Η συναυλία του Chris Isaak ήταν από εκείνες που είχα κυκλώσει στο ημερολόγιό μου από τη στιγμή που ανακοινώθηκε. Ο λόγος απλός: μεγάλωσα με τα τραγούδια του. Το "Wicked Game" και το "Blue Hotel" έπαιζαν ασταμάτητα στο MTV και στα ραδιόφωνα της εποχής, αποτελώντας κομμάτι του προσωπικού soundtrack μιας ολόκληρης γενιάς.
Υπήρχε όμως και κάτι βαθύτερο. Η νοσταλγία που μου ξυπνά η φωνή του με γυρίζει πίσω στα εφηβικά χρόνια, όταν έγραφα CD με μπαλάντες — φυσικά και τραγούδια του Isaak βρίσκονταν πάντα μέσα σε αυτά — και τα χάριζα εκεί όπου ένιωθα πως η καρδιά μου φτερούγιζε. Προσθέστε σε αυτό τη σύνδεση που έχει η μουσική του με το αγαπημένο μου "Wild at Heart" του David Lynch, αλλά και τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τον Roy Orbison, έναν ακόμη καλλιτέχνη που εκτιμώ βαθιά, και γίνεται εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω αυτή τη συναυλία.
Το ίδιο φαίνεται πως σκέφτηκαν και πολλοί άλλοι. Αν και το Θέατρο Λυκαβηττού δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτο, η προσέλευση ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητική. Και ίσως αυτό να ήταν τελικά το ιδανικό. Η καλοκαιρινή βραδιά ήταν υπέροχη, η θέα της πόλης μαγευτική και τα χρώματα του ουρανού έμοιαζαν να έχουν επιλεγεί ειδικά για την περίσταση.

Λίγο μετά τις 21:15, απόλυτα συνεπής στο ραντεβού του, ο Chris Isaak ανέβηκε στη σκηνή μαζί με την πολυετή μπάντα του. Το σκηνικό ήταν λιτό, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμους, με τον φωτισμό να λειτουργεί υποστηρικτικά και όχι ανταγωνιστικά προς τη μουσική. Όλα έδειχναν πως το βάρος της βραδιάς θα έπεφτε εκεί όπου έπρεπε: στα τραγούδια.
Και πράγματι, η βραδιά κύλησε με διαχρονικές επιτυχίες. Τα "Wicked Game", "Blue Hotel", "Somebody's Crying", "Baby Did a Bad Bad Thing", "Speak of the Devil", "Lie to Me" και "San Francisco Days" ήταν μερικές μόνο από τις στιγμές που ξεσήκωσαν το κοινό, ενώ ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα είχε και η εξαιρετική ερμηνεία του "Can't Help Falling in Love".

Ο Isaak έδειχνε να απολαμβάνει κάθε λεπτό πάνω στη σκηνή. Αυτοσαρκαζόταν για το glam παρουσιαστικό του — που, μεταξύ μας, εξακολουθεί να τον κάνει να ξεχωρίζει — πείραζε τα μέλη της μπάντας του και δεν σταματούσε να επικοινωνεί με το κοινό. Ατάκες, χιούμορ και μια αίσθηση αυθορμητισμού που σπανίζει πλέον σε καλλιτέχνες του βεληνεκούς του.
Παρά τη δεδομένη λάμψη του, παρέμεινε προσιτός και ανθρώπινος. Δεν δίστασε να κατέβει από τη σκηνή, να περπατήσει ανάμεσα στις κερκίδες και να πλησιάσει το κοινό κάτω από το stage, συνεχίζοντας παράλληλα να τραγουδά. Την ίδια στιγμή, η μπάντα του παρέμενε αψεγάδιαστη, στηρίζοντας κάθε στιγμή της εμφάνισης με επαγγελματισμό και ενέργεια.
Και αν μιλάμε για τη μουσική πλευρά της βραδιάς, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ζητήσει περισσότερα. Οι μουσικοί του Isaak παρέδωσαν μαθήματα rock 'n' roll και blues αισθητικής, συνδυάζοντας τεχνική αρτιότητα, εμπειρία και αυθεντικό πάθος. Μεγάλος σύμμαχος της βραδιάς ήταν και ο εξαιρετικός ήχος — από τους καλύτερους που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια σε συναυλιακό χώρο.

Όσο για τον ίδιο τον Chris Isaak, στα 69 του χρόνια εξακολουθεί να διαθέτει μια σπάνια σκηνική γοητεία. Η παρουσία του μαγνητίζει τα βλέμματα χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές, ενώ η φωνή του παραμένει εντυπωσιακά αναλλοίωτη. Σωματικά έδειχνε σε εξαιρετική κατάσταση, όμως αυτό που εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η ενέργεια και η αφοσίωσή του στην ερμηνεία. Κάθε φορά που ξεκινούσε ένα από τα γνωστά τραγούδια του, ο ενθουσιασμός του κοινού γινόταν σχεδόν χειροπιαστός.
Δεν είναι πολλοί οι καλλιτέχνες που, σε αυτό το στάδιο της καριέρας τους, μπορούν να διατηρούν τέτοια ποιότητα, τέτοια άνεση πάνω στη σκηνή και τέτοια σύνδεση με το κοινό τους.

Εν τέλει, ο Chris Isaak χάρισε ακριβώς αυτό που περιμέναμε: μια βραδιά γεμάτη νοσταλγία, συναίσθημα, χιούμορ και αυθεντικό rock 'n' roll. Αν η εμφάνισή του αποτέλεσε την ανεπίσημη έναρξη του φετινού συναυλιακού καλοκαιριού, τότε δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο ξεκίνημα. Το κοινό το απόλαυσε με την ψυχή του - οι αθεόφοβες ανέβηκαν και στην πίστα προς το τέλος - και όταν ο Isaak υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψει σύντομα στην Ελλάδα, η υπόσχεση ακούστηκε περισσότερο ως ευχή που όλοι θέλουμε να δούμε να πραγματοποιείται.
Για το Rock Overdose,
Ανδρέας Μπαλκάμος
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat









