Πάντα τίμιοι και αυθεντικοί, Πάντα τίμιοι και αυθεντικοί, αφοσιωμένοι και ενεργητικοί μέχρι την τελευταία τους μέρα, οι SENTENCED δεν έγιναν ποτέ όσο μεγάλοι μπορούσαν και τους άξιζε. Όπως συμβαίνει και με τόσες άλλες μπάντες μη ψάχνετε το λόγο, δε θα βγάλετε άκρη. Κλείστε φώτα, ανοίξτε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, βάλτε τη δισκογραφία τους απ’ την αρχή και θυμηθήτε τα “Phoenix”, “Nepenthe”, “The Suicider”, “Dead Leaves”, “No One There” και τόσα άλλα. Πράγματι, οι SENTENCED δεν έγιναν μεγάλοι, έγιναν τεράστιοι. Για εμάς, τους ακροατές τους. Και μόνο …
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ :
1989 και το κύμα του Death Metal από Αμερική χύνεται σαν καυτή λάβα και σκορπάει τρόμο. Κάπου στη Φινλανδία, τέσσερις νεαροί δεν κάθονται άπραγοι και δημιουργούν τους Deformity. Σαν στόχο έχουν να παίξουν πρώιμο Death Metal, αλλάζουν το όνομα σε Sentenced και ηχογραφούν μόνοι τους δύο demo κασσέτες, τα “When Death Join Us...” (1990) και “RottingWaysToMisery” (1991).

ΤΟΠΡΩΤΟΣΥΜΒΟΛΑΙΟ :
Βρισκόμαστε στο 1991-92 και, έχοντας βρει δισκογραφική στέγη στη γαλλική Thrash Records, οι Sentenced, με τον Taneli Jarva να αντικαθιστά τον Lari Kylmänen στο μπάσο, ηχογραφούν το ντεμπούτο τους “Shadows Of Past” (1992). Με το line-up ν’ αποτελείται από τους TaneliJarva (Bass, BackingVocals), VesaRanta (Drums), Sami Lopakka (Guitar), Miika Tenkula (Lead Guitar, Vocals) και τον Ahti Kortelainen σε παραγωγή και μίξη, οι Sentenced αποδίδουν γρήγορο, βάρβαρο και σε σημεία μελωδικό Death Metal. Την άνοιξη του 1992 ηχογραφούν το “Journey To Pohjola” (EP) το οποίο περιείχε τρία κομμάτια, δίνουν πάνω από 50 συναυλίες πουλώντας ταυτόχρονα και 1500 κόπιες του δίσκου τους καθώς και τα δύο demo τους. Παράλληλα, εμφανίζεται δειλά-δειλά και το πρώτο merchandise τους το οποίο γίνεται ανάρπαστο.
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ :
H αδιάκοπη δραστηριότητα του συγκροτήματος ενεργοποιεί τους ανθρώπους της φινλανδικής Spinefarm Records που τους προσφέρει αμέσως συμβόλαιο. Σαν αποτέλεσμα, οι οπαδοί του συγκροτήματος υποδέχονται το δεύτερο δίσκο με τίτλο “North from Here” (1993). O Jarva έχει αναλάβει πλέον το ρόλο του τραγουδιστή-μπασίστα, τραγουδώντας διαφορετικά από τον Tenkula, το λογότυπο της μπάντας αλλάζει σε αυτό που ξέρουν όλοι και όλα είναι έτοιμα για το μεγάλο βήμα, το μεγαλύτερο της καριέρας τους …

Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ :
Το οποίο και γίνεται με την υπογραφή συμβολαίου με τη γερμανική Century Media το Σεπτέμβρη του 1994. Η ευκαιρία για άνοιγμα σε μεγαλύτερες αγορές είναι γεγοννός, όπως γεγοννός είναι και το 'break through' album των Φινλανδών ονόματι “Amok” (1995). Η μπάντα, με τη βοήθεια του Ahti Kortelainen (ξανά) μαλακώνει και καθαρίζει τον ήχο της, προσθέτει μελωδία και καθαρά φωνητικά τα οποία, με τη συνοδεία keyboards, μας δίνουν ένα εξαιρετικό δείγμα goth & metal, με κορυφαίο το “Phenix” και αριστουργηματικό το “Nepenthe” (για το οποίο γυρίστηκε και το αντίστοιχο βίντεο). Οι 35000 πωλήσεις παγκοσμίως του δίσκου βγάζουν σε περιοδείες στην Ευρώπη το συγκρότημα μαζί με Tiamat και Samael. Στη συνέχεια η μπάντα κυκλοφορεί το “Love & Death” (1995), ένα ΕΡ που κινείται στις ίδιες δομές με το “Amok”, καθώς γράφτηκαν σχεδόν την ίδια εποχή.
