Το να βλέπεις μέσα σε ένα διήμερο και έναν μαθητή αλλά και έναν δάσκαλο το λες και συνωμοσία υπέρ του μουσικόφιλου. Ο λόγος φυσικά για την εμφάνιση του Alice Cooper, που ως “δάσκαλος”, ακολούθησε αυτή του King Diamond ως “μαθητής” καθότι δεν κρύφτηκε ποτέ -και δε χρειάστηκε- ότι ο μεταλλικός Βασιλιάς ήταν -όπως αρκετοί εκεί έξω- πνευματικό παιδί του πατέρα του shock rock και της γενικότερης θεατρικότητας στο ευρύτερο ροκ φάσμα. Για 5η φορά στην ιστορία (1990, 2004, 2007, 2022 οι προηγούμενες), ο αειθαλής Alice Cooper απέδειξε για άλλη μια φορά τι θα πει performer, τι θα πει σόου υπεράνω κάθε κριτικής και γιατί κάποιοι άνθρωποι απλά γεννιούνται για να γίνουν μέρος της ιστορίας. Στην 58η συναπτή χρονιά που είναι ενεργός συναυλιακά (από το 1968 παρακαλώ!) και με σχεδόν 3.500 εμφανίσεις στο παλμαρέ του (σοκαριστικό να το σκεφτείς, πόσο μάλλον να το κάνεις πράξη), ο κατά κόσμον κύριος Fournier έδειξε ότι ο χρόνος τον αγγίζει μόνο τυπικά, γιατί στα 77 του παρακαλώ, κάνει πλάκα σε όποιον νομίζει ότι μπορεί να λογίζεται ως μέρος της μουσικής βιομηχανίας. Άλλωστε είδαμε και πόσο γλέντησε κόσμο ο συνομήλικος του Steven Tyler των Aerosmith στην αποχαιρετιστήρια συναυλία των Black Sabbath. O παλιός είναι πάντα αλλιώς!



Ξεκίνημα στην ημέρα με τον Foivos και το συγκρότημα του. Ένας καθ’όλα καταρτισμένος κιθαρίστας που σίγουρα αγαπάει πολύ τον μεταλλικό ήχο, βαρέως και προοδευτικά θα τολμούσα να πω. Πάρα πολύ ανανεωτικός ο αέρας που έβγαλε με τη μπάντα του, ούτε μάσησε από το γεγονός ότι εμφανίστηκε νωρίς, ευτυχώς ο καιρός έκανε το χατίρι στον κόσμο -όπως και την προηγούμενη μέρα- έτσι αρκετοί ήταν αυτοί που στήθηκαν μπροστά στη σκηνή να απολαύσουν τη μπάντα. Ο ίδιος ο Foivos έδειξε ευγνώμων για την ευκαιρία που του δόθηκε να αποτελέσει μέρος αυτού, πράγμα που το τόνισε κιόλας, ενώ είχαν και σύμμαχο τον πολύ καλό ήχο. Δεν έχω να πω τίποτα που να στερείται ποιότητας και έμπνευσης, πολλοί καλοί παίχτες, γνώστες του ευρύτερου ροκ και μεταλλικού φάσματος, ενώ λίγο πριν το τέλος κάνουν και ένα φοβερό πέρασμα από το “Bombtrack” των Rage Against The Machine”, με ολίγη από Pantera συν το κερασάκι στην τούρτα, το κύριο μέρος του “A Change Of Seasons” των Dream Theater. Ο τρόπος με τον οποίο εκτέλεσαν όλο το υλικό τους αλλά και τα προαναφερθέντα κομμάτια, τους έδωσε πολλούς πόντους και είμαι βέβαιος ότι όπου τους πετύχει ξανά ο κόσμος μελλοντικά, θα τιμήσει δεόντως. Ένα μεγάλο μπράβο σε όλους τους.

