Ανταπόκριση: Death Disco Athens Open Air Festival με PETER HOOK & THE LIGHT, Anja Huwe, The Chameleons, Anne Clark κ.α. (20 & 21/09/2025)


Το Death Disco αυτά τα 12 χρόνια ύπαρξης του, δε λειτουργεί απλά σαν εναλλακτικό στέκι διασκέδασης, αλλά έχει αναδειχθεί σε κομβικό πυλώνα για την ευρύτερη darkwave σκηνή. Μπορεί κατά καιρούς να έχουν λάβει χώρα ιστορικά live εντός των τειχών της οδού Ωγύγου, η εξωστρέφεια του όμως το έχει φέρει σε θέση να διοργανώνει μεγαλύτερα events, φέρνοντας το αθηναικό κοινό σε επαφή με προβεβλημένα ονόματα της σκοτεινής σκηνής. H φετινή εκδοχή του Death Disco Athens Open Air Festival δεν εντάσσεται απλά σε αυτό το πλαίσιο, αλλά αποτελεί κορύφωση του, έχοντας μάλιστα ως παρακαταθήκη την πολύ επιτυχημένη διοργάνωση του 2023.

Με 14 καλλιτέχνες απλωμένους σε δύο σκηνές, το περασμένο Σαββατοκύριακο επιφύλαξε άφθονες συγκινήσεις για τους θιασώτες του εν λόγω ήχου. Αφού λοιπόν προμηθευτήκαμε το ιδιαίτερα γουστόζικο wristband, αλλά και το προσεγμένο πρόγραμμα του φεστιβάλ, κατευθυνθήκαμε προς τα ενδότερα, ώστε να απολαύσουμε όσα ο Λεωνίδας Σκιαδάς και η ομάδα του είχαν ετοιμάσει για εμάς.


Άμα τη είσοδο μας, μας υποδέχθηκε στην κεντρική σκηνή το δίδυμο των Valisia Odell και Αριστομένη Θεοδωρόπουλου, που μόλις κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους στη Detriti Records. Στην περίπου μισή ώρα που είχαν στη διάθεση τους, μας έδωσαν μια γερή γεύση από την πρώτη τους δουλειά. Σκοτεινός ηλεκτρονικός ήχος, ο οποίος ξεφεύγει από τα minimal synth στεγανά, με τον Αριστομένη να φέρει εις πέρας όλη τη βρώμικη δουλειά επί σκηνής πίσω από τα εφέ και synths και τη Valisia να χειρίζεται επιτυχώς το επικοινωνιακό μέρος τόσο με τη χαμαιλεοντική φωνή της όσο και την ιδιαίτερη κινησιολογία της.



Στη Dreadbox σκηνή μας υποδέχθηκε η εκ Στοκχόλμης ορμώμενη Aux Animaux. Mε look που παρέπεμπε σε κάποιο διεστραμμένο Anime και spooky dark synth μουσική που μάτσαρε σε κλίμα την εμφάνιση της, αποτέλεσε ιδανικό opening για την εσωτερική σκηνή. Η κάπως εφετζίδικη χρήση του theremin έδωσε έξτρα πόντους στην έτσι κι αλλιώς παραστατική παρουσία της, ενώ η χρήση μπάσου έστω και περιστασιακά πρόσθεσε επιθυμητό βάθος στον ήχο της.



Ο Blakaut που ακολούθησε, έπαιξε ίσως μπροστά στον λιγότερο κόσμο που θυμάμαι να έχει συγκεντρωθεί ποτέ σε set του, πράγμα απολύτως κατανοητό όταν παίζεις σε ένα τέτοιο φεστιβάλ.  Πάντως, με τις πρώτες νότες του “Μπλακ Άουτ” ο κόσμος που βρισκόταν εντός της Dreadbox σκηνής δε φάνηκε να πτοείται, αγκαλιάζοντας από την πρώτη στιγμή τους σκοτεινούς ηλεκτρονικούς ήχους και τις ποικίλες φωνές που έφταναν στα αυτιά του από το υπερπέραν.



Από την άλλη, στo δίδυμο -πλέον- των Βuzz Kull δεν έπεφτε καρφίτσα, με τον κόσμο να δίνει μάχη για εκατοστά στον περιορισμένο χώρο του dancefloor, προκειμένου να εσωτερικεύσει και την τελευταία ικμάδα από τα μινιμαλιστικής υφής synths, που εκπορεύονταν από τα ικανά χέρια του Μarc Dwyer και της συνδαιτημόνος του. Αδιάκοπη κίνηση επί σκηνής, παραμορφωμένα φωνητικά, σκληρά beats και κομμάτια όπως τα “New Kind Of Cross”, “We Were Lovers”, “Rise From Your Grave” και “Into The Void” εγγυήθηκαν τη θετικότατη εξέλιξη της εμφάνισης τους. Δυστυχώς, δεν παραμείναμε μέχρι το τέλος, καθώς έπρεπε να μετακινηθούμε προς τη μεγάλη σκηνή, όπου σε λίγη ώρα θα είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τον τεράστιο Peter Hook.



