Το Σάββατο 29 Νοέμβρη βρεθήκαμε στην Πάτρα για να παρακολουθήσουμε τη συναυλία των Rotting Christ. Λίγες ώρες νωρίτερα, με πρωτοβουλία της δραστήριας Μουσικής Λέσχης Πάτρας, πραγματοποιήθηκε μια ανοιχτή συζήτηση με τον Σάκη Τόλη. Πάντα προσιτός και διαθέσιμος, απάντησε σε ερωτήσεις του κοινού και μίλησε για την πολυετή του εμπειρία στον χώρο. Η συγκεκριμένη δράση, απ’ όσο γνωρίζουμε, αποτελεί πανελλαδική πρωτοτυπία· μια εξαιρετική ιδέα που έδωσε την ευκαιρία στον κόσμο να έρθει σε άμεση επαφή με έναν καλλιτέχνη που έχει πραγματικά πολλά να μοιραστεί.
Στο φιλόξενο στέκι της Λέσχης, πέρα από φίλους και μέλη, βρέθηκαν πολλά νέα παιδιά που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη μουσική, αλλά και μέλη πιο έμπειρων συγκροτημάτων από την Πάτρα και άλλες πόλεις (Achelous, Death Courier, Infertale, Imperium, Μαύρο Προσωπείο κ.ά.), τα οποία ταξίδεψαν αποκλειστικά για το live. Μετά από πρόσκληση του προέδρου της Λέσχης, Φάνη Κοσμόπουλου, τη συζήτηση συντόνισε ο Chris Achelous, οργανώνοντας με τον καλύτερο τρόπο τον διάλογο με τον Σάκη.
Όπως ήταν φυσικό, η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από την πολύχρονη πορεία του Σάκη εντός και εκτός συνόρων. Με ειλικρίνεια και απλότητα, μίλησε για όσα έχει ζήσει και συμβούλεψε τους νεότερους σχετικά με τα σημεία που πρέπει να προσέξουν και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να προωθήσουν αποτελεσματικά τη μουσική τους. Όπως είπε χαρακτηριστικά:
«Δεν ήρθα να το παίξω παλιός, αλλά είναι χαρά μου να βοηθάω με δυο λόγια – δυο κουβέντες, να λύνω απορίες σε παιδιά που παίζουν μουσική ή θέλουν να γίνουν μουσικοί…»
Πιστός στο δόγμα «Non Serviam: Be true to your own spirit», τόνισε πως για να ξεχωρίσει κανείς πρέπει πρώτα απ’ όλα να παραμείνει ο εαυτός του. Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Απαραίτητα στοιχεία είναι η υπομονή, η συνέπεια και η σοβαρή παρουσία, καθώς όπως είπε: «Στη ζωή παίρνεις ό,τι προσφέρεις».
Παραδέχτηκε ότι ακόμη και ο ίδιος, μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζει να παλεύει με τη «δύσκολη εξίσωση» του χώρου, όμως το σημαντικότερο είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις και να συνεχίζεις. Μιλώντας σε νέους μουσικούς, τους προέτρεψε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί:
«Υπάρχουν πολλοί πονηροί που εκμεταλλεύονται την αγάπη σου, το όνειρό σου και τον ρομαντισμό σου. Κι εμείς την έχουμε πατήσει…»
Αναφέρθηκε επίσης στις ευκαιρίες αλλά και τις δυσκολίες της εποχής: από τη μία, η μουσική ενός νέου μπορεί να φτάσει γρήγορα σε κάθε γωνιά του κόσμου· από την άλλη, ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Το ζητούμενο, όπως είπε, είναι να χτίσει κανείς το δικό του fan base με συνέπεια, υπομονή και ουσιαστική παρουσία.
Στάθηκε ιδιαίτερα και στη σημασία των social media:
«Να έχετε μια σοβαρή παρουσία, όχι ανταγωνιστική, όχι για να δείξετε ότι ‘κάποιος είμαι’. Το θέμα είναι: προσφέρει κάτι η μουσική σας σε αυτόν που σας ακούει; Αυτό φαίνεται με συναυλίες, όσο περισσότερες γίνεται, με συνέπεια. Ακόμη και οι μεγάλες μπάντες υπάρχουν γιατί δεν επαναπαύονται· συνεχίζουν να βγάζουν δίσκους και να παίζουν ζωντανά.»

