Ανταπόκριση: Praying Mantis, Primal Roots @ Death Disco, Αθήνα (10/10/2025)


“Panic in the streets”, Athens was a “Captured City” on Friday (by Praying Mantis)!

Πανικός στους δρόμους, η Αθήνα ήταν την Παρασκευή μια κατεχόμενη πόλη (από τους Praying Mantis)!

 

 

Οι πρώην NWOBHM και μετέπειτα hard rockers - melodic metallers Praying Mantis, όσο και οι αρκετά νεώτεροι Primal Roots δεν είναι άγνωστοι στο ελληνικό κοινό καθότι οι μεν πρώτοι έχουν παίξει άλλες 5 φορές, οι δε δεύτεροι κάποιες φορές τα τελευταία 3 χρόνια.

Με τους Praying Mantis η κατάσταση είναι λίγο μπερδεμένη καθότι ο πρώτος τους δίσκος “Time Tells No Lies” (1981) ήταν μεν NWOBHM αλλά με αρκετά στοιχεία μελωδικού metal (και AOR), τα οποία στους επόμενους δίσκους επικράτησαν. Ναι μεν παίζουν στις συναυλίες τους αρκετά από τα επιτυχημένα τραγούδια του πρώτου δίσκου, αλλά ο μέσος έλληνας ακροατής προβληματίζεται κατά πόσον θα έπρεπε να έρθει σε συναυλία τους για να ακούσει τα λίγα παλιά καλά τραγούδια που θα παίξουν. Προβληματισμός λογικός, που θα απαντηθεί στην συνέχεια.

Τους είχα δει το 2014 (με την παρούσα σύνθεση) στα πλαίσια του Rock You to Hell festival και απ’ ότι θυμάμαι μου άρεσαν αρκετά τα παλιά τραγούδια τους, ενώ στα νεώτερα και πιο AOR ήμουν κάπως συγκρατημένος. Παρόλα αυτά μου είχε κάνει εντύπωση η ερμηνευτική ικανότητα όλων ανεξαιρέτως των μουσικών, ιδιαίτερα δε τoυ τότε νεοφερμένου John "Jaycee" Cuijpers στα φωνητικά με την μελωδική αλλά και με γρέζι φωνή του και η κιθαριστική δεινότητα των Tino Troy και Andy Burgess. Ως συνέπεια όλων αυτών πήγα στην παρούσα συναυλία με κάποιες επιφυλάξεις.

Στο συγκεκριμένο club έχω ξαναπάει κυρίως για συναυλίες gothic rock συγκροτημάτων (σε αυτό ειδικεύεται). Συμπαθητικός συναυλιακός χώρος, αλλά μικρός και ενδείκνυται για μικρού ακροατηρίου συγκροτήματα. Δεδομένου ότι η συναυλία ήταν sold-out προσπάθησα να φτάσω στο club, όσο το δυνατό νωρίτερα. Τα κατάφερα ως ένα βαθμό, όμως στάθηκα και τυχερός δεδομένου ότι σταδιακά προωθήθηκα στην πρώτη σειρά.