Αφού απηύθυνε ένα σύντομο χαιρετισμό από το Μanchester, o Hooky και η μπάντα του -επίσης γνωστοί ως Peter Hook & The Light- μπήκαν κατευθείαν σε μια πορωτική εκτέλεση του “Warsaw”, θέτοντας εξαρχής τα θεμέλια για μια επιτυχημένη εμφάνιση. Mε το “Interzone” να βάζει ακόμα περισσότερα γκάζια και τα “Isolation”, “She’s Lost Control”, “Shadowplay”, “Disorder” και “Transmission” να ακολουθούν, το γκολ είχε μπει από τα αποδυτήρια. Kάπου εμβόλιμα βρήκε τη θέση του δίπλα στα υπόλοιπα και το outsider “Digital”, ενώ το νοητό πρώτο μισό του set ολοκληρώθηκε με το μνημείο “Atmosphere” και το πνεύμα του Ian Curtis να πλανιέται πάνω από την Τεχνόπολη.



Να σημειωθεί ότι τα κομμάτια παίζονταν σχεδόν χωρίς καμία διακοπή, με τον Peter Hook να προλογίζει κάποια εξ αυτών, απλά με τον τίτλο τους. Η μπάντα του έδειχνε να βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα, με τον David Potts εκτός από τρομερή δουλειά στην κιθάρα, να βοηθά επιτυχώς όπου χρειαζόταν και στα φωνητικά, ενώ εκπληκτικά μελετημένο ήχο στο μπάσο (και ψηλά στη μίξη -όπως ακριβώς έπρεπε δηλαδή-) είχε ο υιος Hook, Jack Bates, o οποίος δυστυχώς σε κανένα σημείο της εμφάνισης τους δεν το παράδωσε στον πατέρα του, πράγμα που ήταν και το μεγάλο μείον της βραδιάς, γιατί κακά τα ψέμματα το real thing, είναι πάντα ανώτερο της οποιασδήποτε εναλλακτικής, έστω κι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση στάθηκε η καλύτερη δυνατή.



To ατμοσφαιρικό “Your Silent Face” γεφύρωσε επιτυχώς το χάσμα ανάμεσα στο Joy Division μέρος της συναυλίας που προηγήθηκε και ταυτόχρονα εκκίνησε το δεύτερο, που θα αντλούσε αποκλειστικά από την καριέρα του Peter Hook με τους Νew Order. Στο άκουσμα των πρώτων νοτών του “Blue Monday” που ήρθε αμέσως μετά, το κλίμα άλλαξε άρδην, με ένα ξέφρενο πάρτυ να στήνεται στην πλατεία της Τεχνόπολης. Και μάλιστα εξελίχθηκε σε διάρκειας, καθώς τα “Regret”, “Crystal”, “Bizarre Love Triangle”, “Temptation” και “True Faith”, που ακολούθησαν δεν άφησαν κάνενα κορμί ακίνητο.



To “Ceremony”, που αφιερώθηκε από τον Hook στον Ιan Curtis, έβαλε την ατμόσφαιρα ξανά στην εξίσωση, ελάχιστα πριν το τέλος. Και σε περίπτωση που αναρωτιόμασταν “How do you top that?” ο Ηooky είχε έτοιμη την απάντηση: “This Is How” και ταυτόχρονα όλη τη μπάντα να μπαίνει στο “Love Will Tear Us Apart”, απλά ένα από τα κορυφαία κομμάτια όλων των εποχών. Η συμμετοχή του κοινού βροντερή, αποτελώντας το ιδανικό κλείσιμο σε μια ήδη άριστη βραδιά, που είχε σημαδευτεί νωρίτερα από την ιστορική εμφάνιση της Αnja Huwe επί ελληνικού εδάφους.