Για τη συνέχεια τη σκηνή καταλαμβάνουν οι Sebia, οι οποίοι παραμένουν όπως και η μπάντα του Foivos σε αυτό το βαρύ μεταλλικό στυλάκι με αρκετά προοδευτικά στοιχεία που καταδεικνύουν και το παικτικό επίπεδο του καθενός ξεχωριστά. Σωστή και πολύ προσεγμένη η φωνή του τραγουδιστή, με καλή άρθρωση και με αρκετή δύναμη στις ερμηνείες. Ο κόσμος όσο περνάει η ώρα διασκεδάσει όλο και περισσότερο μαζί τους, ενώ ο ήχος παραμένει εκπληκτικός, έτσι το βάρος των συνθέσεων τους κάνει τη διαφορά και τους οδηγεί με ασφάλεια μέχρι το τέλος της εμφάνισης τους, η οποία χαρακτηρίζεται από ουσία και ευστοχία υλικού. Θα αναφέρουν ότι το αύριο μοιάζει ζοφερό και πρέπει να είμαστε όλοι ενωμένοι, ενώ θα κάνουν λόγο και για την όλη κατάσταση του τελευταίου αρκετού καιρού στην Παλαιστήνη και θα καταχειροκροτηθούν λίγο πριν αφήσουν την σκηνή. Έχουν ένα όμορφο θράσος και άγνοια κινδύνου, τόνισαν κι αυτοί ότι ήταν τιμή τους να σταθούν στη σκηνή που θα πατούσε μετά ο Alice Cooper και αποχαίρέτησαν ζητώντας μια φωτογραφία με το κοινό. Κάποιος μάλλον είπε όχι έτσι ο τραγουδιστής άμεσα απάντησε “εσύ που είσαι μαλάκας μείνε εκτός”. Μ’αρέσουν αυτά τα αυθόρμητα και που σπάνε τους κανόνες, πρέπει να δίνεις ότι παίρνεις. Εύχομαι να τους ξαναδώ σύντομα.

Και πάμε στα μη εγχώρια, καθώς έρχεται η σειρά των φοβερών, τρομερών και καθόλου καλά στα μυαλά τους Zeal & Ardor να διδάξουν πως στέκεται μια μπάντα επί σκηνής και να κάνουν όλο το Terra Vibe να κοπανηθεί στο ρυθμό τους. Το εξαμελές Ελβετικό σχήμα που περιγράφεται ως avant-garde metal αλλά πιστέψτε με, είναι πολλά περισσότερα από αυτό, για τα επόμενα 55’ θα δείξουν ότι αυτό που κάνουν το χαίροντα όσο λίγοι εκεί έξω και ζουν για να παίζουν στις σκηνές του κόσμου. 3 τραγουδιστές, ο ένας πιο τρελός από τον άλλο, κιθαρίστας και μπασίστας να μη μπορούν να βάλουν κώλο κάτω και ο ντράμερ τους παντοδύναμος, ενώ ο ήχος ήταν τόσο δυνατός που πέταγε τον κόσμο προς τα πίσω. Ο κεντρικός τραγουδιστής Manuel Gagneux αναλαμβάνει την πλειοψηφία των φωνητικών, δεξιά του όπως βλέπουμε τη σκηνή ο λεπτοκαμωμένος Denis Wagner, κοπανάει το κεφάλι που δεν κοπανιέται, αριστερά του ο πιο πληθωρικός Marc Obrist, ενώ μέγιστη μορφάρα είναι κι ο κιθαρίστας Tiziano Volante. Διέλυσαν το σύμπαν, παίξανε τα καλύτερα τραγούδια που μπορούσαμε να φανταστούμε, δήλωσαν ευτυχισμένοι που βρέθηκαν εδώ και αποχαιρέτησαν τον κόσμο με ένα απλό και λιτό Hail Satan. Μακάρι να γίνει κάτι να τους δούμε σε headline εμφάνιση!

Για τη συνέχεια, η πολυαγαπημένη του κοινού Floor Jansen, η Ολλανδή δίμετρη ιέρεια του female-fronted metal σε πλήρη δόξα μετά την εγκυμοσύνη της αλλά και την περιπέτεια που πέρασε με τον καρκίνο. Ψ-Υ-Χ-Α-Ρ-Α όσο λίγες και με οπαδικό αμάνικο μπλουζάκι Hypocrisy και ύφος “δε μπλέκεις μαζί μου” από την αρχή, μας παρουσιάζει για περίπου 75’ υλικό από όλη την καριέρα της και με το κοινό πλήρως εκστασιασμένο με την παρουσία της. Τρομερά χαρούμενη με τον χώρο και το σκηνικό με το βουνό στο βάθος, η Φλωράκλα της καρδιάς μας χαρίζει στο κοινό τραγούδια από όλη την καριέρα της, είτε με τους ReVamp, είτε με τους After Forever, είτε με το πιο πρόσφατο υλικό της ως Paragon, το οποίο ηθελημένα προσάρμοσε σε πιο μεταλλικές εκτελέσεις μια και τόνισε “είμαστε σε heavy metal περιβάλλον”. Σαφώς ο μεγάλος χαμός έγινε στα κομμάτια των Nightwish, όπου ακούσαμε τα “Noise”, “Amaranth”, “Spider Silk” (όμορφη έκπληξη αυτό), “7 Days To The Wolves” (κι αυτό όμορφο αουτσάϊντερ) και σαφώς το “Nemo” λίγο πριν το τέλος. Τόνισε πόσο παράξενο της φαίνεται ότι της λένε ότι μεγάλωσαν με τη μουσική της ενώ η ίδια όντως μεγάλωσε με τη μουσική του Alice Cooper, νιώθοντας μεγάλη χαρά που έπαιξε από κάτω του.
ΜΕΓΑΛΗ Floor Jansen, ο Θεός να σου δίνει υγεία και κίνητρο να κάνεις αυτό στο οποίο Δ-Ε-Ν έχεις αντίπαλο, ντρέπομαι να πω οτιδήποτε για τη φωνή της, 5 μέρες να την άφηναν εκεί, δε θα έχανε νότα. Υποκλίνομαι στη δύναμη της ψυχής σου.