Η συναυλία ξεκίνησε ακριβώς στις 9 με τους Primal Roots, τους οποίους είχα παρακολουθήσει για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2024 και μου είχαν κάνει τότε πολύ καλή εντύπωση (https://rockoverdose.gr/aephanemer-primal-roots-holywood-stage/). Πρόκειται για ένα σχετικά νέο (από το 2019) πολυεθνικό συγκρότημα με έδρα την Αθήνα. Ο μόνος έλληνας είναι ο πολύ δυναμικός, όπως αποδείχθηκε, drummer Αργύρης Κυριάκος (έχουν περάσει αρκετοί από αυτή την θέση). Ο ήχος του μπάσου της τυνήσιας Amira Debaieb ήταν εμφανής σε όλη την διάρκεια του σετ, βοηθώντας τον ισπανό δεξιοτέχνη κιθαρίστα Alejandro Lobato, ο οποίος έπαιξε επάξια και τα πιο απαιτητικά μέρη. Όμως frontwoman της μπάντας ήταν η βρετανίδα τραγουδίστρια Rachel Cassar που ξεσήκωνε τον κόσμο. Εκτός της εκπληκτικής φωνής της, πήγαινε πάνω – κάτω στην μικρή σκηνή μιλώντας στα αγγλικά αλλά και σε αρκετά καλά ελληνικά κάνοντας συχνά headbanging με την πλούσια κόμη της. Σαφώς σε σχέση με όταν τους είχα πρωτοδεί, τώρα ήταν πιο δεμένοι ως σύνολο, πιο καλά προετοιμασμένοι και έπαιζαν με πάθος και ενθουσιασμό. Το μόνο ίσως τεχνικό ψεγάδι ήταν ότι ένα μικρό αναγκαστικό διάλειμμα μετά το “Say It” με τον ήχο στα drums, το οποίο αφενός αποκαταστάθηκε γρήγορα και αφετέρου έδωσε στην κινητικότατη, όπως προανέφερα, Rachel να εξηγήσει και στα ελληνικά σε τι αναφέρονταν οι στίχοι του επόμενου τραγουδιού “Race to the Red Light” (στις αυτοσχέδιες κόντρες στους δρόμους, της έχει κάνει εντύπωση η οδήγηση στην Ελλάδα, τώρα με τον νέο ΚΟΚ να δούμε). Γενικά, η Rachel έλεγε 2-3 λόγια πριν από κάθε τραγούδι, εξηγώντας σε τι αναφέρεται με την θεματολογία των περισσότερων τραγουδιών τους να είναι κοινωνικού περιεχομένου, όπως και στα: “Say It”, “Hey! Who cares!” (αναφέρεται στην κακοποίηση των γυναικών) ή “Send in the Clowns” (αναφέρεται στους πολιτικούς εν γένει).



Στο ακριβώς 40΄σετ τους έπαιξαν 8 τραγούδια, 6 εκ των οποίων από την μοναδική μέχρι στιγμής πλήρη κυκλοφορία τους “Stand Up” (2022). Τα νέα τραγούδια ήταν τα: “Hey! Who cares!” (ακυκλοφόρητο) και το πολύ δυναμικό “Made in Hell” (φετινό single). Για τα τέλος άφησαν τα δύο (κατ΄ εμέ) καλύτερα τους τραγούδια: “Black” (από τα καλύτερα power metal τραγούδια της ελληνικής σκηνής) και “Tribal Dream” (έτερος power, αλλά πιο προς metal ύμνος). Αποχώρησαν καταχειροκροτούμενοι και κρίνοντας από τις αντιδράσεις και τις εκ των υστέρων συζητήσεις με παρευρισκομένους, πιστεύω ότι το ιδιόμορφο metal προς το doom με στοιχεία power και progressive που έπαιξαν άρεσε στο κοινό, ακόμη και σε αυτούς που τους άκουσαν για πρώτη φορά.

Primal Roots setlist

01 Stand Up

02 Say It

03 Race to the Red Light

04 Hey! Who cares!

05 Send in the Clowns

06 Made in Hell

07 Black

08 Tribal Dream



Στο διάλειμμα δεν μπόρεσα να απομακρυνθώ από την θέση μου γιατί το club ήταν «πήχτρα»! Υπήρχε κόσμος στα σκαλιά, στον επάνω όροφο, παντού. Το απόλυτο sold-out! Οι πρώτες επευφημίες από το κοινό άρχισαν βλέποντας τα μέλη των Praying Mantis να στήνουν τον εξοπλισμό τους στην σκηνή. Όλα όμως ετοιμάστηκαν εντός χρονοδιαγράμματος και στις 10 ακριβώς τα μέλη του συγκροτήματος συγκεντρώθηκαν στην δεξιά άκρη της σκηνής, σήκωσαν τα χέρια τους ψηλά, είπαν μεταξύ τους 1-2 συνθήματα και έκαναν όπως μία ομάδα μπάσκετ πριν την έναρξη του αγώνα!