Απαστράπτουσα και με μια μπάντα σαφώς πιο σύγχρονη σε ύφος, αλλά με την κατάλληλη επάρκεια να χειριστεί το ένδοξο παρελθόν της, η Αnja μοίρασε ανισομερώς το χρόνο της στη σκηνή ανάμεσα στο πρόσφατο solo album της “Codes” και σε υλικό από την ένδοξη εποχή των Χmal Deutchland, με το δεύτερο να καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος. Με τα σημάδια του χρόνου να είναι εμφανή σε σημεία στη φωνή της, αλλά σε καμία περίπτωση να μην την κρατούν πίσω, η κυρία Huwe έδωσε νέα πνοή σε εμβληματικά κομμάτια όπως “Augen-Blick”, “Polarlicht”, “Mondlicht”, “Incubus Succubus”, “Qual”, ζωντανεύοντας με μοναδικό τρόπο τα γερμανικά post punk ‘80s  προς τέρψιν των τυχερών που βρέθηκαν στην Τεχνόπολη το περασμένο Σάββατο.



Προχωρώντας αντίστροφα χρονικά, δε θα μπορούσαμε να υποτιμήσουμε την εμφάνιση των Cold Cave στην εξωτερική σκηνή, οι οποίοι παρέδωσαν ένα γεμάτο set, που προσπάθησε να αγγίξει όλες τις πτυχές του ήχου τους. Ο Wesley Eisold μπορεί να μην έχει την πιο smooth κίνηση που έχω δει, όμως με το ανάστημα του και τη μακρυά καπαρντίνα που ήταν ενδεδυμένος αποτελούσε μια σαφώς επιβλητική παρουσία. Η “τεθλιμμένη χήρα” Amy Lee εξ αριστερών του στα πλήκτρα συμπλήρωνε ιδανικά το ενδυματολογικό κομμάτι, όμως η ουσία ήταν ότι είχαν στο πλευρό τους ένα μπαρουτοκαπνισμένο σχήμα που μπορούσε με άνεση να ελιχθεί ανάμεσα στο υλικό του πιο πρόσφατου “Passion Depression” και του “Cherish The Light Years” του 2011, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση του set τους, αλλά και των “Nothing Is True But You”, “Glory”, “Youth And Lust” και “A Little Death To Laugh”, που επίσης ακούστηκαν. Ο τελευταίος χορός του Sisters-ικού “Promised Land” και αφού πλέον είχε νυχτώσει για τα καλά, αποτέλεσε ιδανική προθέρμανση για όσα εξαιρετικά θα ακολουθούσαν.



Η έναρξη της δεύτερης ημέρας του Death Disco Open Air Festival δόθηκε υπό τους minimal synth ήχους των Αθηναίων Ιncirrina. Η σύμπραξη της σαφώς πιο επικοινωνιακής Ειρήνης στη φωνή και του κάπως πιο απόμακρου Γιώργου, που είχε αναλάβει τη μερίδα του λέοντος στα electronics, φάνηκε να αποδίδει καρπούς και σε ζωντανό περιβάλλον, καθώς το δίδυμο πλοηγούσε στα σκοτεινά νερά των δύο full length κυκλοφοριών τους. Αυτό που με ιντρίγκαρε ιδιαίτερα με αυτούς είναι ότι τα synths και ως ένα βαθμό τα beats παίζονται ζωντανά και δεν είναι προηχογραφημένα, δίνοντας την εντύπωση ότι τα κομμάτια τους χτίζονται αλληλεπιδραστικά on the spot. Αξιοσημείωτο και το ζωντανό ντεμπούτο του νέου single τους “Κρυφό”, που έτυχε θετικότατης υποδοχής από το κοινό.



Μετακίνηση στη Dreadbox σκηνή, για τους Ιταλούς Spiritual Front. Mε το “Accattone” του Pier Paolo Pasolini να τους συνοδεύει στο background και κομματάρες όπως “The Shining Circle”, “I Walk The (Dead) Line”, “Darkroom Friendship”, “Jesus Died In Las Vegas” και “Disaffection” στη διάθεση τους, ο Simone Salvatori και η παρέα του ανέβασαν από νωρίς ψηλά τον πήχη της ημέρας. Στο σταυροδρόμι που συναντιούνται η spaghetti western αύρα, η dark country αισθητική και η goth μελαγχολία, οι Spiritual Front έστησαν μια mini live-άρα στην εσωτερική σκηνή του φεστιβάλ, ενώ για κερασάκι στην τούρτα μας χάρισαν μια εξαιρετική διασκεύη στο “There is A Light That Never Goes Out” των The Smiths.