Μίλησε επίσης για τη δυσκολία της πρωτοτυπίας σήμερα — «δεν υπάρχει παρθενογένεση» — αλλά και για το ότι η ελληνική σκηνή βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε μια «χρυσή εποχή», ωστόσο, τόνισε ότι οι περισσότερες μπάντες δεν ζουν από τη μουσική τους και ότι για να το καταφέρει κανείς χρειάζεται ένα μεγάλο ρίσκο, κάτι πολύ πιο δύσκολο στη σύγχρονη εποχή απ’ ό,τι στα ’90s.
Αναφέρθηκε και στο όνειρο πολλών συγκροτημάτων να βγουν στο εξωτερικό, εξηγώντας πως οι πόρτες δεν είναι τόσο ανοιχτές όσο φαίνεται και απαιτείται σκέψη, οργάνωση και μεγάλη προσοχή, καθώς «υπάρχουν πολλοί πονηροί». Παρ’ όλα αυτά, υπογράμμισε πως η εμπειρία της περιοδείας και της ζωντανής επαφής με τον κόσμο είναι ανεκτίμητη.
Κλείνοντας, μίλησε με συγκίνηση για τα νέα παιδιά που θέλουν να παίξουν μουσική:
«Υπάρχει μέλλον! Υπάρχουν ακόμα παιδιά που δεν πιάστηκαν στη φάκα του συστήματος· έχουν όνειρο. Και η μεγαλύτερη χαρά είναι να ταξιδεύεις αυτό το όνειρο. Ό,τι μένει τελικά είναι όσα έζησες.»
Τόνισε ακόμη τη σημασία της κουλτούρας, της ανθρωπιάς και του σεβασμού μέσα στη σκηνή:
«Δεν είμαι ο καλύτερος, αλλά έχω προσπαθήσει να φτιάξω κάτι καλύτερο. Βλέπω ανθρώπους με όνειρα, που θέλουν να ζήσουν την ουσία της ζωής. Η εποχή των rockstars έχει τελειώσει — αυτό που μένει είναι ο άνθρωπος και το πάθος του.»
Σε σχετική ερώτηση από παρευρισκόμενα νέα παιδιά της σκηνής, η συζήτηση οδηγήθηκε αναπόφευκτα στις δυσκολίες της εποχής. Όπως είπε ο Σάκης, «παλιότερα μπορούσες να ζήσεις και με λιγότερα». Σήμερα, για να μπορέσει μια μπάντα να ανακτήσει όσα έχει επενδύσει, στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο merchandising — ένα στοιχείο που, όπως τόνισε, «κρατά τη σκηνή ζωντανή και σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις». Παράλληλα, η εποχή έχει γίνει πιο ασταθής: «Πλέον αν κάτι στραβώσει, δεν μαζεύεται. Μπορεί να συμβεί σε όλους, ακόμη και στις τεράστιες μπάντες που επενδύουν τεράστια ποσά στις περιοδείες τους».
Για τον ίδιο, ο μόνος τρόπος να υπάρξει πραγματική στήριξη από το κοινό είναι η ανθρώπινη σύνδεση: «Πρέπει να συνδεθείς με τον κόσμο, να συμβαδίσουν οι ζωές σας με κάποιον τρόπο».
Αναφερόμενος στην ίδια τη συνάντηση, εξήγησε πως τέτοιες δράσεις θέλει να τις επαναλάβει: «Αυτό που γίνεται εδώ, το να μιλάμε με τον κόσμο, σκοπεύω να το ξανακάνω — φυσικά αφιλοκερδώς. Η εμπειρία μάς έχει κάνει πιο σοφούς. Γιατί να μην μοιραστώ αυτή τη γνώση με τα νέα παιδιά;»
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο underground, το οποίο χαρακτήρισε «το καλύτερο σχολείο», ενώ τόνισε ότι η αμεσότητα με τον κόσμο και την μπάντα είναι αναντικατάστατη: «Το underground βγάζει διαμάντια».