Ο οποίος «αγώνας» ξεκίνησε με τις πρώτες νότες του κλασσικού hit “Praying Mantis” (από το πρώτο αξεπέραστο άλμπουμ τους), δυναμικές ιαχές από τον John "Jaycee" Cuijpers και χαράς ευαγγέλια για το κοινό! Μάλιστα κάποιος θεατής ενώ έπαιζε ο Tino Troy  προσεγγίζοντας προς την σκηνή τον φίλησε στο κεφάλι! “Panic in the Streets” ήταν το επόμενο τραγούδι και ο «πανικός» εντός της αίθουσας συνεχίστηκε! Οι Praying Mantis ήταν σε μεγάλη φόρμα εκείνη την βραδιά, βοηθούμενοι και από το «καυτό» κοινό: ο Jaycee παρόλη την ηλικία του είχε απίστευτη φωνή και μελωδική και δυνατή, τα αδέλφια Troy (τα μόνα αρχικά μέλη της μπάντας και με Κυπριακή καταγωγή) ο Chris στο μπάσο και ο Tino στην κιθάρα «ζωγράφιζαν», ο οποίος Tino με τον έτερο κιθαρίστα Αndy Burgess, εναλλάσσονταν σε θανατηφόρα riffs και solos! Την πεντάδα έκλεινε ο πολύ τεχνίτης drummer Hans van't Zandt (ενίοτε και δεύτερα φωνητικά), ο δεύτερος Ολλανδός εκτός του Jaycee στο συγκρότημα, τον οποίο είχα παρακολουθήσει ως drummer των Andry πριν μερικούς μήνες στο Κύτταρο. Δεν ήταν όμως μόνο οι μουσικές τους ικανότητες, αλλά και η επικοινωνία μεταξύ τους με αλληλο-πειράγματα, αλλά κυρίως με το κοινό (προεξέχοντος του Jaycee, ο οποίος ήταν ένας πραγματικός frontman), τα οποία ζέσταιναν την ατμόσφαιρα. Σε κάποιο σημείο ο Chris ανέφερε την τελευταία φορά που έπαιξαν στην Ελλάδα το 2019 και αναρωτήθηκε γιατί πέρασε τόσος καιρός για να ξαναέρθουν;



Στην συνέχεια οι ρυθμοί έπεσαν καθώς έπαιξαν μία 4αδα τραγουδιών μελωδικού rock - metal, τα: “Highway”, “Borderline” (το οποίο ο Jaycee αφιέρωσε σε κάποιο οπαδό και την φίλη του), “The One” (οι ερωτικοί στίχοι του οποίου αναφερόταν στην δεύτερη σύζυγο του Jaycee, μάλλον «τώρα ταιριάζει για την τρίτη» ανέφερε αστειευόμενος) και “Dream On”. Τα τραγούδια αυτά ευτυχώς ζωντανά ακούγονταν πιο δυναμικά απ’ ότι studio και μπορώ να πω (αν και μη οπαδός του AOR) πως μου άρεσαν. Γενικά, τα AOR τραγούδια μπορεί στην πλειοψηφία των μεταλλάδων να ακούγονται «ξενέρωτα», έχουν όμως και τα θετικά στοιχεία τους, όπως: είναι καλοφτιαγμένα, συνήθως η φωνή (εν προκειμένω του Jaycee) δίνει ρεσιτάλ, ενώ σε κάποια από αυτά υπάρχουν ωραία ή και δυναμικά solos.