Μέχρι να περπατήσουμε προς την πλατεία της Τεχνόπολης τα ξυπόλητα πόδια του Boris May ήδη αλώνιζαν τη σκηνή της. Αν και τα πάντα φαίνεται να είναι εκ των προτέρων στημένα στην εντέλεια  στο laptop του Μaurizio Blanco, οι Κlangstabil δεν εκπέμπουν ούτε στο ελάχιστο κάτι κλινικό προς τα έξω. Αντίθετα εξωτερικεύουν μπόλικο συναίσθημα, περίπτωση που δε συναντάς συχνά στην ηλεκτρονική μουσική. Το mic drop του Βoris May στο “Push Yourself” και οι κραυγές αγωνίας του Maurizio Blanco στο “Gloomy Day” το πιστοποιούν και με το παραπάνω. Ενεργητικοί, ψυχωμένοι και εξόχως συντονισμένοι με τα vibes του κοινού, αποδείχθηκαν το κρυφό χαρτί της ημέρας, που κέρδισε ακόμα μια μικρή παρτίδα για τη διοργάνωση.



Στο μεταξύ οι Corpus Delicti είχαν κιόλας μαζέψει αρκετό, αλλά κυρίως φανατικό κόσμο στη Dreadbox σκηνή, που περίμενε πως και πως την εμφάνιση τους. Ήδη από τις πρώτες νότες του “Crash”, οι ένθερμες αντιδράσεις του σαφώς πιο deathrock κοινού που είχε τιγκάρει την εσωτερική σκηνή, σου περνούσαν το μήνυμα ότι για μια συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων κάτι εξαιρετικά σημαντικό συμβαίνει εδώ. Με set βασισμένο στα δύο πρώτα άλμπουμ τους “Twilight” & “Sylphes” και λιτή, αλλά δυναμική παρουσία, μας πρόσφεραν μια γερή ματιά στα cult γαλλικά post punk ‘90s, αποζημίωνοντας τους πιστούς τους μέχρι κεραίας.



Στο άκουσμα του ονόματος της Anne Clark, δε μπορείς παρά να σταθείς προσοχή. Με όχημα τη synth pop και την electronica, έφερε την spoken word προσέγγιση στο προσκήνιο, επηρρεάζοντας πολυάριθμους καλλιτέχνες, που ακολούθησαν. 17 χρόνια μετά την τελευταία εμφάνιση της στην Αθήνα, θα ανέβαινε στη σκηνή της Τεχνόπολης, με σκοπό να επανασυσφίξει τη σχέση της με το ελληνικό κοινό. Ταυτόχρονα, θα μας επανασυστηνόταν μουσικά σε full band setting, συνθήκη εντελώς διαφορετική από αυτό που έχει κανείς τυπικά στο μυαλό του για εκείνη.



Σε κάθε περίπτωση -αν και ενδεχομένως να ξένισε μέρος του κοινού- η υποστήριξη της από ένα πλούσιο σχήμα (τσέλο, βιολί, πλήκτρα, κιθάρα & τύμπανα), έδωσε διαφορετικό χρώμα και έντονη δυναμική στη βραδιά. Οι ethnic και oriental εκφάνσεις “κούμπωσαν” άψογα στο ατμοσφαιρικό και ταξιδιάρικο feeling της μουσικης της, ενώ τα ελαφρώς rock ξεσπάσματα στα κατάλληλα σημεία, ξεσήκωναν τη διάθεση των παρευρισκόμενων. Η ίδια η Anne Clark, στάθηκε αψεγάδιαστη. Το πρόσωπο της σχεδόν ανέκφραστο, η απαράμμιλη άρθρωση της όμως έκανε όλη τη δουλειά, καθώς τοποθετούσε αριστοτεχνικά λέξεις πάνω στο πολύχρωμο μουσικό χαλί, που έστηναν οι συνοδοιπόροι της. “Echoes Remain Forever”, “Now”, “Alarm Call”, “Heaven” ήταν κάποιες μόνο από τις συνθέσεις, που ερμηνεύθηκαν ξεχωριστά από την Anne Clark και ενορχηστρώθηκαν υποδειγματικά από τη μπάντα της, ενώ παράλληλα η ίδια φρόντισε να περάσει ισχυρο αντιπολεμικό μήνυμα με την απόδοση των “Mriya - An Ode To Ukraine” και “Nida”, χωρίς καμία απολύτως περιττή φανφάρα.



Στο encore, υπήρξε δυναμική επάνοδος της ηλεκτρονικής μουσικής με το κορυφαίο “Sleeper In Metropolis” και το εμβληματικό “Our Darkness” να αποδίδονται updated μεν, με τα synths να έχουν το ξεκάθαρο πρόσταγμα δε, κλείνοντας με ιδεατό τρόπο την αρτιότερη εμφάνιση της βραδιάς.



