Με αφορμή το live του Robert Plant με τους Saving Grace και τη Suzi Dian στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού την Πέμπτη 9 Ιουλίου (δύο μέρες αργότερα εμφανίζεται και στο Sani Festival στη Χαλκιδική) είχα μία κουβέντα για το τι πρόκειται να δούμε σε αυτό το live. Το βασικό ερώτημα ήταν “Λες να παίξει τίποτα από Led Zeppelin;”. Δεν μπορώ να πω ότι έχω απάντηση σε αυτό, αλλά αυτό που έχει αποδείξει ο ίδιος ανά τα χρόνια είναι ότι δεν τον αφορά ιδιαίτερα κάτι τέτοιο.
Ένας εύκολος τρόπος να συνεχίσει το legacy που έχτισε με τους Led Zeppelin και -γιατί όχι – να “μεγαλώσει” κι άλλο ή να διατηρήσει τη δόξα που έχτισε τα δέκα χρόνια της ύπαρξής τους, θα ήταν να έχει περάσει τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες τραγουδώντας αποκλειστικά τα τραγούδια που τον έκαναν θρύλο, είτε μόνος του, είτε κρατώντας ζωντανή την ιδέα της ίδιας μπάντας. Αντ’ αυτού, πόνταρε στο να πετάξει από πάνω του την ταμπέλα του “frontman των Led Zeppelin” και να αποδείξει ότι η καριέρα του όχι απλά δεν τελείωσε το 1980 με τη διάλυσή τους αλλά ίσως αυτή να ήταν μόνο η αρχή.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει rockstars να γίνονται μουσεία του εαυτού τους. Πολλοί ζουν μέσα από τις παλιές τους επιτυχίες, προσπαθώντας να κρατήσουν κοντά τους αυτές τις ένδοξες εποχές, χωρίς να το ψάχνουν παραπάνω. Όχι ότι αυτό έχει απογοητεύσει και ιδιαίτερα το κοινό σε κάποιες περιπτώσεις… Υπάρχουν πολλοί επίσης που προσπαθούν να διαφοροποιηθούν και να αποκοπούν, αλλά τα παρατάνε μετά από λίγο, εφόσον δεν κατάφεραν να έχουν την ίδια απήχηση.
Για τον Robert Plant δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Από τη στιγμή που “έφυγε” ο John Bonham, η αλυσίδα έσπασε, οποιαδήποτε προσπάθεια αναπλήρωσης / αντικατάστασής του, ίσως να έμοιαζε με “προσβολή” στην κληρονομιά που άφησε πίσω. Η κίνηση αυτή υποδηλώνει ότι οι Led Zeppelin δεν ήταν μια μπάντα με ανεξάρτητα μέλη, αλλά μια γροθιά, με τέσσερα ισότιμα και αναπόσπαστα κομμάτια. Ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2009 ότι αποκλείει ένα reunion, καθώς μετά τον θάνατο του -εξίσου θρυλικού- drummer, η μπάντα ήταν απλά ημιτελής. Είχε επίσης δηλώσει ότι το να επιστρέψουν σε κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο και θα ήταν σαν να συγκρίνονται με κάτι που δεν υπάρχει πια:
“Νομίζω ότι το θέμα είναι, στην πραγματικότητα, ότι το να επιστρέφεις σε παλιά μονοπάτια είναι κάτι εξαιρετικά ευαίσθητο, και η απογοήτευση που μπορεί να προκύψει όταν αποφασίσεις να το κάνεις αυτό, καθώς και οι συγκρίσεις με κάτι που βασικά τροφοδοτούνταν από τη νεότητα και ένα διαφορετικό είδος ενθουσιασμού σε σχέση με το παρόν, καθιστούν πολύ δύσκολο να επιστρέψεις, να το αντιμετωπίσεις κατά πρόσωπο και να το τιμήσεις όπως του αξίζει.”

1970: Rock band "Led Zeppelin" poses for a portrait in 1970. (L-R) John Paul Jones, Jimmy Page, John Bonham, Robert Plant. (Photo by Michael Ochs Archives/Getty Images)
Ίσως εκεί να βρίσκεται και ο πυρήνας της σχέσης του με το παρελθόν και τη νοσταλγία. Δεν προσπαθεί να τα διαγράψει ούτε να τα απομυθοποιήσει, παρά τα σέβεται τόσο πολύ ώστε να μην θέλει να μετατραπούν σε νόρμα. Ενώ η νοσταλγία για πολλούς είναι καταφύγιο -και κάποιες φορές ακόμα και όπλο-, για τον Plant φαίνεται να είναι κάτι υπαρκτό στον χάρτη, χωρίς όμως ούτε να κατοικεί μέσα σε αυτή, ούτε να τη χρησιμοποιεί προς όφελός του.
