Συντάκτης: Άγγελος Κατσούρας
Είναι μία από αυτές τις στιγμές που ξέρεις τι να περιμένεις ακόμα κι αν για πολλούς ένα όνομα μπορεί να μην είναι και τόσο γνωστό εκ των προτέρων. Για καλή μας τύχη εμάς των Ελλήνων οπαδών, ήμασταν σε θέση να έχουμε έναν πειστικό αριθμό εμφανίσεων στο σανίδι των Αθηναίων Dragon Skull, όπου και βλέπαμε μία μπάντα που με μόλις ένα ΕΡ που έφερε το όνομα τους το 2022, ήταν τόσο διατεθειμένη να δείξει πράγματα και μας προετοίμαζαν για κάτι σημαντικό και μεγάλο που περιμέναμε ανυπόμονα. Έχοντας ακούσει πολλά από τα κομμάτια τους παρθενικού τους full-length αρκετά πριν κυκλοφορήσει και ζώντας τα σε συναυλιακές συνθήκες, ξέραμε ότι τα παιδιά δούλευαν το υλικό τους με υπομονή και πολύ σκληρά, και αυτό ήταν κάτι που φαινόταν πολύ άμεσα. Δεν είναι λίγο πράγμα να πιάνεις τον οπαδό από το χέρι και να τον οδηγείς σε ασφάλεια, καθώς λίγο-πολύ, όσοι τους έβλεπαν 1η/2η/10η φορά, ένιωθαν ακριβώς έτσι. Οι Dragon Skull με την νοοτροπία τους μου θύμιζαν σε πολλά την εξέλιξη των Achelous, καθώς ήταν μία μπάντα που έπαιζε για τη φανέλα και που έφτιαξε τη σχέση της με τον φανατικό πλέον πυρήνα των οπαδών της μέσα από πολλές και ποιοτικές ζωντανές εμφανίσεις δίπλα σε μπαντάρες.
Βλέποντας λοιπόν ότι το συγκρότημα χωρίς κανένα φόβο αλλά με περίσσιο πάθος πρώτα απ’όλα διασκέδαζε αυτό που έκανε, δείχνοντας πραγματική αγάπη όποτε παίζανε, οι προβλέψεις για τον δίσκο τους ήταν ευνοϊκές και το μόνο που απέμενε ήταν να ακούσουμε όλα τα τραγούδια αργά ή γρήγορα. Εδώ όμως είχαμε να κάνουμε εξ’αρχής με υλικό που ακουγόταν και ήταν απόλυτα αρσενικό με τη θετική και προφανώς όχι σεξιστική έννοια της λέξης. Τίμιο, λιτό κι απέριττο χεβιμέταλλο με ξεκάθαρη επική χροιά, χωρίς την τυρίλα που αποπνέει η μέση νοοτροπία των “true” συγκροτημάτων και κυρίως οπαδών. Αυτό το λες και ευλογία ειδικά για 2025. Να τονίσω ότι η μπάντα έβγαζε σοβαρότητα και στον τρόπο που αντιμετώπιζε το όλο image της, καθώς όπως πλέον γνωρίζουμε οι περισσότεροι, από τη βάση του μικροφώνου μέχρι και τα banners στις συναυλίες τους, τα έφτιαξαν όλα ολομόναχοι. Αυτό όχι απλά δείχνει μεράκι κι ότι δεν περνούσαν απλά την ώρα τους κάθε φορά, αλλά ότι η μπάντα αποτελεί προτεραιότητα και ότι δεν τους νοιάζει μόνο το παρόν αλλά και το μέλλον. Με όλα αυτά τα θετικότατα ως βάση, το υλικό νομοτελειακά δε θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από σπουδαίο. Εξάλλου όπως είπαμε, είχαμε ιδία εμπειρία από τις πρότερες συναυλίες.

“Chaos Fire Vengeance” λοιπόν, δε σας κάνει ένα άμεσο συνειρμό με το “Blood Fire Death” των Bathory που δημιουργεί ένα χαμόγελο με το καλημέρα; Βέβαια οι Dragon Skull είναι πολύ ευθύτεροι ως συγκρότημα και πέραν του σεβασμού για τον Quorthon, δεν παραπέμπουν πολύ στην κληρονομιά του αθάνατου Σουηδού. Το μέταλλο των Dragon Skull είναι σφυρηλατημένο στη φωτιά της μάχης, όπου τα παλικάρια βάζουν στήθος μπροστά και δεν καταλαβαίνουν εχθρούς και υπεραριθμίες, αλλά κραδαίνουν σπαθιά, τσεκούρια και ακόντια κι όποιον πάρει ο Χάρος. Από το ξεκίνημα του “Brethren” με τις πολύ γλυκές κιθάρες, ο Άρης σαλπίζει την επίθεση φωνητικά και οι υπόλοιποι σύντροφοι του ακολουθούν κατά πόδας, με την αίσθηση ότι θα κάμψουν κάθε εμπόδιο πολύ έντονη. Αποπνέεται μία τέτοια ανεμελιά και μία τέτοια αγάπη για το μέταλλο σε όλο το σύνολο των σχεδόν 43’ του δίσκου που δε μπορείς παρά να τους το δώσεις ως τεράστιο credit. Ακόμα και στο πως είναι τοποθετημένα τα κομμάτια υπάρχει απόλυτη ευστοχία, καθώς όχι απλά δεν ατονεί το ενδιαφέρον, αλλά ο ακροατής παραμένει σε εγρήγορση και σε ευχάριστα εννοούμενη τσίτα. Φοβερή η παραγωγή, υπέροχος ο κιθαριστικός ήχος, γενναίο σε δύναμη και χτυπήματα rhythm section, ειλικρινά μιλάμε για ένα τρομερά έξω καρδιά δίσκο από τ’αποδυτήρια.