Απέναντι, στη Dreadbox σκηνή, o Eddie Dark με ανεβασμένα BPM και τρομοκρατικά χορευτικά, έπαιζε στα δάχτυλα το σχεδόν αμιγώς Gen Z κοινό που είχε γεμίσει μεν, όχι ασφυκτικά δε, την εσωτερική σκηνή -ισχύει ό,τι έγραψα παραπάνω και για τον Βlakaut-. Τα εύστοχα σχόλια του για την κατάσταση του κόσμου εν έτει 2025 ισορροπούσαν μεταξύ διαμαρτυρίας και νιχιλισμού, δεν είμαι καθόλου σίγουρος όμως για το τι αποκόμισαν από αυτά όσοι βρίσκονταν από κάτω. “Επόμενη Στάση” σκέφτηκα και κατευθύνθηκα προς την κεντρική σκηνή, όπου σε λίγη ώρα θα εμφανίζονταν οι headliners της δεύτερης ημέρας.



Oι ιστορικοί The Chameleons θα έθεταν εαυτούς ξανά επικεφαλής ενός Death Disco Festival, αυτή τη φορά στην outdoor εκδοχή του, ενώ πέρα από το δεδομένο πλούτο της δισκογραφιάς τους, θα έρχονταν στα μέρη μας με καινούριο δίσκο στις αποσκευές τους, το “Arctic Moon”. Tο κιθαριστικό “Where Are You” θα άνοιγε την δραστήρια την εμφάνιση τους και παρά το γεγονός ότι δεν προέρχεται από τη χρυση εποχή του συγκροτήματος, θα λειτουργούσε άψογα ως opener.



Ο πάντα εκφραστικός Μark Burgess σε μπάσο και φωνητικά θα στάθηκε άριστα ως frontman, ενώ και η φωνή του βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση. Εκ δεξιών του, ο διόσκουρος Reg Smithies, που με τις κιθαριστικές του μελωδίες έβαλε φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα του στον ήχο των The Chameleons, αποτέλεσε τον έτερο ισχυρό πόλο της βραδιάς. Με ικανότατους συμπαραστάτες τους Todd Demma (τύμπανα), Stephen Rice (κιθάρα) και Danny Ashberry (πλήκτρα, μπάσο), θα παρέδιδαν ένα set βασισμένο στο φετινό “Arctic Moon”, επιλογή που όμως δεν επέδρασε θετικά στην οικονομία του live.



Η αλήθεια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος, από έναν headliner σε festival περιμένει κάτι πιο κοντά σε best of πρόγραμμα και οι The Chameleons δεν έδειξαν να έχουν πρόθεση για κάτι τέτοιο. Αν συνυπολογίσουμε στο παραπάνω το γεγονός ότι το “Script Of The Bridge” κατέλαβε μικρό χώρο στο setlist, οι γκρίνιες ήταν δικαιολογημένες. Από την άλλη, δε μπορεί κανείς να παραγνωρίσει ότι το “Arctic Moon” είναι ένας δίσκος που αξίζει την ακρόαση μας, αλλά και ότι τα κομμάτια του αποδόθηκαν αψεγάδιαστα, με τα “Lady Strange” και “Feels Like The End Of The World” να λογίζονται εκ των δυνατών στιγμών της εμφάνισης τους. Από εκεί και πέρα τα “Up The Down Escalator”, “Paradiso”, “Swamp Thing”, “Intrigue In Tangiers” έκαναν τη δουλειά τους λιγότερο ή περισσότερο, όμως η αναλογία απαιτούσε παραπάνω “Script Of The Bridge”. Δεν είναι τυχαίο ότι στο εκπληκτικό κλείσιμο τους με το “Second Skin” γνώρισαν την αποθέωση.



Δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατό να επιστρέψουν για encore, καθώς η Τεχνόπολη εφαρμόζει πλέον αυστηρό curfew, πράγμα για το οποίο ενημερωθήκαμε από τον ίδιο τον Μark Burgess, που ξαναβγήκε στη σκηνή για να μας ευχαριστήσει για τη στήριξη. Κρίμα, γιατί ένα “Don’t Fall” π.χ. θα ανέβαζε εκθετικά το πρόσημο της εμφάνισης τους, η οποία σε κάθε περίπτωση κρίνεται ως επιτυχημένη.  

Και έτσι, ακόμα ένα Death Disco Athens Open Air Festival έφτασε στο τέλος του, έχοντας προσφέρει στους θαμώνες του ένα αξέχαστο Σαββατοκύριακο παρέα με την αφρόκρεμα του post punk/indie/synth ήχου. Ήδη ανυπομονούμε για το 2026.

Κείμενο : Δημήτρης Σούρσος

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat

Comments