Και ώρα για συνολική υπόκλιση στον ΑΦΕΝΤΗ των σκηνών, ο οποίος σκάει μύτη στις 22:35 με το “Lock Me Up” το οποίο δεν παίζεται όλο και στο καπάκι παίζεται το “Welcome To The Show”. Αρκετοί που είχαν χάσει επεισόδια και δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι η Nita Strauss έχει επιστρέψει στο συγκρότημα, παθαίνουν μία μουνόπλακα όταν τη βλέπουν να στέκεται δίπλα του, ενώ κι ο Ryan Roxxie μαζί με τον “Hollywood Vampire” Tommy Henriksen, τον παιχταρά μπασίστα Chuck Garric και τον παντοδύναμο ντράμερ Glen Sobel, συνθέτουν μια εξάδα-φωτιά που θα καθηλώσει το κοινό για τα επόμενα 80’. Αρχίζει ένα κρεσέντο από κομματάρες δεκαετιών όπως τα “No More Mr. Nice Guy”, “I’m Eighteen” (τον βλέπεις και τον πιστεύεις ότι νιώθει έτσι, ακόμα και στα 77 του), ενώ τα αίματα ανάβουν στο “Under My Wheels” και ειδικότερα στο πολυαγαπημένο “Bed Of Nails”. Ο ήχος καθαρός αν και λίγο πιο χαμηλά απ’ότι στους Zeal & Ardor και στη Floor Jansen, στο “Billion Dollar Babies” ένας από τους πολλούς βοηθούς του Alice παίρνει ένα mini gun στοχεύοντας το κοινό και εκτοξεύει πράσινο κομφετί σαν δολλάρια, ενώ το κέφι δεν σταματάει. “Be My Lover” με τρομερό μπάσιμο ασταμάτητο στο “Lost In America” και με τον Alice να φοράει ένα δερμάτινο μπουφάν με την Αμερικάνικη σημαία από πίσω.


“He’s Back (The Man Behind The Mask)” σε πλήρες αμόκ, ενώ Ο-Λ-Η η Μαλακάσα τραγουδάει με στόμφο το “Hey Stoopid”, αυτό τον ύμνο αντι-ηλιθίων, λες και θέλει ο καθένας να το αφιερώσει προς πάσα κατεύθυνση. Ο Sobel αφήνεται να κάνει ένα μικρό drum solo να πάρουν όλοι τις απαραίτητες ανάσες, και με το που μπαίνει το “Welcome To My Nightmare”, φεύγει ένα ανεπαίσθητο “ωωωω” από το κοινό που προσπαθεί να προλάβει τη ροή όσων παίζονται και κυρίως με τον τρόπο που παίζονται, αλλά ο υπερκινητικός Alice δεν αφήνει κανένα περιθώριο. Όμορφη προσθήκη το “Cold Ethyl”, πάντα επίκαιρο το “Go To Hell”, ενώ με το που σβήνουν τα φώτα, μπαίνει το “Poison” και εκεί είναι που το κοινό εκρήγνυται. Είναι απίστευτο πως με την καριέρα που είχε ήδη πίσω του ο ΜΕΓΑΣ τραγουδοποιός, το εν λόγω τραγούδι έχει γίνει το σημείο αναφοράς της καριέρας του, ειδικότερα από τις νεότερες γενιές, δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί που ως πρώτη αγορά στη ζωή τους είχαν το “Trash”. Με τα video wall να δείχνουν τον ανυπέρβλητο Vincent Price που με τη στοιχειωτική του φωνή προϊδεάζει ότι θα ακολουθήσει το “Black Widow”, τα ηνία παίρνει η Nita Strauss που κάνει ένα φοβερό σόλο και ρίχνει τα σαγόνια όλων στο πάτωμα (άλλο που δε θέλανε όλοι).



