Θα ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας κάτι για το ελληνικό κοινό: Είναι άξιο απορίας πως είναι δυνατόν η Ελλάδα να έχει ταυτόχρονα: α/πέσει τόσο χαμηλά στη ‘λαική’ της μουσική, (βλ. ‘φίρμες’, σκυλο-ποπ κλπ) και β/ να έχει τόσο καλό, ακριβοδίκαιο κοινό που συντονίζεται, συμμετέχει και τελικά συντελεί στο τελικό αποτέλεσμα κάθε ‘ξένης’ συναυλίας. Με κατανόηση και ορθή κρίση, αυτό το ποσοστό Ελλήνων που ακούει καλές μουσικές και γεμίζει τους συναυλιακούς χώρους έχει υπομονή αλλά και απαιτήσεις, παρατηρεί κι επιβραβεύει με ενθουσιασμό και πολλαπλασιάζει τη μαγεία μιας καλής συναυλίας. Θα κατέληγα στο ότι έχουμε ένα από τα ‘ουσιαστικότερα’ κι εκφραστικότερα ‘κοινά’ στον κόσμο. Το καλό κοινό της συγκεκριμένης βραδιάς διεκδίκησε και ‘έδρεψε’, παρά τα προβλήματα με τον ήχο, τους πλούσιους μουσικούς καρπούς.


‘Χάι Λάιφ’
Το παλιό σινεμά του Πειραιά, το ‘Χάι Λάιφ’, αυτό είναι το ‘Passport’. Πρώτη μου φορά εκεί ως ‘Passport’, (την τελευταία μου φορά στο ‘Χαι Λαιφ’ είχαμε δει, θυμάμαι, το ‘Men in Black 2’, με τον πρώην κιθαρίστα του συγκροτήματός μου, των JOKER, και νυν κιθαρίστα του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Γιάννη τον Αυγέρη, 10 χρόνια πριν). Ευχάριστος χώρος/μουσική σκηνή – νομίζω ότι συνήθως εκεί γίνονται εμφανίσεις εντέχνων ελληνικών καλλιτεχνών και σχημάτων.
Σήμερα η βραδιά έχει πολλαπλό μουσικό ενδιαφέρον.
Πρώτον: Επιτέλους, το Rosenberg Trio στον Πειραιά, κοντά στο ευρύ Αθηναικό κοινό δηλαδή, (είχαν παίξει και πριν μερικά χρόνια στο Ηράκλειο,στην Κρήτη).
Ένα απ’ τα σημαντικότερα Gypsy Guitar Jazz σχήματα στον πλανήτη, οι συνεχιστές του ‘θεού’ της κιθάρας, Django Reinhardt, επιτέλους εδώ.
Και βέβαια: είναι και η βραδιά της επιστροφής στη live δράση του Μιχάλη Παούρη, του βιρτουόζου Jazzman του μπουζουκιού που έμαθε πέρυσι η Ελλάδα ‘εν μία νυκτί’ όταν ανακοινώθηκε η κοινή του συναυλία με τον σπουδαίο Al Di Meola. Με τον οποίο μάλιστα θα συναντιόταν ξανά επί σκηνής, ακριβώς το επόμενο βράδυ στο Fuzz, (βλ. κριτική της εν λόγω συναυλίας).
Διπλό χτύπημα λοιπόν από τον 25χρονο, ‘τον πιο γρήγορο παίχτη του μπουζουκιού πάνω στη Γη’, όπως τον αποκάλεσε το επόμενο βράδυ στο Fuzz o Al Di Meola.
Ταυτόχρονα ήταν κι η ζωντανή παρουσίαση του άλμπουμ του Παούρη, ‘Disharmony’.

Μιχάλης Παούρης: ένα μπουζούκι σε στυλ Django Reinhardt ‘στις 45 στροφές’!