Ακολούθησε ένα άλλο εμβληματικό τραγούδι του παρελθόντος το “Lovers to the Grave”, που είναι ταυτόχρονα και NWOBHM και AOR, αλλά με εκπληκτικά solos στο τέλος και το οποίο τραγούδησε αρχικά ο Chris για να έρθει στο τέλος και ο Jaycee να ξεσηκώσει περαιτέρω το κοινό κατά την διάρκεια των “δαιμονισμένων” solos. Ακολούθησε το σχετικά πρόσφατο δυναμικό (όπως λέει και το όνομα του) “Keep It Alive”, το οποίο έχει στοιχεία του ένδοξου παρελθόντος, για να περάσουν στο μοναδικό εκπρόσωπο της τελευταίας κυκλοφορίας, Defiance (το οποίο αναγκαστικά περιφρονήθηκε), το σχεδόν «χορευτικό», όπως είπε και ο Jaycee: “Standing Tall”, ένα πολύ ωραίο τραγούδι με οικολογικές ανησυχίες, οι οποίες ως θεματολογία είναι αναπτυγμένες στις τελευταίες κυκλοφορίες τους. Το μελωδικό “Time Slipping Away” ήταν άλλο κομμάτι κατηγορίας “Lovers to the Grave”, δηλαδή με δυισμό ανάμεσα σε μελωδικό rock και NWOBHM και «έρευσε» ως ένα ευχάριστο άκουσμα πριν την καταιγίδα του “Captured City”. Η ατμόσφαιρα «μύριζε μπαρούτι» ήδη από την μακρόσυρτη εισαγωγή μόνο με τον ρυθμό στην κιθάρα του Tino με το κοινό (και τον Jaycee) να κτυπάνε ρυθμικά παλαμάκια, ενώ τα υπόλοιπα μέλη (Chris, Andy, Hans) δεν έπαιζαν, απλά παρακολουθούσαν έκπληκτοι. Ο Hans μάλιστα τραβούσε φωτογραφίες με το κινητό του! Στην συνέχεια όταν μπήκε το κυρίως κομμάτι επικράτησε πανζουρλισμός!



Ήδη είχαν παίξει ~ 70’. Μας αποχαιρέτησαν προσωρινά με το κοινό να φωνάζει ρυθμικά το όνομα τους για να επιστρέψουν με ένα κομμάτι που όπως είπε και ο Andy δεν πολυπαίζουν, την  διασκευή των Lynyrd Skynyrd “Simple Man”, όπου η κατάλληλα βραχνή φωνή του Jaycee ταιριάζει «γάντι» για southern rock. Εκεί, και αν έγινε χαμός! Μία οπαδός «μεράκλωσε» και προέβην σε crowdsurfing επί μακρώ,  μεταφερόμενη από χέρι σε χέρι πάνω από τα κεφάλια μας, ενώ άλλοι κοντά στην σκηνή αγκάλιασαν τον Tino ενώ έπαιζε. Τελειώνοντας ρώτησε ο Jaycee: «θέλετε άλλο ένα τραγούδι?» Ερωτήσεις που κάνει (με αυτονόητες απαντήσεις)! και έπαιξαν άλλον έναν ύμνο από τα παλιά, το θρυλικό “Children of the Earth” με το κοινό να τραγουδάει το ρεφρέν καθ’ όλη την διάρκεια του τραγουδιού! Απίστευτη ατμόσφαιρα! Σε κάποια στιγμή στο solo του Tino η πεταλιέρα τον πρόδωσε λίγο, προς στιγμή σταμάτησε να παίζει και απτόητοι έπαιξαν εκείνο το τμήμα από την αρχή (χωρίς τεχνικά προβλήματα αυτή τη φορά) δίνοντας μας την ευκαιρία να απολαύσουμε τα φανταστικά solos των Tino και Andy.



