OVERKILL – “The Grinding Wheel”

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20 Φεβρουαρίου 2017

 

Πολλές φορές εμείς που ερχόμαστε στη θέση του να κριτικάρουμε ένα νέο άλμπουμ, είμαστε σε πολύ δύσκολη θέση, ειδικά όταν πρόκειται για συγκρότημα που έχουμε αγαπήσει πολύ κατά την πορεία του. Η κρίση μας σε τέτοιες περιπτώσεις οφείλει και πρέπει να είναι ακόμα πιο αυστηρή, ακριβώς για να μη γεννάται αμφισβήτηση για την αξία του δίσκου, ενδεχομένως υποκινούμενη από το συναίσθημα. Ποιός δε θέλει εξάλλου να μιλήσει για κάτι που έχει μεγαλώσει μαζί του και πόσο μάλλον να το κάνει θετικά; Υπάρχουν όμως κι αυτές οι περιπτώσεις που όσο και αν θες να βρεις να πεις κάτι άσχημο (περισσότερο για να μπορέσεις να προστατεύσεις τον εαυτό σου, μια και το κριτήριο σου μπορεί να γίνει έρμαιο στις ακραίες αντιδράσεις του κόσμου), απλά δεν γίνεται, μια και το αποτέλεσμα είναι τόσο εμφανές κι αποστομωτικό ενίοτε, που απλά κάθεσαι και το απολαμβάνεις και αδιαφορείς και για το πως θα το πάρουν οι υπόλοιποι, τα αυτιά σου είναι αδιάψευστος κριτής σ' αυτό που έχεις ακούσει και είσαι βέβαιος ότι αν σε κάποιον δεν αρέσει αυτό που άκουσες, το πρόβλημα είναι καθαρά δικό τους και όχι δικό σου. Ακριβώς τέτοια είναι η περίπτωση του νέου, καταπληκτικού για άλλη μία φορά δίσκου των Overkill, με τίτλο ''The Grinding Wheel'', o 18ος της καριέρας τους παρακαλώ, τρομακτικό νούμερο και ειδικά σε αναλογία με το γεγονός ότι ο 1ος δίσκος ''Feel The Fire'' βγήκε το 1985, δηλαδή 31 χρόνια πριν.

 

18 δίσκοι σε 32 χρόνια δηλαδή, αναλογιστείτε το λιγάκι... Και δεν είναι μόνο ότι είναι υπερπαραγωγικοί του κερατά, δεν είναι ότι ενδιάμεσα οργώνουν και όλο τον κόσμο για συναυλίες, είναι ότι την τελευταία δεκαετία βρίσκονται σε μία τόσο δαιμονιώδη φόρμα και όρεξη, που πραγματικά τους χαίρεται η ψυχή σου και τους βγάζεις το καπέλο για την όλη συμπεριφορά τους. Ήταν το 2007 όταν βγήκε το ''Immortalis'' και είχε αρχίσει να φαίνεται έστω από μακριά μία ανανέωση στον ήχο τους, χωρίς να γίνεται τόσο εμφανής όσο στα 3 άλμπουμ που ακολούθησαν στη συνέχεια. Με τα ''Ironbound'' (2010), ''The Electric Age'' (2012) και το προηγούμενο ''White Devil Armory'' (2014), οι Overkill δημιούργησαν ένα τέτοιο σερί που παρέπεμπε κατευθείαν στους 5 αψεγάδιαστους πρώτους δίσκους τους που βγήκαν μεταξύ 1985 - 1991, όπου και φτάσανε την απόλυτη κορυφή με το ''Horrorscope''. Η μουσική έχει αλλάξει πολύ από τότε, οι Overkill βάλανε πολλά στοιχεία groove στον ήχο τους, αλλά αυτό ειδικά στις συναυλίες τους ήταν ζωογόνο και τους έκανε μία από τις καλύτερες μπάντες όλων των εποχών επί σκηνής, όπου και αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για πολλά γκρουπ, ακόμα και αρκετά μεγαλύτερα σε όνομα από αυτούς, εντός κι εκτός thrash. Ο νέος δίσκος απλά έρχεται να επιβεβαιώσει τα όσα περιγράφω τόση ώρα και μάλιστα εκκωφαντικά, χωρίς περιθώριο για την παραμικρή αμφιβολία και με μία όρεξη και ορμή που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν και τι παίρνουν και δε δίνουν στον υπόλοιπο κόσμο.

 

Το ''Mean, Green, Killing Machine'' που σε βάζει με τη μία στο κλίμα του άλμπουμ αποτελεί τον πολιορκητικό κριό που γκρεμίζει κάστρα εμπάθειας και όλα τα ερωτήματα για την καλή τους πρόθεση. Αυτή η υπέροχη χαρακτηριστικά βιτριολική φωνή του Bobby ''Blitz'' Εlsworth σε κάνει να χαμογελάς μόνο που τον ακούς κι αναπνέει ανάμεσα σε κάθε φτύσιμο στίχου, πόσο μάλλον όταν εξαπολύει με φοβερό σαρκασμό την κάθε λέξη, υπέροχος χρωματισμός και εύρος της φωνής του, δεν ξεχνάει να ανεβάσει και τόνο όπου χρειάζεται και αποτελεί το σήμα - κατατεθέν τους. Όπως επίσης και οι χαρακτηριστικές κιθάρες τους, που νιώθεις ότι με κάθε δίσκο βαραίνουν και γίνονται πιο ουσιώδεις και παικτικώς καλύτερες. Να σταθούμε λίγο εδώ, καθώς αυτή είναι η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που το συγκρότημα ηχογραφεί με δύο κιθαρίστες. Κι αν η αξία του Dave Linsk είναι αναμφισβήτητη από τις αρχές της χιλιετίας και το ''Bloodletting'', όπου συμμετείχε πρώτη φορά το 2000, είναι φοβερή η πρόοδος του σε κάθε δίσκο και οι πανέξυπνες ιδέες του, ειδικά τα σόλο είναι βγαλμένα από μυαλό πολύ εγκεφαλικού κιθαρίστα. Συνοδοιπόρος ο επί 16 χρόνια κιθαριστικός σύντροφος του Derek ''The Skull'' Tailer, ο οποίος όμως παρότι κανονικό μέλος της μπάντας από το 2001, δεν συμμετείχε στα άλμπουμ. Αυτή τη φορά αναλαμβάνει εξ' ολοκλήρου τις ρυθμικές κιθάρες και το αποτέλεσμα είναι μία βόμβα νετρονίου έτοιμη να σκάσει δίπλα σου και να μην αφήσει τίποτα όρθιο όπως το ήξερες πριν ακούσεις το δίσκο.

