MACHINE HEAD – “Catharsis”

Ημερομηνία δημοσίευσης: 26 Ιανουαρίου 2018

 

Στον απόηχο των Αμερικανικών εκλογών του 2016, θυμάμαι να επιστρέφω από ένα σχετικό σεμινάριο διεθνών σχέσεων και ανάμεσα στο χάος των διαδικτυακών άρθρων και αναλύσεων να πέφτω πάνω σε ένα τραγούδι του Robb Flynn. Το έγραψε για τα παιδιά του και χρησιμοποιώντας απλό πολιτικό λόγο τους μιλούσε για προσωπικές ιδέες και ιδανικά. Μου άρεσε. Θεωρώ ότι το χρώμα της φωνής του είναι για πολλά τερτίπια και έχει δυνατότητες να χαρίσει ανατριχίλες σε κάθε λογής ερμηνευτικές ταυτότητες. Αυτό που δεν περίμενα, ήταν το να δω το εν λόγω νανούρισμα στο νέο Machine Head δίσκο. Το απρόβλεπτο στοιχείο έχει τα θετικά του αιφνιδιασμού. Αν όμως ο αιφνιδιασμός δε σε τσιτώσει, τότε κάτι πάει λάθος. Ας πάρουμε, όμως, την ιστορία από την αρχή.

 

 

Όλοι ξέρουμε και έχουμε ακούσει ποιοι είναι οι Machine Head. Δίσκοι γεμάτη ηδονικές metal ραψωδίες, στίχοι λεπίδες  και ήχος-ανεμοστρόβιλος.  Καλώς η κακώς η groov-α της παρέας του Robb ταρακουνούσε συθέμελα ολόκληρο των κόσμο μας και ο λυρισμός του (όποτε υπήρχε) ήταν μελωδικά αιχμηρός, ήταν επί της ουσίας λυρισμός (ποιος ξεχνάει το “A Farewell to Arms”;). Το να συνεχίσω με επαινώντας τα ομηρικά τους κατορθώματα με δισκογραφική προπαγάνδα το βρίσκω αχρείαστο. Η οροσειρά της πορείας τους έχει πολλές κορυφές. Το πολυαναμενόμενο Catharsis βρίσκεται ανάμεσα στους προκατόχους του και όσο άφοβα στέκεται ο τεράστιος Robb απέναντι στη δική του κληρονομιά, στεκόμαστε κι εμείς απέναντι στο εν λόγω πόνημα.

 

 

Οι πρώτες νηφάλιες παρατηρήσεις αφορούν τον ήχο.  Δουλεμένη μίξη σε ισορροπίες και δυναμικές (με λίγα φάλτσα σε όγκο τυμπάνων και χαμένη άρθρωση), παραγωγή με σκοπό την ανάδειξη των μελωδιών και όχι της έντασης και της μανίας , πεντακάθαρη σα γυαλί, αλλά δεν κόβει σε καμία περίπτωση όσο είχαμε συνηθίσει. Και αυτό ξεκαθαρίζω δεν είναι θέμα ύφους και προσέγγισης, κάποια “light” γυαλιά φτάνουν εσώψυχα, δε χρειάζεται πάντα να κανιβαλίζει το riffing, χρειάζεται έμπνευση και ψυχή . Εδώ τα παιξίματα μετράνε- χωρίς να εντυπωσιάζουν, οι μελωδικές-αρμονικές ιδέες μονοπωλούν την προβολή, αλλά ενώ η ψυχή περνάει συχνά, σα φάντασμα, από τις συνθέσεις, δεν αρκεί για να ισορροπήσει την άναρχη δόση των υλικών κατασκευής και να ξεδιαλύνει τα τέλματα, στα οποία σημεία βρέθηκε η έμπνευση.

 

 

Κιθάρες γυρνούν σαν έλικες, αλλά δεν είναι σινούκ. Το groove δεν προκαλεί φρενίτιδα και οι γραμμές ακούγονται ξερές. Δεν έχουν το κάτι που κάνει τη μελωδία μοχλό ανατριχίλας.  Αλλά έχει τσίτα, είναι μια επικίνδυνη  πρίζα και τις πρώτες καλές δονήσεις τις δίνει. Όπως και το απτό τεκμήριο του πόσου σου έλειψαν οι Machine Head. Αυτό είναι το “Volatile”. Δείχνει όρεξη να σε ξεκάνει, αλλά λίγο τα ντουμπλαρισμένα φωνητικά, λίγο το ρεφρέν που «πέφτει» σε σχέση με το κουπλέ, είσαι ακόμα στα πόδια σου.