Με μικρή καθυστέρηση ο Μιχάλης Παούρης και οι τρεις μουσικοί του σχήματός του ανεβαίνουν στη σκηνή του Passport και με ενθουσιασμό αρχίζουν να παίζουν κάτι καινούργιο, κάτι που έλειπε. Σύγχρονο jazzrockάδικο στυλ που αντί για κιθάρα (ή σαξόφωνο) έχει πρωταγωνιστικό όργανο το μπουζούκι. Κοινώς: επιτέλους κάτι μουσικά ενδιαφέρον που περιέχει μέσα τη λέξη ‘μπουζούκι’. Το (ευ-)δαιμονισμένο παίξιμο του Παούρη απευθύνεται περισσότερο στους φίλους της jazz και rock κιθάρας μάλλον, τουλάχιστον τώρα, σ’ αυτές, τις πρώτες του εμφανίσεις στο ευρύτερο κοινό.Θεωρώ πάντως ότι οποιοσδήποτε στην Ελλάδα είναι δυνατόν να εκτιμήσει αυτό, το καλό μπουζούκι, να σωθεί το ταλαιπωρημένο όργανο από την λαϊκό-ποπ της παρακμής. (Και βέβαια θα είχα περιέργεια ν’ ακούσω τον Μιχάλη με ηλεκτρική κιθάρα και overdrive).
Κατά τα πρώτα 20 λεπτά ο ήχος δεν είχε ‘καθαρίσει’ καλά ακόμα. Τα τύμπανα ήταν μάλλον ψηλά στο mix και ο Παούρης ακουγόταν χαμηλά. Πάντως σύντομα ο ήχος καλυτέρεψε και ο Παούρης ξετύλιξε με χαμόγελο, σιγουριά και ενθουσιασμό το ταλέντο που τον καθιστά μοναδικό. Over the top ταχύτητες αλλά και έξυπνα διαλεγμένες νότες και παίξιμο, πολύ ενδιαφέρουσες συνθέσεις. Το μπουζούκι που έχει πάνω στα τάστα τις λέξεις Michael Paouris είναι το πιο ..ικανοποιημένο σεξουαλικά μπουζούκι επί γης. Κάπου στη μέση του σετ ανέβηκε και κατέβηκε σαν το ..Gollum ο Πάνος Μουζουράκης και είπε μαζί με τον Παούρη και την μπάντα το μόνο ‘κομμάτι με φωνή’ απ’ το cd, ένα ωραίο blues κομμάτι. Η μπάντα απέδωσε αρκετά καλά, παρά τα προβλήματα με τον ήχο – μάλλον αυτά ευθύνονται και για κάποια αμελητέα ‘σημειάκια’. Eύσημα στον κραταιό Γιώργο Πολίτη στο μπάσο. Ευγενής και θετικός ο Μιχάλης, ανάμεσα στα κομμάτια, ευχαρίστησε τους μουσικούς της μπάντας του και τους Rosenberg και παρουσίαζε τα κομμάτια, ένα απ’ αυτά αφιερωμένο στον Μάνο Χατζηδάκι, μια σύνθεση με αναφορές στο έργο του μεγάλου μουσουργού.
Προσωπικά εκτιμώ ότι ο συμπαθέστατος Μιχάλης ο Παούρης έχει μπροστά του πολύ μέλλον μουσικά. Παίζει από δέκα χρονών ζωντανά, βρίσκεται ακόμη στην αρχή της γνωριμίας του με το ‘σαστισμένο’ ακόμα, ευρύτερο κοινό και μόλις τώρα παρουσιάζει τη μουσική του. Ένα ξεκίνημα με τους καλύτερους οιωνούς.
Και σήμερα, παρά τα προβληματάκια με τον ήχο, (που έμελλε να συνεχιστούν, αλλά τελικά να ξεπεραστούν), το μπουζούκι παρουσιάστηκε μέσα σε ένα διαφορετικό μουσικό όραμα.
Ίσως θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια κάτι τέτοιο. Καλωσήλθες λοιπόν Μιχάλη και καλοτάξιδο το άλμπουμ.