Είναι πολύ σημαντικό ότι ο δίσκος είναι up-tempo λογικής, καθώς παρασύρει τις διαθέσεις και σηκώνει… διάφορα κατά την ακρόαση (την τρίχα κι ότι άλλο διαθέτει ο καθείς, ας μην το αναλύσουμε). Σίγουρα ο καθένας θα έχει τις αδυναμίες του όπως έχουμε καταλάβει από τις συναυλίες που προαναφέραμε, προσωπικά με εξιτάρει η ιστορία εκδίκησης όπως αναφέρουν πάντα για το “Skull Crusher” που σε συνδυασμό με το “War Drums” στο καπάκι, κορυφώνουν τον δίσκο σε πολύ κρίσιμο σημείο και πάνω που ο οπαδός προσπαθεί να καταλάβει αν αυτό που ακούει όντως συμβαίνει. Όχι βέβαια ότι υπάρχει λιγότερο σπουδαίο κομμάτι στο “Chaos Fire Vengeance” απαραίτητα, ενώ και οι διάρκειες που λίγο πολύ παίζουν μεταξύ 4-6’, δίνουν πρόσθετη συνοχή στο σύνολο. Από το “θα σου πάρω το κεφάλι χωρίς σπαθί” μοτίβο του “Nampat” στο αρχι-στακάτο “Skeleton Hand” και από τη ρωμαλέα κατάθεση ψυχής του “Shield Maiden” στο τέλος με το “Blood And Souls” που συμμετέχει και ο πληκτράς Ricardo Iacono των Domine και που το είδαμε και ζωντανά να αποδίδεται υπέροχα, οι Dragon Skull όχι απλά έχουν προσφέρει ένα σπουδαίο ντεμπούτο κι ένα άλμπουμ-κόσμημα για την Ελληνική σκηνή, αλλά ήδη δημιουργούν προσδοκίες για πολύ σπουδαία πράγματα στο μέλλον και εδώ είναι μόνο η αρχή.
Βέβαια, επειδή ακόμα και το σημειολογικό κομμάτι έχει τη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά, πείτε μου βλέποντας και μόνο το εξώφυλλο του δίσκου, αν θα γινόταν να υπάρχει αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα. Όχι απλά ακούς το δίσκο που λένε, αλλά φαντάζεσαι και βωμό πτωμάτων του κάθε άπιστου προς τις διαθέσεις των παιδιών, έχοντας γευτεί πραγματικό κι όχι γιαλατζί ατσάλι, και στιχουργικά αλλά και παικτικά. Αυτό όμως είναι και το μεγάλο ατού των Dragon Skull. Δείχνουν κι ακούγονται ως μία χαλύβδινη μπάντα που δεν παγιδεύεται σε κλισέ, είτε μουσικά, είτε στιχουργικά, δένει τις επιρροές της σπουδαία με ξεκάθαρο προσωπικό ύφος, παίζει για τη χαρά της στιγμής και την ανεμελιά της δημιουργίας και έτσι, στο τέλος μόνο πρόοδος κι ευημερία μπορεί να προκύψει μέσα από αυτό. Είναι μία άκρως ελπιδοφόρα ομάδα ατόμων που δε χρειάζεται να δείξουν αν και πόσο μεταλλάδες είναι, γιατί μιλάει η μουσική τους ξεκάθαρα μέσα από την καρδιά τους και αν το επιτρέψουν οι συνθήκες και η καθημερινότητα τους, είμαστε ενώπιον μίας πορείας που αρχίζει τον ανηφορικό δρόμο της προς κορυφές που μπορεί να μην έχουν σκεφτεί ότι μπορούν να φτάσουν, αλλά που όσοι τους πιστεύουν, το έχουν δει να έρχεται και περιμένουν απλά να γίνει πραγματικότητα.
Βαθμολογία: 85/100
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας


