Οι Sanctuary ήταν, είναι και πάντα θα είναι ένα από τα πλέον ευαίσθητα σημεία για τον Έλληνα μεταλλά, καθώς υπήρξε κι ακόμα υπάρχει και θα υπάρχει αυτή η ανιδιοτελής αγάπη που θα συνοδεύει τα έργα τους, όσο αυτά ακόμα διαρκέσουν. Η κληρονομιά πάνω από 40 ετών, το αίσθημα ότι διέλυσαν ενώ είχαν να δώσουν τόσο πολλά ακόμα, η επιστροφή τους ως Κάθαρση για πολλούς και η γνωριμία τους εξ’αρχής με τις νεότερες γενιές, αλλά και σαφώς το γεγονός της αναπάντεχης και τρομερά δυσάρεστης απώλειας του Warrel Dane, συνέβαλλαν στο να έχει γίνει ακόμα μεγαλύτερο το δέσιμο των οπαδών μαζί τους. Με τα πάντα αβέβαια μετά από αυτή την τρομερή απώλεια, έκαναν την πολύ σωστή κίνηση να πάρουν τον Joseph Michael των Witherfall στο συγκρότημα, έναν άνθρωπο πρωτίστως οπαδό και της μπάντας αλλά και του μεγάλου συγχωρεμένου, που και ήξερε τι βάρος έχει το έργο του να σταθεί στο κέντρο της σκηνής ερμηνεύοντας αυτά τα ιερά τραγούδια, αλλά και που έχει δεδομένη άγνοια κινδύνου λόγω ψυχοσύνθεσης ατόμου, καθώς όπως διαπιστώσαμε όταν τον είδαμε και με τους Witherfall, το παλικάρι είναι ΑΛΛΟΥ κι απλά καρφώνει ότι πρέπει να τραγουδήσει, γιατί απλά μπορεί και γιατί δεν χρειάζεται να το ζορίσει και πολύ ιδιαίτερα.
Ξεκίνημα της βραδιάς ιδανικότατο με ένα συγκρότημα που έμοιαζε σαν να γεννήθηκε έτοιμο γι’αυτή τη στιγμή. Οι Darklon είναι σε τρομερή κατάσταση τα τελευταία χρόνια κι αυτό αποτυπώθηκε πλήρως στο πρόσφατο 3ο άλμπουμ τους “Mind Reaper” που κυκλοφόρησε πριν 6 μήνες και θεωρώ πως παλαιότεροι και νεότεροι ακόλουθοι τους, συμφωνούν ανεπιφύλακτα πως είναι η σπουδαιότερη δουλειά τους, μέχρι σήμερα δηλαδή καθώς δείχνουν ότι έχουν τα φόντα να πάνε ακόμα ψηλότερα. Σε ένα φεστιβάλ από riffs, με ένα στιβαρό rhythm section και τον νέο τραγουδιστή Βασίλη Χρεπα να αποδεικνύει ότι έχει φοβερή παρουσία σε νεότερο και παλιότερο υλικό, οι Darklon που είναι πάνω απ’όλα και οπαδοί των Sanctuary και όλου του ιερού Αμερικάνικου μετάλλου, τα έδωσαν όλα για το ελάχιστα πάνω από μισάωρο σετ που έπαιξαν και έτυχαν θερμής υποδοχής με αρκετό κόσμο να τραγουδάει στίχους και να κοπανιέται στους ρυθμούς τους. Άρτιοι, ανέμελοι, με χαμόγελα στα χείλη και με το κοινό υπέρ τους, ζέσταναν τον κόσμο με τον καλύτερο τρόπο και είμαι βέβαιος καθώς το υποθέτω θα ήταν άστοχο, πως όσο συχνότερα θα τους βλέπουμε, τόσο πιο χαρούμενους θα μας κάνουν. “Αυτό ήταν βιογραφικό” μας τόνισε ο Βασίλης στο τέλος για την παρουσία τους δίπλα στους Sanctuary, πόσο δίκιο είχε…

Και έρχεται σιγά σιγά η ώρα που όλοι περιμένουμε κι έχουμε την αγωνία να δούμε πως ακούγονται οι ήρωες μας. Μπορεί ο Warrel όπως και ο Jim Sheppard να μην είναι εκεί όπως θα θέλαμε, αλλά η νεότερη εκδοχή των Sanctuary από την αρχή αναλαμβάνει να τιμήσει αυτή την μεγάλη κληρονομιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τόσο ο Άγγλος Will Wallner στην κιθάρα, όσο και ο George Hernandez στο μπάσο (βετεράνος καθώς τους είχε βοηθήσει και παλιότερα, ενώ έχει παίξει και στο μνημείο “Epidemic” των Panic), στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και όλο το υλικό παίχτηκε ως όφειλε, δυναμικά ως και θριαμβευτικά θα μπορούσαμε να πούμε δίχως να μοιάζει υπερβολή. Ξεκίνημα με “Die For My Sins”. Τι είπατε; Ναί, ακριβώς! Γκολ από τ’αποδυτήρια και με το κοινό ήδη να ξελαρυγγιάζεται. O Joseph Michael πιάνει ΟΛΕΣ τις τσιρίδες, φωνή στο Θεό, οι κιθάρες άψογες, το μπάσο ευδιάκριτο πανέμορφα. Αυτό όμως που κάνει την ΤΕΡΑΣΤΙΑ διαφορά όλη τη βραδιά, είναι ο ήχος, η δύναμη και κυρίως η πώρωση του Dave Budbill στα τύμπανα. Ο άνθρωπος διέλυσε το σύμπαν με την απόδοση του, ρίχνοντας μας τα σαγόνια στο πάτωμα από το πρώτο σκάσιμο, ενώ δε δίσταζε μέχρι να κοπανάει και το κεφάλι του στο ρυθμό με τις μπαγκέτες του.
Μπορεί να έκοψε το μαλλί που γκρίζαρε κιόλας, μπορεί τυπικά να’ναι 58 στα 59 γιατί έπαιζε σαν 20αρης, αλλά πραγματικά το έζησε σε τόσο μεγάλο βαθμό που συγκίνησε τους πάντες. “Θέλετε κάτι επίσης παλιό και Old-school;” μας ρωτάει ο Joseph και με το που μπαίνει το “Battle Angels”, όλοι κοιτιούνται μεταξύ τους να δούνε αν κάποιος τους δουλεύει. Οι Sanctuary πετάνε όλα τα βαριά χαρτιά στο τραπέζι και σε συνδυασμό με το παίξιμο του Dave που τους κάνει και ακούγονται πιο thrash από ποτέ, λες και βλέπεις Forbidden εποχής Bostaph -ναι, για τέτοια δύναμη και ταχύτητα μιλάμε-, πέφτει η μεγάλη ατάκα που θα τρελάνει άπαντες όταν τελειώνει το τραγούδι. Το λόγο παίρνει ο Joseph Michael κοιτώντας τον ηγέτη Lenny Rutledge ρωτώντας τον “να τους το πούμε;” σαν κάτι να ετοιμάζει, όπως κι έγινε.. “Θα παίξουμε όλο το “Into The Mirror Black” (!!!!), ελπίζουμε να είστε εντάξει μ’αυτό”! ΤΙ ΛΕΣ ΒΡΕ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΕ; Μέχρι να καταλάβουμε λοιπόν τι μας χτύπησε, ξεκινάει το “Future Tense”, ξεκινάνε και τα δάκρυα όσων είχαν κρατηθεί ως τότε και ειδικά στο break στο τέλος, κι ενώ όλοι έχουν ξελαρυγγιαστεί ενδιάμεσα, πέφτει κι ένα τίμιο ξυλάκι στη μέση του χώρου, όλα ιδανικά.