Δεν έχουμε καν καταλάβει πως και πόσο γρήγορα έχει περάσει η ώρα, το “Ballad Of Dwight Fry” θα δώσει τα σκήπτρα στο “I Love The Dead” (με μία κρυφο-τσιτιά από ένα μέρος του “Killer” στο ενδιάμεσο), και έρχεται η ώρα για το κομμάτι που λατρεύουν όσοι μισούσαν το σχολείο μικροί, με το “School’s Out” να τραγουδιέται πάλι από Ο-Λ-Ο το Terra Vibe και μάλιστα έχουμε μια πολύ μεγάλη στιγμή όπου στη μέση του κομματιού, ο Alice πετάει και το εμβληματικό σημείο του “Another Brick In The Wall pt. 2”, δείχνοντας ότι η μουσική ενώνει και αποτίοντας φόρο τιμής στους ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ Pink Floyd και με τη μπάντα έτοιμη να αποχωρήσει και έτοιμη να υποκλιθεί στο κοινό. Ή μήπως όχι; Τελικά όχι! Και η συναυλία θα τελειώσει όπως άρχισε η αντίστοιχη στο ΟΑΚΑ το 2022, με το “Feed My Frankenstein” όπου ένας γιγάντιος Frankenstein με τη μορφή του Alice Cooper εμφανίζεται στη σκηνή και προκαλείται σοκ στον κόσμο. Η συναυλία τελειώνει ιδανικά αν και όλοι θα θέλαμε 2-3 κομμάτια ακόμα και λίγο πιο πλούσια σκηνικά, όπως αυτά που είχαμε στο ΟΑΚΑ, αλλά οκ άλλο το μέγεθος της σκηνής, κάπου το καταλαβαίνω. Σαν απόδοση, οπτικό υπερθέαμα και τα λοιπά τι να πω, να πέσει φωτιά να μας κάψει, θα κρίνουμε εμείς οι κοινοί θνητοί τον μπαμπά μας.



Γιατί ακριβώς αυτό είναι ο Alice Cooper, μπαμπάς όλων μας. Όταν πηγαίναμε είχε πάει, έρθει και σταθεί ενδιάμεσα στη διαδρομή ταυτόχρονα. Δεν ξέρω πόσο αδιάψευστα θεωρείται τα μαθηματικά, αλλά παρότι δεν ήταν και παραμένουν το όχι φόρτε μου, οι αριθμοί πράγματι δε λένε ψέματα. Ξεκίνησε να περιοδεύει και να σοκάρει τον κόσμο στα 20 του και έχει πάει 77, είναι ακόμα εδώ, έχει ακόμα όρεξη και κίνητρο να δίνει χαρά στον κόσμο και να τρέφεται κι ο ίδιος από αυτό, ενώ σε μερικές μέρες περιμένουμε και το νέο άλμπουμ του, άμα δεν έχεις σταματημό, δε σε αγγίζει τίποτα. Ο χρόνος πάντως κινείται στους δικούς του ρυθμούς κι έχει κερδίσει με κάθε δικαίωμα την είσοδο του στο βιβλίο -ή λίστα, πείτε το όπως θέλετε- των σπουδαιότερων, εμβληματικότερων και πλέον αξέχαστων, όχι μόνο καλλιτεχνών αλλά ανθρώπων γενικότερα. Μην αρχίσω να λέω για τη δράση του εκτός μουσικής που μιλάμε για ήθος από άλλη εποχή, δε θα τελειώσει το κείμενο ποτέ. Κύριε Fournier, σας ευχαριστούμε όσο δε λέγεται που είστε ακόμα εδώ και παραμένετε παράδειγμα προς μίμηση, συν ότι εκεί που άλλοι σταματούν, εσείς συνεχίζετε σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα και το να πούμε ότι είστε ακάθεκτος, μπορεί και να σας κάνει να προσβληθείτε μπροστά σ’αυτό που πραγματικά ισχύει.
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
Φωτογραφίες: Γιάννης Λιβανός - John Metalman Photography - Light & Motion Photography

















