Gloom, ex-Isis και πάρα πολλοί ακόμα) είναι ένας άνθρωπος που κακά τα ψέματα, ξεκίνησε να παίζει μουσική εξ’αιτίας των Neurosis, με τους Isis ειδικά να είναι κι αυτοί μπάντα τρομερά επιδραστική και καίρια για τις εξελίξεις του ήχου στα late ‘90s/early ‘00s. Δε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ένα τόσο ιδανικό σενάριο με ένα τόσο κατάλληλο πρόσωπο στο πλευρό της μπάντας, κάποιον που ζούσε και ανέπνεεε γι’αυτούς σαν οπαδός πριν παίξει μουσική.

 

 

Φανταστείτε τώρα ένα σκηνικό που οι εξελίξεις το’χουν φέρει έτσι και καλείστε να τραγουδήσετε για το αγαπημένο σας συγκρότημα και αυτό που συνδέθηκε το όνομα σας ως καλλιτέχνης μαζί τους ως κύρια επιρροή και μπορείτε απλά να πάρετε μόλις μια μικρή ιδέα τι σημαίνει για τον ίδιο τον Aaron όλο αυτό. Και φυσικά όλοι μας όσοι λατρεύουμε τους Neurosis, ξέροντας πόσο υπολογίζουν κάθε τους κίνηση προσεκτικά και δεν κάνουν τίποτα αν δεν είναι βέβαιοι, ειδικά μετά το χτύπημα και την προδοσία που βίωσαν εκ των έσω και τους κατέστησε όχι απλά ανενεργούς αλλά ψυχικά ανήμπορους να το διαχειριστούν, κατανοούμε και τι σημαίνει για την αχώριστη ομάδα των Steve Von Till, Dave Edwardson, Noah Landis και Jason Roeder να μπορούν να βασιστούν ξανά σε κάποιον ώστε να μαζέψουν τα συντρίμμια τους και να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν. To όνομα του Turner η αλήθεια είναι ότι τέθηκε πολλάκις επί τάπητος από φανατικούς οπαδούς της μπάντας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου όταν συνέβησαν τα δυσάρεστα που όλοι γνωρίζουμε και που σκόπιμα βλέπετε ότι δε θέλω καν να αναφερθώ σ’αυτά καθώς αν το συγκρότημα το πλήγωσαν μία φορά, φανταστείτε τι ίσχυε με τους οπαδούς, που είναι δεμένοι μαζί τους σε βαθμό εξάρτησης.

 

 

Τώρα από το να το λέγαμε μέχρι να συμβεί είναι μία μακρά απόσταση που δεν ξέρουμε καν από πότε χρονολογείται, αλλά δεν έχει και απολύτως καμία σημασία μπροστά στο τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί το αποτέλεσμα θα αποβεί λυτρωτικό για εκατομμύρια κόσμο εκεί έξω. Ακριβώς όπως το διαβάζετε χωρίς καμία υπερβολή, εκατομμύρια ψυχές θα λυτρωθούν με το νέο 12ο άλμπουμ της μπάντας ονόματι “An Undying Love For A Burning World”, ένας τίτλος που έρχεται με το που τον βλέπεις να γίνει ένα με την ψυχή σου και το είναι σου, όπως ότι τους αφορούσε ανέκαθεν από την πρώτη σου γνωριμία μαζί τους. Πόσο μάλλον όταν έρχεται μετά από όσα (δεν) αναφέρουμε παραπάνω και 10 χρόνια μετά το τελευταίο τους άλμπουμ μέχρι πρότινος, το “Fires Within Fires” του 2016. Φωτιά στον τίτλο τότε, φωτιά και τώρα με ένα κόσμο που καίγεται, ως συνέχεια της πορείας τους που έκαψε γέφυρες όταν άρχισαν να ξεπηδούν παντού μπάντες που προσπαθούσαν να παίξουν σαν αυτούς καθιστώντας τους ως την πιο επιδραστική μπάντα στο μεταλλικό ήχο, μακράν της δεύτερης, όπως ήταν οι Pink Floyd στο rock φάσμα αντίστοιχα. Και για άλλη μια φορά οι Neurosis σκορπάνε αποκαϊδια με το πιο φιλόδοξο άλμπουμ τους εδώ και δεκαετίες.