Βάλτε τώρα στη σειρά τα τραγούδια μέχρι εκείνη την ώρα, πάρτε και το “Taste Revenge” και πάμε ξανά να το γράψουμε για να το πιστέψουμε: Η συναυλία ξεκίνησε με απανωτά “Die For My Sins”/”Battle Angels”/”Future Tense”/”Taste Revenge”. Και εκεί να τέλειωναν όλα, θα μιλούσαμε για άνευ προηγουμένου πριαπισμό, αλλά αφού μας έταξαν όλο το δίσκο, έρχεται καπάκι το “Long Since Dark” να λύσει τους σβέρκους που έμειναν στη θέση τους ως τότε. Για τον υποφαινόμενο το επόμενο κομμάτι έχει ύψιστη σημασία ως το αγαπημένο του στην ιστορία του συγκροτήματος και μια και δεν το είχαν παίξει ποτέ, αποκτά έξτρα σημασία η στιγμή. “Ένα τραγούδι για τους πατεράδες μας, αν είχατε καλή σχέση μαζί τους δηλαδή” μας λέει ο Joseph και το τρισάγιο “Epitaph” συγκινεί άπαντες, ειδικά όσους έχουν υποστεί την πατρική απώλεια. Συγκλονιστική εκτέλεση, συγκίνηση αλλά και πληρότητα, έκλεισε ένα απωθημένο ζωής στην κυριολεξία. Δεν υπάρχει όμως χρόνος για σκέψης γιατί η σχεδόν στρατιωτική εισαγωγή του “Eden Lies Obscured”, του τραγουδιού που συνήθιζε να ανοίγει τις συναυλίες τους, με τον Dave να το παίζει ακόμα πιο εμβατηριακά και δυνατά, τα κάνει όλα πιο υπέροχα. Ο Joseph δεν καταλαβαίνει τίποτα, έχει ήδη τιμήσει και με το παραπάνω τη μνήμη του Warrel.
Η φωνή είναι όπως πρέπει, πρακτικά για όσους δεν τους είχαμε δει το 1990 όπως πολλοί τυχεροί, στην ουσία βλέπουμε Sanctuary όπως έπρεπε για 1η φορά, καθώς οι 2 εμπειρίες μας με τον μεγάλο μας ήρωα εν ζωή, δεν ήταν οι ιδανικές κι ας το λήξουμε εδώ για να μη γίνουμε δυσάρεστοι. Αυτή τη φορά όλα αποδίδονται όπως πρέπει και η συνέχεια είναι βιωματική με το ομότιτλο κομμάτι του δίσκου να ενισχύει τα δάκρυα, το αθάνατο δίδυμο των “Seasons Of Destruction” και “One More Murder” να εντυπωσιάζει με το πόσο δεμένοι είναι και το τέλος αφήνει μια νοσταλγία που ελάχιστοι περίμεναν να την ζήσουν. Το “Communion” με την κλασική αργή αρχή στα τύμπανα έρχεται υπόκωφα και γεμίζει τον χώρο με τη μεγαλοσύνη του, το ότι άκουσα αυτό και το “Epitaph” και είμαι σε θέση να το γράφω σώας τας φρένας (λέμε τώρα) δεν το πιστεύω, όπως κι ότι άκουσα μόλις ολόκληρο ένα από τα 20 πλέον αγαπημένα άλμπουμ της ζωής μου. Οι Sanctuary εντυπωσιασμένοι, με τον Lenny να’χει δηλώσει από νωρίς όταν ρωτήθηκε πως νιωθει, “τι να πω, η Αθήνα είναι η αγαπημένη μου πόλη στον κόσμο, όλοι το ξέρουν αυτό” και με τον Joseph να τονίζει “είστε το καλύτερο κοινό που υπάρχει, θα πρέπει να δυσκολευτούν πολύ να σας κερδίσουν όλοι”.

Συνεχίζουν σαν να μην συνέβη ήδη τίποτα. Μία πολύ γνώριμη εισαγωγή στα τύμπανα, ο Dave και πάλι στο προσκήνιο, δυνατός, στιβαρός, όρθιος παίζοντας τον ρυθμό του “White Rabbit” των Jefferson Airplane να σκορπίζει ρίγος και να γίνεται ιδιαίτερα θεατρικός, ενώ έπιασε τοπ φωνής κι εκφραστικότητας, ή έτσι νομίζαμε γιατί μετά ακολουθεί η ερμηνεία της βραδιάς. “Ένα τραγούδι για τον θάνατο, οι Sanctuary είναι death metal Lenny, το ήξερες αυτό;” θα αποφανθεί ο θεότρελος Joseph και προς γενική έκπληξη μας πετάνε στα μούτρα το “Veil Of Disguise” όπου όλοι είναι κι επίσημα ανήμποροι να αντιδράσουν και απλά κοιτάνε το υπερπέραν με το στόμα ανοιχτό, τι ερμηνεία, τι εύρος φωνής, παρότι ΚΟΚΑΛΟ από τα αφεψήματα που τον κέρασαν, ο Joseph Michael γράφει ιστορία και σαφώς είναι στο τοπ 5 μεταλλικών τραγουδιστών σταθερά εδώ και χρόνια. Λαχείο η παρουσία του στους Sanctuary, λαχείο ενδέχεται να αποδειχθεί και το επόμενο άλμπουμ, μας παίζουν σε παγκόσμια πρώτη το νέο τραγούδι “Not Of The Living”που ακούγεται τρομερά groovy και κλείνουν τη συναυλία (ή όχι;) με 2 νεότερα σχετικά άσματα, το “Arise And Purify” και το ομότιτλο τραγούδι από το “The Year The Sun Died”!

Εκεί κάπου λύγισαν και οι πιο ψύχραιμοι και ενώ νομίζουμε πως όλα τελείωσαν, τα φώτα δεν ανάβουν, μουσική δεν ακούγεται και η μπάντα ξαναβγαίνει (τελικά όχι στην παραπάνω ερώτηση) και μας δίνει την χαριστική βολή. “Έχουμε άλλο ένα, άλλο ένα τραγούδι για τον θάνατο, που αυτή τη φορά έρχεται από τα ρομπότ”! Όλοι φυσικά καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για το “Soldiers Of Steel”, το βάρος του οποίου τραντάζει το Piraeus Academy και η συναυλία τελειώνει μετά από σχεδόν μιάμιση ώρα και μετά από 17 (!!!) παιγμένα τραγούδια. 9 ολόκληρου του “Into The Mirror Black”, 5 από το “Refuge Denied” (διασκευής συμπεριλαμβανομένης), 2 από το “The Year The Sun Died” και το νέο “Not Of The Living”. Ειλικρινά δε νομίζω κανείς να περίμενε τόσο πλήρη εκδοχή ποιοτικά και ποσοτικά από τους Sanctuary του 2026, και όσοι δεν ήρθαν για λόγους που έρχονται σε αντιδιαστολή με όσα δεν έζησαν τις τελευταίες 2 φορές, έχασαν χρυσή ευκαιρία να βιώσουν το πως πρέπει να ακούγονται αυτοί οι ύμνοι δεκαετιών. Θα προτρέψω από τώρα να μην κάνετε το ίδιο λάθος και να τους χάσετε όταν ξανάρθουν γιατί θα’ναι πραγματική αμαρτία και γιατί η μπάντα δείχνει να’χει παρόν και μέλλον με όσα μας κατέθεσε με ψυχή επί σκηνής.