 

 

Είναι ξεκάθαρο ότι η διαταγή του στρατηγού δεν είναι επιθετικού χαρακτήρα. Είναι διπλωματική. Το alternative στοιχείο έχει μπει με τα μπούνια στο δίσκο και ενώ προσωπικά δεν είμαι φετιχιστής με προσκολλήσεις μπαντών σε ένα ιδίωμα, στους MH δε λειτουργεί κατά το δοκούν. Αυτή η ανύπαρκτη ισορροπία ανάμεσα στο metal και το alternative/poppy στοιχείο σκάει άσχημα. Με το ομότιτλο τραγούδι να έχει μικρές στιγμές έκρηξης και ουσίας, αλλά το κύριο μέρος του να ακούγεται τραβηγμένο και επιτηδευμένο, ένιωσα ότι ό,τι άκουσα στο εν λόγω ύφος από τους Trivium φέτος ήταν καλύτερο. Α, και το παραπονιάρικο hook vocal line στη γέφυρα, δεν είναι κακό.

 

 

Η μπάντα παίζει με τρομερή σιγουριά. Κάθε λεπτομέρεια είναι δουλεμένη και ο Flynn είναι τρομερά ζωντανός. Λίγο επιτηδευμένος σε σημεία, με αχρείαστα raps, που δεν ξεσηκώνουν, παραμένει ίνδαλμα φωνητικής δύναμης και τοπ καλλιτεχνικού βαπτίσματος μικροφώνων (από το σάλιο, ντε!). Ο δίσκος συνεχίζει με Gojiro- ειδή μπασίματα και δολοφονημένα verses. Sorry, αλλά τα “Beyond the Pale” και “California Bleeding” έχουν τόσο φαφλατάδικες και ανούσιες στιγμές, που μιλάμε για καθαρή κοιλιά, παρά το potential των μπασιμάτων και των (λίγων) αιχμηρών κιθαριστικών περασμάτων. Στάσιμο το “Beyond”, γραφικό ραπ το “California”. Δεν ξεσηκώνει, ακόμα κι αν ξεγυμνώνεται και το νιώθει, ακόμα κι αν το πονάει, το μανιφέστο είναι άχρωμο και άοσμο. Χώρια το (αποτυχημένα) wanna be catchy refrain.

 

 

Οι στιγμές που το απλό groove σε καθηλώνει ξενερωμένο από την ανύπαρκτη έκρηξη συνεχίζονται. “Triple Beam”, “Psychotic”, “Grind You Down” (χωρίς σειρά tracklist) αποτελούν μανιέρες του εαυτού του, τρία ροκοκό έργα ως μανιέρα ενός από των αρτιότερων μπαρόκ στο σύγχρονο metal: Την κληρονομιά των Machine Head. Αν η πανίδα του τοπίου μείνει στο νερόφιδο και δεν πάει στο ανακόντα, έχεις βάλτο όχι Αμαζόνιο. Και τα μεγάλα σαλόνια, οι Αμαζόνιοι, δεν ήταν ποτέ ξένο οικοσύστημα για την παρέα αυτή τη μπαντάρα.  Παίζουν ακόμα στα μεγάλα σαλόνια, αλλά αυτό δεν αρκεί. Στο “Triple Beam” παίζουν έως και ασύνδετα vocal lines. Ε, δεν είναι το alternative το πρόβλημα σ’ αυτό… Ας είχαν catchy γραμμές να τις μουρμουρίζω chees-ικα στο δρόμο, έτσι θα το χαιρόμουν.

 

 

“Bastards”:  Εδώ αποκαλύπτεται ο λόγος της αλλόκοτης εισαγωγής μου και κυρίως αποκαλύπτεται το ψυχογράφημα πίσω από τη συνολική ιδέα του Catharsis. Θα το προτιμούσα ως bonus, σκέτη ακουστική να γουστάρουμε. Η ηλεκτρική κιθάρα (οριακά synth) είναι κιτς και μετά το break δεν ξέρω τι ακριβώς ακούω. Το φόρτωμα στα τύμπανα με το “NO, NO, N, NO” με φόρτωσε αρνητικά. Είμαι τεράστιος φαν του irish rock, αλλά  αυτό είναι κάτι άλλο, αυτό προσπαθεί να πιάσει τη μετάβαση από το πολιτικίζον νανούρισμα στο ραντεβού στα οδοφράγματα, αλλά το φωνακλάδικο pub στυλ είναι κάτι άλλο. Είσαι Ιρλανδός κι εσύ Robb, αλλά ενώ είμαι ο πιο ανοιχτός άνθρωπος του κόσμου στις αλλαγές και στις θολωμένες ταυτότητες, αυτό δε με πείθει, δε με πιάνει. Αφήνεται ελεύθερος, βγάζει στο τραπέζι το ποιος είναι, δεν υποκρίνεται και δε φοβάται να εκτεθεί. Μπράβο του. Ήθελε ένα δίσκο για τον εαυτό του και για το ξεδίπλωμα του παρόντος ψυχισμού του. Το σέβομαι. Σε σημεία χτυπάει έντονα, αλλά αυτή η μπάντα δεν είναι μόνο για σκόρπιες καλές ιδέες. Ο μουσικός πάντα θα κάνει αυτό που του δίνε ζωή και έκφραση, ασχέτως αν αρέσει σε εμένα. Αλλά επειδή η αλληλεπίδραση και η ζώσα έκφραση είναι και μέρος του κοινού, δεν ωφελεί να αγιοποιούνται κριτικές μέσω του όποιο (διθυραμβικού παρελθόντος).