Στην ερώτηση τι έχει απομείνει από τον Σάκη της πρώτης μέρας στο στούντιο μέχρι τον σημερινό Σάκη, χαμογέλασε και απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη:
«Η τρέλα και η αγάπη μου γι’ αυτό, μόνο! Έχω χάσει τόσα χρόνια απ’ τη ζωή μου για να σκέφτομαι riffs, ενώ άλλοι σκεφτόντουσαν πώς να πάρουν ένα αμάξι, να μπουν σε μια δουλειά, να πολιτευτούν… Και τελικά; Έχω χάσει αρκετά από την καθημερινότητά μου… αλλά δεν θα το άλλαζα. Αν ξαναγεννιόμουν, τα ίδια θα έκανα!»
Μίλησε επίσης για το πώς έχει εξελιχθεί ο τρόπος που συνθέτει μουσική. Στα πρώτα χρόνια, όπως είπε, περνούσε ώρες με την κιθάρα στο χέρι, γράφοντας ό,τι του άρεσε σε ένα κασετόφωνο. Σήμερα η διαδικασία είναι πιο στοχαστική: «Τώρα σκέφτομαι περισσότερο. Διαβάζω, μιλάω με τον εαυτό μου. Αν υπάρχει ένας πραγματικός λόγος που με ωθεί να γράψω ένα τραγούδι, τότε το κάνω». Τα άλμπουμ πλέον έχουν πιο ξεκάθαρο concept, κάτι που «σε κάποιους αρέσει και σε άλλους όχι».
Δεν έκρυψε, τέλος, ότι περνά μια περίοδο δημιουργικής κόπωσης:
«Τον τελευταίο καιρό δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα. Ο εγκέφαλος είναι φορτωμένος και χρειάζεται αποφόρτιση — αλλά πώς να το κάνεις; Μπορείς; Δεν σε παίρνει… Ο χρόνος πιέζει».
Σε μια από τις πιο προσωπικές στιγμές της βραδιάς, τον ρώτησαν αν έχει σκεφτεί ποτέ να σταματήσει ή έστω να κάνει ένα διάλειμμα. Χαμογέλασε, αλλά η απάντηση ήταν άμεση και απόλυτη: «Έγινε στον covid.»
Όταν όμως του υπενθύμισαν πως τότε η παύση δεν έγινε με δική του θέληση, ξεκαθάρισε: «Δε θα γίνει αυτό. Δεν μπορώ! Καλύτερα νεκρός στη σκηνή!»
Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι σκέφτεται πως κάποια στιγμή μπορεί να σταματήσει να συνθέτει: «Το σκέφτομαι… Σίγουρα μπορεί κάποια στιγμή να μη γράφω άλλο. Το έχω αποδεχτεί. Έχω καλούς συνεργάτες. Έχω δώσει τη ζωή μου εκεί, είμαι εμμονικός. Και αναρωτιέμαι καμιά φορά αν άξιζε τελικά.»
Όταν κάποιος από το κοινό του είπε «Δεν το κάνεις για σένα — το κάνεις για εμάς», απάντησε με τον δικό του, γνήσιο τρόπο: «Σίγουρα για την ψυχή μου το κάνω.»
Αναφέρθηκε και στον προσωπικό του δίσκο, τον οποίο κυκλοφορεί δωρεάν:
«Τον κυκλοφορώ δωρεάν γιατί έτσι γουστάρω. Αν βοηθήσει έστω και έναν άνθρωπο η μουσική μου, εμένα αυτό μου φτάνει.»
Κλείνοντας, μίλησε για το τι τον κινεί πραγματικά όλα αυτά τα χρόνια:
«Με ενδιαφέρει να γίνω πλούσιος στην ψυχή. Βλέπω νέα παιδιά που είναι ακόμη ρομαντικά.» Μια φράση που συμπύκνωσε όσα είχε ήδη μοιραστεί: την πίστη του στο όνειρο, στη δημιουργία και σε μια σκηνή που, παρά τις δυσκολίες, συνεχίζει να γεννά ανθρώπους με πάθος και αυθεντικότητα.

Σε ερώτηση σχετικά με το ελληνικό ροκ, ο Σάκης ήταν ειλικρινής:
«Δεν άκουγα ποτέ, δεν το ακολουθούσα ιδιαίτερα. Όμως θεωρώ ότι δεν τόλμησε να βγει έξω με συνέπεια· δεν είχε αυτή την τρέλα. Είναι θέμα νοοτροπίας του Έλληνα — αυτή η εσωστρέφεια.»