Η συναυλία ολοκληρώθηκε κατά τις 11:30 και δεν νομίζω κάποιος είτε μέλος συγκροτήματος, είτε  θεατής να έχει παράπονα! Το club μπορεί να ήταν μικρό, όμως ο ήχος ήταν αρκετά καλός και τα όποια τεχνικά προβλήματα ευτυχώς διορθώθηκαν αμέσως. Το αρκετά εκδηλωτικό κοινό ήταν σαν το 6ο μέλος του συγκροτήματος σε σημείο που εντυπωσιάστηκαν ακόμη και οι ίδιοι οι Praying Mantis!. Οι αρχικές επιφυλάξεις μου είχαν διαλυθεί. Ναι, το κοινό εκείνη την βραδιά είχε διασκεδάσει με το ποιοτικό metal των Primal Roots, αλλά οι Praying Mantis είχαν «καταλάβει» την μεταλλική Αθήνα στην Death Disco με την δυναμική τους απόδοση!

Η διοργάνωση της συναυλίας ήταν γενικά σε καλό επίπεδο (κυρίως ο ήχος, γιατί ο φωτισμός «έμπαζε» και αυτό δεν το λέω ως απολογία για την ποιότητα των φωτογραφιών, το διεπίστωσαν και πιο έμπειροι φωτογράφοι), το πρόγραμμα τηρήθηκε κατά γράμμα και μάλιστα οι Praying Mantis προς τέρψη των θεατών υπερέβησαν τον αρχικό χρόνο κατά περίπου 13΄. Όμως το συγκεκριμένο club αποδείχθηκε μικρό για να φιλοξενήσει ένα τέτοιο συγκρότημα. Η μικρή και μη αρκούντως υπερυψωμένη σκηνή έδινε την αίσθηση ότι κυριολεκτικά έπαιζαν μέσα στο κοινό. Αν κάποιος από τους μπροστινούς θεατές έτρωγε καμιά δυνατή σπρωξιά θα βρισκόταν στην σκηνή! Αυτό βέβαια είχε και τα πλεονεκτήματα του, δηλαδή της αμεσότητας της αμφίπλευρης επικοινωνίας κοινού και συγκροτημάτων. Κρίνω όμως ότι έπρεπε να έπαιζαν σε μεγαλύτερο χώρο, μπορεί να μην ήταν sold-out εκεί αλλά θα υπήρχε μία σχετική άνεση. Δεν γνωρίζω βέβαια την διαθεσιμότητα των υπολοίπων clubs, ούτε την οικονομική διάσταση της συναυλίας. Απαντώντας σε κάποιους που άσκησαν κάποια μικρο-παράπονα (γιατί η μεγάλη εικόνα ήταν άκρως θετική) ότι όλο τα ίδια παίζουν, ενώ π.χ στην Γερμανία ή στην Ιαπωνία έπαιξαν 15 ή 18 τραγούδια αντίστοιχα και όχι 13 όπως στην Ελλάδα. Ναι μεν, αλλά εδώ έπαιξαν και την διασκευή Simple Man που έγινε χαμός και τα 2 ή 5 έξτρα τραγούδια των εκεί setlist ήταν πιο AOR. Προσωπικά ήμουν απόλυτα ικανοποιημένος με το περίπου 83’ «σφικτό» σετ τους (παρά με μεγαλύτερο και «ξεχειλωμένο»), ξέρουν ότι εδώ δεν μας πολύ αρέσει το AOR και εύχομαι να κρατήσουν την υπόσχεση τους (όπως ανακοίνωσαν) να ξαναέλθουν και του χρόνου!

 

 

 

Praying Mantis setlist 

01 Praying Mantis

02 Panic in the Streets

03 Highway

04 Borderline

05 The One

06 Dream On

07 Lovers to the Grave

08 Keep It Alive

09 Standing Tall

10 Time Slipping Away

11 Captured City

Encore

12 Simple Man (διασκευή Lynyrd Skynyrd)

13 Children of the Earth

 

 

Για το RockOverdose,

Κείμενο - Φωτογραφίες - videos: Παναγιώτης Παπανδρεόπουλος



Comments