Το φυτώριο του core, έπειτα από σχεδόν μια δεκαπενταετία δεν έχει σταματήσει ακόμα να καλλιεργεί και να αποδίδει αξιόλογες μπάντες από τις οποίες κάποιες απλά ακολουθούν τις τάσεις της εποχής και κάποιες άλλες προχωρούν το κίνημα ακόμα παραπέρα. Οι Γερμανοί Replica ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, ακροβατώντας ανάμεσα στο metalcore και στο deathcore. Έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι μετρώντας ήδη τέσσερις full length δίσκους στο ενεργητικό τους δεν έχουν καταφέρει ακόμα να βγουν από το σκοτεινό μονοπάτι του underground.
Το ξεκίνημα είναι ακριβώς όπως αναμενόταν, άγριο.Death riffs και beatdown κάνουν εμφανή από την αρχή την πιο σκληρή πλευρά του συγκροτήματος. Όλα δείχνουν ότι θα έχουμε να κάνουμε με ένα σκληρό κομμάτι μέχρι να μπει το refrain και να εντοπιστεί και το πρώτο μειονέκτημα. Η μελωδία που ακούγεται σε αυτό το σημείο είναι μάλλον άκυρη καθώς έπειτα από μια ομοβροντία από brutal, και γρήγορο, δυνατό ρυθμό, περιμένεις και ένα ανάλογο refrain, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εδώ. Στο “Living in bondage” τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα. Ο ρυθμός είναι ίδιος αλλά υπάρχει καλύτερη συνοχή στο σημεία του τραγουδιού. Η μελωδία συνδυάζεται άψογα με breakdown μέχρι να πάρουν τη σκυτάλη τα leads και να καταλήξουν σε ωραία εναλλαγή solos. Στο επόμενο κομμάτι παρατηρείτε μια ενδιαφέρουσα εναλλαγή μεταξύ τριών διαφορετικών φωνητικών, brutal, πιο ψιλών, τσιριχτών brutal και growls. Το δε εναρκτήριο groove riff θυμίζει πολύ το “beast” των Devildriver δείχνοντας έτσι και κάποιες από τις επιρροές του συγκροτήματος.
Αντίθετα στο “Death by command” δεν γίνεται καλή επιλογή φωνητικών καθώς τα τσιριχτά τείνουν να γίνουν ενοχλητικά. Παρόλα αυτά το κομμάτι ακολουθεί μια καλή δομή με ένα low tempo riff στη μέση του να σπάει το ρυθμό, ο οποίος στη συνέχεια εξελίσσεται σε ένα πολύ καλό lead. Άξια αναφοράς είναι και τα “one mile down” και “the funeral”στα οποία οι Replica κάνουν επίδειξη τεχνικής στολίζοντάς τα με μακροσκελή solos. Τέλος υπάρχουν και τα πιο σκληροπυρηνικά “True terror” και “Throatcut with a butterknife” χωρίς όμως να ξεφεύγουν από τα τετριμμένα.
Στα θετικά του δίσκου προσμετρούνται η, σε κάποιες στιγμές, ενδιαφέρουσα εναλλαγή σκληρών φωνητικών, η τεχνική τους και η καλή αίσθηση μελωδίας στο είδος που παίζουν. Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται κυρίως κάποια προβλήματα συνοχής καθώς το συγκρότημα συγχέει εύκολα μελωδίες και δυνατά ξεσπάσματα. Επίσης ο δίσκος υποφέρει από μεγάλη κοινοτυπία και για αυτό θα δυσκολευτεί να ξεχωρίσει από το σωρό. Η απλή τοποθέτηση riffs και ρυθμών που έχουν ήδη ακουστεί από καλύτερες μπάντες του χώρου θυμίζει σε πολλές περιπτώσεις στυγνή αντιγραφή και όχι επίδειξη προσωπικότητας.
Δυστυχώς τα αρνητικά υπερσκελίζουν τα θετικά και έτσι το breakthrough δεν θα έρθει ούτε με το “The bright side of death”.
Βαθμολογία: 62/100
Για το RockOverdose.gr: Κωνσταντίνος “Beast” Δημητρόπουλος