Για το τέλος να παραθέσω ενσταντανέ από συζητήσεις με τα μέλη. Ο Lenny Rutledge θυμόταν όποιον είχε συναντήσει παλιότερα, ήταν εγκάρδιος και μας ρωτούσε πως μας φάνηκε και τη γνώμη μας για το νέο τραγούδι. Ο Joseph Michael μέσα στο χαμόγελο, μας τόνιζε “σας το υποσχέθηκα ότι θα έρθω και με τους Sanctuary, από τώρα σας λέω ότι θα ξανάρθουμε και θα’ναι ακόμα καλύτερα”. Για το τέλος θα αφήσω τον Dave Budbill που ήταν συγκινημένος με όσα του έλεγε ο κόσμος για την απόδοση του. “Σας ευχαριστώ πολύ, είστε πάντα ευγενικοί, είστε οι καλύτεροι στον κόσμο στην Ελλάδα” με τα μάτια του εμφανώς έτοιμα να δακρύσουν. Εμείς από την πλευρά μας του λέγαμε “δεν είμαστε ευγενικοί, απλά ειλικρινείς” και του τονίζαμε ότι ποτέ ξανά δεν έχει ακουστεί τόσο δυνατός και γρήγορος. Εκεί λοιπόν ήρθε μια όμορφη εξομολόγοηση: “Προσπαθώ σκληρά είναι η αλήθεια, πρέπει να κρατηθώ στο πνεύμα των καιρών καθώς υπάρχουν τόσο σπουδαίοι ντράμερ εκεί έξω, εγώ έχω λίγο αδέξιο και άναρχο στυλ, και πρέπει να κάνω ότι μπορώ για να το εξελίσσω”. Κι ενώ του λέμε ότι μόνο που τον βλέπαμε εξαντληθήκαμε, έρχεται η συζήτηση στο πόσο ωραίο groove έχει το “Not Of The Living” κι ακολουθεί νέα εξομολόγηση:

“Είμαι πολύ επηρεασμένος τελευταία βλέποντας τους ντράμερ των Gojira και των Slipknot, αυτοί οι τύποι είναι εκπληκτικοί”. Εκεί λοιπόν ανοίγουμε μια συζήτηση για τους Gojira μια και θα τους δούμε με τους Metallica σύντομα και έρχεται η κουβέντα στον Mario Duplantier και όλα αυτά που έκανε στο Release με το περίφημο χαρτόνι “να παίξω κι άλλη δίκαση;” με τον Dave να λάμπει πραγματικά και να συμφωνούμε ότι μόνο που βλέπουμε τον Mario να παίζει, νιώθουμε λίγο χαζοί. “Έτσι ακριβώς νιώθω” μας είπε, “προσπαθώ κι εγώ να κάνω κάτι από όλα αυτά αλλά δε μπορώ, ο τύπος είναι ένα θαύμα” όπως τον χαρακτήρισε, ενώ μας ρωτούσε αν έπαιξαν συγκεκριμένα κομμάτια όπως το “Flying Whales” και του είπαμε τι συνέβη όταν έπαιξαν το “From The Sky” με το πλάνο στα πόδια του, με τον Dave να χαρακτηρίζει το “From Mars To Sirius” ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του αιώνα. Ήταν όλοι τους υπέροχοι, εγκάρδιοι και μας υποσχέθηκαν ότι θα έρθουν σύντομα. Ο νέος δίσκος πάει για αρχές του 2027 και μας ανέφεραν ότι έχουν και καλύτερα κομμάτια από το “Not Of The Living”. Οι Sanctuary του 2026 έχουν λόγο ύπαρξης και νόημα. Και είμαστε πολύ τυχεροί που βρίσκονται ακόμα ανάμεσα μας.
*Να σημειωθεί ότι όταν πήγε να ακουστεί το όνομα του Warrel σιγά σιγά, ο Joseph Michael παρότρυνε το κοινό να φωνάξει δυνατότερα, ενώ σε κάθε αναφορά του σε όλους, έσκυβαν όλοι το κεφάλι και έβλεπες την απώλεια στα μάτια τους, μας είπαν ότι αποτελεί έμπνευση και θα κάνουν ότι μπορούν να τιμήσουν την μνήμη του. Όλοι όσοι τους είδαμε στα μάτια, ξέρουμε ότι λένε αλήθεια.
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
Φωτογραφίες: Κατερίνα Μήτικα @mitica_photography