Rosenberg Trio: η μουσική του Django Reinhardt κατά γράμμα και η συνέχιση της gypsy guitar κληρονομιάς
Σαν ‘γεφυράκι’ μεταξύ Παούρη και Rosenberg Trio ο Μιχάλης κάλεσε στη σκηνή τον Stochelo Rosenberg. Δυστυχώς, ο τελευταίος δεν ακούστηκε σχεδόν καθόλου. Αμέσως μετά όμως, όταν άρχισαν να παίζουν ζωντανά οι Rosenberg Trio, συνέβησαν ταυτόχρονα δύο πράγματα: α/ ο ήχος στο σύνολό του ήταν αισθητά χαμηλότερος από τον ήχο πριν, κατά την εμφάνιση του Παούρη, (το σετάρισμα του all acoustic trio ακουγόταν χαμηλότερα από εκείνο του ηλεκτρικού jazz rock που προηγήθηκε). Και β/ ο ήχος αυτός, ο χαμηλότερος, άρχισε να αναδίδει τη ζεστασιά και τη μαγεία της Gypsy Guitar Jazz music, σα να άρχισε να παίζει δίσκος βινυλίου ή πλάκα γραμμοφώνου. Μαγική μεταφορά, οφειλόμενη καθαρά στην αυθεντία των Rosenberg. Ευτυχώς, μετά και από την ‘απαίτηση’ του κοινού, κάποια decibels κερδήθηκαν, σε κάμποση ώρα αρχίσαμε να ακούμε λίγο καλύτερα και δυνατότερα τους μαεστρικούς Rosenberg Trio να παίζουν κυρίως τη μουσική του Django Reinhardt, κάποια γαλλικά jazz standards και κάποιες συνθέσεις του Stochelo που προσωπικά τις βρήκα αρκετά ανανεωτικές στο είδος και κάποια απ’ τα καλύτερα κομμάτια της βραδιάς. Τα original κομμάτια αυτά, προέρχονται από το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Rosenberg Trio, ‘Djangologists’ (2010). Κόντραμπάσο και ρυθμική κιθάρα: ένα ρυθμικό σώμα και ο Stochelo να κεντάει με την ακουστική gypsy guitar του: μια vintage ακουστική σχολή, τόσο πρωτοποριακή για την εποχή που δημιουργήθηκε που ακόμη και σήμερα παραμένει ευχάριστη, ενδιαφέρουσα και συνεχίζει να εμπνέει. H μοναδική άλλη φορά που έχουμε δει κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα ήταν στις συναυλίες του Birelli Lagrene πριν από αρκετά χρόνια. Ευδιάθετος κι ευγενέστατος ο Stochelo ξεπέρασε οποιοδήποτε ηχητικό πρόβλημα αλώβητος, με εκφραστικότητα και μαεστρική τεχνική, ένας σπουδαίος κιθαρίστας, κορυφαίος στο είδος του. Στο τέλος φώναξε στη σκηνή τον Μιχάλη Παούρη για να κλείσουν τη βραδιά παίζοντας μαζί 2 κομμάτια. Ο ήχος ήταν ήδη αρκετά καλός εδώ και ώρα, και η ένταση του Παούρη σε πολύ σωστό επίπεδο, εκεί, στην ίδια ένταση με τους Rosenberg – στ’ αλήθεια ακούστηκε ακόμη καλύτερα και καθαρότερα κι από την εμφάνισή του νωρίτερα.
Πλούσια λοιπόν βραδιά σε έγχορδο ενδιαφέρον. Ένας νέος Έλληνας δεξιοτέχνης συστήνει το πρωτότυπο στυλ του στο ευρύτερο κοινό και ένα κλασικό σχήμα παίζει αριστοτεχνικά και με συνέπεια κάποια βασικά κεφάλαια από την ιστορία της jazz κιθάρας για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό. Για πόσες βραδιές μπορείς να πεις κάτι παρόμοιο?
Για το RockOverdose: Νάσος Καββαθάς
Φωτογραφίες: Μαριλένα Σαρρή