Το άλμπουμ ξεκινάει με μια μικρή αλλά περιεκτική εισαγωγή ονόματι “We Are Torn Wide Open” όπου δεσπόζει το συναίσθημα που βίωσαν όλα αυτά τα χρόνια σε κάθε στίχο. “We’ve forgotten how to live, so we suffer. We’ve forgotten how to struggle, so we suffer. We exist in isolation, so we suffer. The dissonance is deafening”. Οι Neurosis του 2026 είναι διάφανοι όσο ποτέ και δε χωράει σε αυτό η παραμικρή ανάλυση και αμφιβολία. Το χρειαζόντουσαν και οι ίδιοι πολύ όπως είδαμε να δηλώνουν, δείγμα ότι τα σημάδια του πόνου παρέμειναν έντονα μέχρι σήμερα. Και επειδή σημασία έχει το σήμερα που οδηγεί στο αύριο βάσει αποτελέσματος, όλα αυτά οφείλονται δυστυχώς ή ευτυχώς στο χθες της μπάντας, στο ρίσκο του να μείνουν στη λήθη χωρίς να ολοκληρωθεί το μοναδικό όραμα που είχαν και χωρίς να είναι εκείνοι σε θέση να πουν το αντίο όπως ήθελαν. Εξωγενείς και όχι μόνο παράγοντες πήγαν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους, αλλά η ψυχοσύνθεση αυτού του συγκροτήματος που καθόρισε εκατομμύρια (το’παμε παραπάνω, ας το ξαναπούμε να το εμπεδώσετε) ζωές και ψυχολογίες ήταν πάντα χαλκέντερη και δε λύγισε ούτε στις πιο δύσκολες προκλήσεις. Στα επόμενα 7 τραγούδια του δίσκου μετά την εισαγωγή, ακούμε τους Neurosis οργισμένους.

 

 

Στο πιο up-tempo και ευχάριστα ξεσηκωτικό υλικό τους από τα ‘90s (δε θα πω έντονο γιατί αυτό είναι ούτως ή άλλως το χαρακτηριστικό τους ακόμα κι όταν σε υπνωτίζουν), οι Neurosis κάνουν τη νέα τους αρχή επαναπροσδιορίζοντας τον εαυτό τους με το να κοιτάξουν στις ρίζες τους και ειδικά στην χρυσή περίοδο mid/late ‘90s με πολύ έντονα τα vibes του “Through Silver In Blood” και του “Times Of Grace”. Κιθαριστικότατοι και δυναμικοί σε βαθμό έκπληξης, ξεφεύγουν από την εσωτερικότητα των τελευταίων δίσκων τους και υπάρχουν στιγμές που ενδόμυχα ίσως παραπέμψουν τους οπαδούς τους στην τέλεια ισορροπία που υπήρχε στο “Given To The Rising” από τα μεταγενέστερα άλμπουμ τους. Πολύ εύστοχα διαλέγουν ένα από τα 2 μικρά κομμάτια του δίσκου σαν πρώτη επαφή του κοινού μαζί τους μετά από 10 χρόνια, με το “Mirror Deep” να ζωγραφίζει το χαμόγελο στο πρόσωπο του ακροατή από την αρχή και το αίσθημα πληρότητας που τόσο μας είχε λείψει από ένα από τα πλέον λατρεμένα μας συγκροτήματα να ξεχειλίζει από τα ηχεία και να πλημμυρίζει όποιον χώρο βρισκόμαστε ακούγοντας τον δίσκο. Όλα όσα είχες λατρέψει ποτέ στους Neurosis είναι εδώ. Βάρος, επιβλητικότητα, προσωπική ταυτότητα, μια μεγαλοσύνη που μόνο αυτοί είχαν, έχουν και πάντα θα έχουν.

 

 

Κι αν η πρώτη ολοκληρωμένη γεύση έχει ήδη γεμίσει κάθε σου αίσθηση, αυτό που συμβαίνει όταν μπαίνει το “First Red Rays” και δεσπόζει η όμορφη αγριοφωνάρα του Turner πάνω σε υλικό Neurosis, δεν περιγράφεται με λόγια, ειδικά αν είχες σχετικά απλή ως επιδερμική σχέση μαζί του. Ο τύπος είναι λες και ήταν όχι χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες στη μπάντα, έχει προσαρμοστεί τόσο ιδανικά που δε,ν θα εκπλαγώ αν ακούγοντας τον δίσκο σας πιάσει όλους ένα γαμώτο μέσα σας τύπου “γιατί να υποφέρουμε 10 χρόνια χωρίς εσάς;” ή ακόμα χειρότερα “αφού ρε π….ες όταν βρίσκεστε μαζί κάνετε θαύματα, γιατί μας ταλαιπωρείτε;” έτσι για να πούμε τα πιο… light που θα σκεφτεί κάποιος, γιατί ο δίσκος αντίθετα είναι ο ορισμός του HEAVY όπως το όρισαν οι ίδιοι με την αξιοθαύμαστη πορεία τους. Τo “Blind” είναι ένα κομμάτι που τέμνει το παρελθοντικό με το μεταγενέστερο υλικό τους, με το ανέβασμα των ρυθμών να συνυπάρχει με πιο υπνωτικές/εσωτερικές φόρμες, ενώ όσο προχωράει ο δίσκος, δένεσαι τόσο με το υλικό που ο εθισμός σαν λέξη μοιάζει φτωχός να το περιγράψει. Οι διάρκειες ως επί το πλείστον παίζουν από 8’ και άνω, με το “Seething And Scattered” να αποτελεί σοκ ανάλογο με αυτό του “First Red Rays”.