Η άρνησή του να επιστρέψει στα παλιά φαίνεται να ήταν εν τέλει μια εμπεριστατωμένη στάση ζωής. Και αυτή φαίνεται σε κάθε επιλογή που έκανε μετά τη μπάντα που τον ανέδειξε. Έπειτα από το θρυλικό tribute live στην Ο2 Arena στο Λονδίνο το 2007, δέχτηκε πιέσεις για επανένωση, στις οποίες απάντησε σθεναρά “όχι”. Μετά από αυτό, δεν προσπάθησε να βρει τους επόμενους Led Zeppelin. Προτίμησε, αντίθετα, να βρει μία νέα εκδοχή του εαυτού του, τον επόμενο Robert. Η συνεργασία με την Alison Krauss, η αναβίωση των Band Of Joy, οι Saving Grace, ακόμη και η στροφή του προς την americana και τη folk, δεν ήταν απλά αλλαγές στο image του. Όλη αυτή η δουλειά δεν ήταν παρά η φυσική συνέχεια ενός μουσικού που ενδιαφέρεται περισσότερο να ανακαλύπτει καινούργιους ήχους παρά να αναπαράγει τους παλιούς.
Πολλοί μετρούν την αξία ενός καλλιτέχνη από τις μεγαλύτερες στιγμές του (και συνήθως και το πόσο συχνά ανατρέχουν σε αυτές). Ο Plant μοιάζει να τη μετρά αντίστροφα: από το πόσο ελεύθερος παραμένει να ακολουθεί την 《πηγαία περιέργειά του》 (όπως έχει πει και ο ίδιος άλλωστε), ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μικρότερο κοινό, λιγότερη δημοσιότητα ή ένα κοινό που περιμένει διαρκώς το "Stairway to Heaven" και φεύγει χωρίς ίσως να το ακούσει. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι δεν ζει πλέον μέσα από αυτά τα κομμάτια. Σαφώς και περιστασιακά επιστρέφει σε αυτά -όσο να ‘ναι, είναι και ένα σοβαρό κεφάλαιο της ιστορίας του. Αλλά και πάλι, δεν το κάνει όπως τα 70s, παρά φροντίζει για ακόμη μία φορά να βάλει στοιχεία του τωρινού του εαυτού. Ίσως στον Λυκαβηττό πάρουμε μία γεύση και ακούσουμε κάποια διασκευή, ίσως πιο folk και acoustic.
Ο Robert Plant δεν σταμάτησε ποτέ να σπρώχνει και να επεκτείνει τα όριά του. Πολλοί μπορεί να δουν τις προσπάθειές του ως αποτυχία, ότι δεν μπόρεσε να είναι ποτέ ξανά ο θρύλος που γεννήθηκε μέσα από το “κεφάλι” των Led Zeppelin. Παρόλα αυτά, ο ίδιος δεν επιδίωξε να συστηματοποιήσει τις εμφανίσεις με τα εναπομείναντα μέλη του συγκροτήματος, ούτε να συνεχίσει να αναπαράγει μια περσόνα που απλά δεν ήταν δική του πλέον. Συνέχισε να εξελίσσει τη μουσική του και να βρίσκεται ακριβώς όπου ήθελε να είναι. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που φαίνεται να έχει σημασία για αυτόν δεν είναι η δόξα, αλλά η ίδια η μουσική και η δημιουργία.
Όσοι θα βρεθούν στον Λυκαβηττό και στο Λόφο της Σάνης δεν θα δουν έναν άνθρωπο που αναβιώνει τη δεκαετία του '70. Θα δουν έναν μουσικό που, στα 77 του, εξακολουθεί να ψάχνει το επόμενο τραγούδι. Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη του Robert Plant απέναντι στον ίδιο του τον μύθο.

Event: https://www.facebook.com/events/855120694197214/
Tickets: https://highpriority.ticketmaster.gr/
Για το RockOverdose: Μαρία Τριανταφύλλου