Σε ερώτηση αν για αυτή την εσωστρέφεια «φταίει ο ελληνικός στίχος», ήταν κατηγορηματικός: «Όχι. Δεν φταίει ο ελληνικός στίχος. Ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει π.χ. γερμανικά, αλλά υπάρχουν μπάντες που κάνουν τεράστια επιτυχία στη μητρική τους γλώσσα — όπως, για παράδειγμα, οι Rammstein.»
Μιλώντας για την αλληλοστήριξη μέσα στη σκηνή, ο Σάκης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της τοπικής κοινότητας:
«Στηρίξτε τις μπάντες της πόλης σας, της τοπικής σκηνής… Ακόμη και να υπάρχει ανταγωνισμός, που είναι ανθρώπινο, φτιάξτε τη σκηνή εσείς οι νέοι! Στο χέρι σας είναι να το αλλάξετε. Η ζωή είναι απλή — αυτά είναι μικρότητες!
Σε ερώτηση για το πώς ήταν να βρίσκεστε σε μια σκηνή γεμάτη ακραίες καταστάσεις,, απάντησε χωρίς να αποφύγει την αλήθεια:
«Κι εμείς μπλεγμένοι ήμασταν. Αλλά το να είσαι σε μια τέτοια σκηνή τότε σημαίνει πως και εσύ δεν ήσουν ότι καλύτερο. Το ροκ εν ρολ έτσι ήταν τότε: υπήρχε ανωνυμία, έκανες ό,τι τρέλα ήθελες. Σήμερα, όλα αυτά θα οδηγούσαν σε cancel και θα μπαίναμε φυλακή. Έχει αλλάξει ο κόσμος.»
Και έδωσε το μήνυμα στους νέους μουσικούς με σαφήνεια:
«Συνέχισε αυτό που κάνεις. Παίζουμε μουσική για να μπορούμε να δημιουργούμε κάτι καλύτερο. Η νέα γενιά πρέπει να κρατήσει τα καλά παραδείγματα από εμάς και να προχωρήσει»
«Είμαι ένας ιεραπόστολος του metal», είπε με το γνωστό του πάθος. «Η μουσική για μένα δεν είναι απλώς ήχοι ή στίχοι· είναι τρόπος ζωής, τρόπος να μοιραστείς δύναμη, ενέργεια και έμπνευση με τους άλλους. Αυτό προσπαθώ να κάνω, για τη νέα γενιά και για όποιον θέλει να νιώσει την ουσία του metal.»
«Μη νιώθει κανείς αποτυχημένος αν δε κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.»
Στο τέλος, αυτό που μένει είναι η αγάπη για τη μουσική, η προσπάθεια, η συνέπεια και οι στιγμές που μοιράζεσαι με τον κόσμο γύρω σου.
Η πρωτοτυπία της Μουσικής Λέσχης Πάτρας να διοργανώνει μια τόσο άμεση και ουσιαστική εκδήλωση με έναν καλλιτέχνη αυτού του βεληνεκούς δεν ήταν απλώς μια ματιά στην πορεία του Σάκη Τόλη, αλλά μια ανοιχτή κουβέντα για τη σκηνή, τα όνειρα, τις δυσκολίες και την ουσία της μουσικής. Μέσα από τις εμπειρίες του, τα λάθη και τις επιτυχίες του, φάνηκε καθαρά ότι η μουσική δεν είναι μόνο καριέρα ή επιτυχία· είναι πάθος, αφοσίωση και τρόπος ζωής. Οι νέοι μουσικοί που βρέθηκαν εκεί έφυγαν με μηνύματα για συνέπεια, αυθεντικότητα, αλληλεγγύη και το θάρρος να ονειρεύονται, αλλά και να δρουν. Όπως είπε ο ίδιος, στο τέλος αυτό που μένει είναι η αγάπη για αυτό που κάνεις και οι στιγμές που μοιράζεσαι με τον κόσμο που σε στηρίζει. Και αυτό —η μουσική ως τρόπος να γίνεις πλούσιος στην ψυχή— είναι το πιο πολύτιμο μάθημα για όλους.
Για το RockOverdose,
Βιβή Ζαπαντιώτου