Ορισμός σκληροκαριόλικου παλιακού Neurosis ύμνου, με τρομερές δυναμικές, καρφώνεται άμεσα στον εγκέφαλο και ενδέχεται για πολλούς να αποτελέσει την τοπ στιγμή του δίσκου. Το δε “Untethered” που είναι το μικρότερο κομμάτι του δίσκου, ελάχιστα πάνω από 4’, το νιώθεις βλέποντας τις διάρκειες ότι θα’ναι το πιο up-tempo και δικαιώνεσαι για την πρόβλεψη, άλλωστε δεν είναι και πολλές οι ανάλογες στιγμές στην ιστορία τους και μαζί με το “Mirror Deep”, δίνουν ανάσες στο άλμπουμ. Δε θα με εξέπληττε αν το γυρνούσαν και ως βίντεο ως πολύ άμεσο δείγμα του τι πρεσβεύει ο δίσκος. Έχοντας υπολογίσει τα πάντα στην εντέλεια, οι Neurosis “χτυπάνε” στο τέλος του δίσκου με τα 2 “θηρία” που το ένα ακολουθεί το άλλο. Στο 10λεπτο “In The Waiting Hours” και στο σχεδόν 17λεπτο τελευταίο “Last Light” (ναι, έκανα τον συνειρμό με Converge, για να μη ρωτήσετε το γράφω), οι Neurosis παίζουν ύπουλα και αγγίζουν ευαίσθητες χορδές, τέμνοντας παρελθόν, παρόν και γιατί όχι μέλλον μέσα σε 27’ απαράμιλλης μαγείας που υπνωτίζει αλλά και τραντάζει τις αισθήσεις, μέσα σε ένα ιδανικό επίλογο που από τη μία σε αποχαυνώνει κάνοντας σε παιχνιδάκι στις ορέξεις τους, από την άλλη σε κρατάει στην τσίτα για να μη διανοηθείς να χάσεις τη σημασία ακόμα και μισού δευτερολέπτου σε όλο αυτό το σύνολο.

 

 

Μετά από τέτοιο ΣΟΚ και δέος, με τέτοια έκπληξη και σίγουρα το παιχνίδι των εντυπώσεων πιάνοντας άπαντες εξαπίνης, ότι και να πούμε για το αποτέλεσμα ενός από την πρώτη ακρόαση ΜΝΗΜΕΙΩΔΟΥΣ άλμπουμ, θεωρώ πως είναι περιττό. Οι Neurosis ούτε περιγράφονται, ούτε αναλύονται, μόνο βιώνονται και εικονοποιούνται σαν συναίσθημα μπροστά στα μάτια των πιστών τους, που δεν έχασαν την ελπίδα τους όλα αυτά τα χρόνια και περίμεναν ανυπόμονα. Σαν άσωτοι υιοί που επέστρεψαν για να πάρουν ότι τους ανήκει από το μερίδιο προσφοράς τους στη μουσική που τόσο αγαπάμε, οι μεγάλοι Αμερικάνοι πιο ζωντανοί, μεταδοτικοί και σε σημεία ευχάριστα απλουστευμένοι σε σχέση με ότι έχουμε συνηθίσει, προσφέρουν τον δίσκο της χρονιάς και σημειολογικά αλλά και ποιοτικά. Προσωπικά μιλώντας, έχω να πάρω ΤΟΣΟ μεγάλη χαρά με άλμπουμ τους από τα ‘90s όσο κι αν αγαπώ λίγο-πολύ όλα τα άλμπουμ τους. Εδώ κακά τα ψέματα κυριαρχεί μια ενέργεια που μας είχε λείψει πάρα πολύ και που τους ταιριάζει πάρα πολύ ηχητικά, ενώ θεωρώ πως χρειαζόταν ένα τέτοιο έντονο ράπισμα προς πάσα κατεύθυνση με πιο τσιτωμένη λογική και πιο ζωντανή προσέγγιση, ήδη φαντάζομαι τα τραγούδια αυτά ζωντανά και μένω έγκυος ολομόναχος χωρίς επαφή οποιουδήποτε τύπου.

 

 

Αρνούμαι να βαθμολογήσω τέτοια κατάθεση ψυχής και τέτοια μοναδικότητα σε βάθος χρόνου. Μόνο αν βγει κάτι σαν τον δίσκο των Coroner πέρυσι θα το ξεπεράσει, επειδή το κόβω δύσκολο, απλά ο δίσκος της χρονιάς ή σε απλή συντομογραφία που όλοι ασπάζονται… ΑΟΤΥ!

 

 

 

Για το Rock Overdose,

Άγγελος Κατσούρας


 

Comments