 

Το δίδυμο ''κεντάει'' στην κυριολεξία, χτίζοντας τα κομμάτια με παχιά στρώματα από ριφφς και σε συνδυασμό με τη σεμιναριακή ρυθμική βάση του αρχηγού D.D. Verni (ένας από τους καλύτερους μπασίστες στη μέταλ ιστορία, πόσο μάλλον για το thrash, αυτός και ο Frank Bello των Anthrax είναι οι μεγαλύτεροι αφανείς ήρωες του είδους) και της πυροβολαρχίας που ακούει στο όνομα Ron Lipnicki να κάνει τα ριφφ να ακούγονται ακόμα πιο γιγάντια. Ειδικά ο τελευταίος όταν αφήνει τα πόδια του ελεύθερα νομίζεις ότι έρχονται σφαίρες από κάθε κατεύθυνση και το μόνο στο οποίο ελπίζεις είναι ένα υψηλής ποιότητας αλεξίσφαιρο γιλέκο το οποίο είναι το μόνο που θα σε σώσει. Συγκλονιστικές κομματάρες όπως τα ''Goddamn Trouble'', ''Our Finest Hour'' και ''Shine On'', τοποθετημένα το ένα μετά το άλλο στην αρχή του δίσκου, σου φέρνουν ένα χαμόγελο υπεροχής, ξέρεις ότι αυτοί οι τύποι που πέρασαν τόσα πολλά δε θα σε απογοητεύσουν ποτέ. Μπορεί να είχαν τα πάνω και τα κάτω τους όπως κάθε μεγάλο συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του, ειδικά ο Blitz έχει ταλαιπωρηθεί με την υγεία του όσο ελάχιστοι, καρκίνος, καρδιά, χρήσεις και πολλά άλλα προσπάθησαν να τον ρίξουν στο καναβάτσο. Κι όμως είναι αυτός που σαλπίζει την επίθεση όντας μπροστάρης σε κάθε δυνατή ευκαιρία και με τρόπο τέτοιο που χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά του εχθρού και που τους εδραιώνει ως κάτι το μη αντιμετωπίσιμο, ειδικά εν έτει 2017.

 

Στη μία ώρα που διαρκεί ο δίσκος και που κλείνει με το υπέροχο ομότιτλο κομμάτι (και είναι το μεγαλύτερο του δίσκου), οι Overkill σε κάνουν κι απορείς με την όρεξη, την τιμιότητα και πάνω απ' όλα με την ποιότητα που περιέχει κάθε τους δουλειά, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Δεν ξέρω και ούτε θέλω να μάθω τι κάνουν αυτοί οι πέντε υπέροχοι τύποι μεταξύ 47 (ο Ron) και 58 ετών (ο Blitz) και πως ακούγονται σαν 25άρηδες, αυτό που μου αρκεί είναι ότι δείχνουν το δρόμο σε αρκετούς συναδέλφους τους -είτε συνομηλίκους είτε νεότερους- στο πως πρέπει να αντιμετωπίζεις τη μουσική γενικά και στο πως πρέπει το μυαλό σου να είναι απόλυτα συγκεντρωμένο στο στόχο σου και να μην ακούς διάφορες Κασσάνδρες που πάντα θα προσπαθήσουν να σε αποπροσανατολίσουν. Εν έτει 2017, οι Overkill κρατάνε τη σημαία του thrash ψηλότερα από κάθε άλλο συγκρότημα του είδους, ειδικά σε σχέση με τις πολύ μεγάλες μπάντες που μεσουράνησαν στην Αμερική στα '80s, οι νυχτεριδοφίλοι μας δεν έχουν αντίπαλο και ο οποιοσδήποτε χάνει στη σύγκριση πριν καν αρχίσει η συζήτηση. Κι αν είχατε κάποιες αμφιβολίες ότι φούσκα ήταν και θα σκάσει, το καμάρι της Νέας Υόρκης είναι εδώ για να αποδείξει ότι το σερί που κάνουνε δεν έτυχε αλλά απλά πέτυχε. Και πέτυχε με τέτοιο τρόπο που όχι απλά θα μνημονεύεται ως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους και σίγουρα ως ένα από τα κορυφαία για το 2017, αλλά η σημασία του μπορεί να αποδειχτεί ζωτικής σημασίας για όλο το thrash το οποίο έχει περάσει αρκετά σκαμπανεβάσματα, αλλά και μόνο οι Overkill να συνεχίσουν να δισκογραφούν, θα παραμένει για πάντα το πιο όμορφο κι εθιστικό παρακλάδι της μουσικής που όλοι αγαπήσαμε. Οπλισμένοι, επικίνδυνοι, θανατηφόροι! Το νου σας, δαγκώνουν!


Βαθμολογία: 90/100

 

Για το Rock Οverdose,

Δημήτρης Αλόρας

 

 

 

 

 

 

 


Comments