 

 

Τα καλούδια; Ε, υπάρχουν βρε, δεν είμαι γεροξούρας, ούτε παράξενος.  Το “ Kaleidoscope” κάπου θυμίζει τον ήχο και το vibe που όλοι αγαπήσαμε, το παίξιμο βγαίνει μπροστά, η πόρωση  γέρνει προς την εξωστρέφεια και η νότες στα πλήκτρα είναι τόσο του δε ποιντ που επιτέλους έσκασε το πρώτο πλατύ χαμόγελο (ε, και πριν μας χάριζε διστακτικές ηδονίτσες). Πάλι Slipknot-ίζει , αλλά εδώ το υποστηρίζει. Εδώ πείθει, ίσως για πρώτη φορά ότι “he doesn’t give a fuck”. To “Screaming at the Sun” καταφέρνει να διεγείρει χωρίς να μένει μόνο στην αρχή, τα αρμονικά άλματα και το ρυθμικό κομμάτι χειρίζονται σα μαριονέτα το τεμπο και κλοτσάει την εμπειρία του δίσκου ένα σκαλί ψηλότερα.  Ομοίως και το “Hope Begets Hope”.

 

 

Chord progression για αναμμένους αναπτήρες, ο Corey θα το αποθέωνεlive, εδώ το ξεγύμνωμα είναι ερωτικού οικοσυστήματος και κάθε πινελιά στην παραγωγή, μαζί με την οριακά μπουκωμένη φωνή χτίζουν ένα μικρό παράπονο, που  θα μπορούσε να είναι μέχρι και HIM- λόγος για τη «μπαλάντα» του δίσκου, “Behind a Mask”. Άλλοι θα πουν τρικυμία εν κρανίω- ίσως δεν έχουν κι άδικο- αλλά προσωπικά το ξεχωρίζω.  Ειδικά υπό το πρίσμα της όλης φιλοσοφίας του δίσκου.

 

 

To “Razorblade Smile” σπέρνει. Απλά και περιεκτικά. Εδώ, μάλιστα! Μπάσο με ραχοκοκαλιά ελέφαντα, ραπάρισμα με άποψη, δάχτυλα να χορεύουν μπαλέτο στις χορδές, σβέρκος να γυρίζει με τους ρούλους ενός φλεγόμενου drum kit, το mute πετυχαίνει, ο Flynn μας κάνει να ανοίγουμε μπύρες με τα μάτια, αλλά το album κοντεύει να λήξει, οπότε πουθενά χρόνος για σοβαρό μεθύσι. Τα breakdowns στα πιο mid σημεία είναι λαμπάδα, το solo είναι face melting, αλλά είμαστε σχεδόν στο φινάλε κι ας φωνάζουμε «κι άλλο, κι άλλο!». Φινάλε με “Eulogy”. Μια μελωδία καταφύγιο για το συνθέτη. Βρίσκει κάτι εκεί, δεν είναι τυχαίο, βρίσκει αυτό το κάτι του “Bastards”, ασχέτως αν εγώ δε βρήκα κάποια ουσία. Παραπάνω βάθη και τερτίπια παραγωγής από το μουσικό τμήμα.

 

 

Οι MH είναι παραδοσιακά επαγγελματίες και μουσικάρες. Είναι και μουσικόφιλοι, είναι κυρίως το τελευταίο. Ο ήχος προσεγγίστηκε στη λεπτομέρεια, ο Flynn τα έδωσε όλα, με τσαμπουκά άλλου είδους, αλλά πάντως τσαμπουκά.  Κοίτα να δεις που live θα λειτουργούν τα περισσότερα του δίσκου. Αυτό και μόνο, αυτή η live αίσθηση, η αρτηρία που πάλλεται στον εγκέφαλο και τσιτώνει τα μάτια του Robb καθώς βρυχάται- ραπάρει- παραπονείται, δε δείχνει να σπάει ποτέ.  Δεν έχει απεμπλακεί εντελώς από τη metal στόφα, ασχέτως αν δείχνει να το θέλει. Βάλε και boy band sing along, ρε μαέστρο, αλλά να μας ξυπνάει τα ενοχικά ποπ ένστικτα, όχι να πλησιάζει τη θερμοκρασία του βρασμού. Πέραν των καλών στιγμών (λίγων για το βεληνεκές), σκόρπιες ιδέες υπήρχαν παντού, αλλά οι Machine-Fucking-Head δεν είναι μπάντα για να περιμένεις να μπει η γέφυρα, το ρεφρέν, ή το κουπλέ για να γουστάρεις. Ο δίσκος ήταν μια εξομολόγηση, αλλά αισθάνομαι ότι ανάμεσα στους οπαδούς, λίγοι θα χαρούν με το ρόλο του ιερέα.


Βαθμολογία: 65/100

 

Για το Rock Overdose,

Θοδωρής Καλουδιώτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Comments