Έχοντας συνεχώς ανοδική πορεία, οι Sentenced χωρίζουν τους δρόμους τους με τον TaneliJarva λόγω μουσικών διαφορών και προσλαμβάνουν τον Ville Laihiala (των Breed) στο μικρόφωνο. Έχοντας μόλις λίγες εβδομάδες στη διάθεσή τους, ταξιδεύουν στη Γερμανία και κλείνονται στο στούντιο για την ηχογράφηση του “Down” (1996). Παραγωγός, στο τέταρτο κατά σειρά άλμπουμ, είναι ο ‘πολύς’ Waldemar Sorychta (Grip Inc., Rotting Christ). Για ακόμη μια φορά, το συγκρότημα αυξάνει τα μελωδικά σημεία, προσθέτει πινελιές από NWOBHM και κυκλοφορεί ένα αριστούργημα του είδους, λαμβάνοντας μάλιστα και εξαιρετικές κριτικές (άλμπουμ του μήνα στο γερμανικό Rock Hard και Metal Hammer). Η πρώτη μεγάλη περιοδεία είναι προ των πυλών και έτσι το συγκρότημα αναθέτει χρέη μπασίστα στον Sami Kukkohovi για κάποιες ζωντανές εμφανίσεις.
Oμάδα που κερδίζει δεν αλλάζει και οι Sentenced το ξέρουν καλά αυτό. Ο Kukkohovi γίνεται μόνιμο μέλος και μαζί με το Laihiala συνεισφέρουν και συνθετικά στο “Frozen” (1998) το οποίο κυκλοφορεί στις 15 Ιουλίου. “Kaamos”, "Farewell", "Dead Leaves" και “The Suicider” γίνονται αγαπημένα των οπαδών χωρίς όμως τα υπόλοιπα να υστερούν.
Και φτάνουμε αισίως στο 2000 ή αλλιώς τη χρονιά που έμπασε το συγκρότημα στις ΗΠΑ. Και πως να μη γίνει αυτό όταν ο έκτος τους δίσκος, “Crimson” (2000), ανεβαίνει στην κορυφή των φινλανδικών charts, με το single “Killing Me, Killing You" να μαγνητίζει ολοένα και περισσότερους νέους οπαδούς και να ανοίγει την πόρτα για την πρώτη επίσκεψη στην Αμερική.
Το “TheColdWhiteLight” (2002), που ακολούθησε δύο χρόνια μετά, βρίσκει τους Φινλανδούς σε μεγάλη φόρμα, αν και διαφοροποιημένοι σε σχέση με το παρελθόν. Ο δίσκος είναι συγκινητικός και πουλάει σαν ζεστό ψωμί, χαρίζοντας πρωτιά με το single “No One There" (με ένα ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ βίντεο) στα φινλανδικά charts. Δεύτερη περιοδεία στις ΗΠΑ, αυτή τη φορά με Killswitch Engage, Dark Tranquillity και In Flames και στη συνέχεια tour στην Ευρώπη με Lacuna Coil.
Ήταν 24 Νοεμβρίου του 2002 όταν οι Sentenced επισκέφθηκαν για πρώτη φορά την Ελλάδα στο τελευταίο σκέλος της περιοδείας τους. Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Gagarin 205 οι Φινλανδοί τίμησαν τον τελευταίο τους δίσκο, όπως και το ένδοξο παρελθόν, αφήνοντας όμως κάποιους ανικανοποίητους λόγω της μίας ώρας που έπαιξαν συν τα δύο encore. Επίσης, προκάλεσε κακή εντύπωση ο σχεδόν διεκπεραιωτικός χαρακτήρας της συναυλίας και η στροφή σε έναν πιο ΗΙΜ ήχο από τους Sentenced.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ :
Βρισκόμαστε στις αρχές του 2005 και ένα δυσάρεστο νέο περιμένει τους απανταχού οπαδούς των αγαπημένων Φινλανδών. Η μπάντα ανακοινώνει πως δουλεύει πάνω στον τελευταίο δίσκο της καριέρας της καθώς μετά θα διαλυθεί. Πράγματι, το “The Funeral Album” (2005) κυκλοφορεί κανονικά και το συγκρότημα ξεκινά να δίνει τις τελευταίες του συναυλίες. Το τέλος δόθηκε και επίσημα την 1 Οκτωβρίου 2005 στη γεννέτειρά τους, το Oulu της Φινλανδίας. Η συναυλία έχει ‘γιορτινό’ χαρακτήρα, οι Sentenced παίζουν κομμάτια από όλη την καριέρα τους και καλούν στη σκηνή και τον TaneliJarva. Το show μαγνητοσκοπείται και κυκλοφορεί σαν CD / DVD υπό το γενικό τίτλο “Buried Alive” (2006).
Έκτοτε, υπήρχε πάντα η κρυφή ελπίδα της επανένωσης που θάφτηκε μια για πάντα στις 19 του Φλεβάρη 2009 όταν και το ιδρυτικό μέλος και mastermind Miika Tenkula βρέθηκε νεκρός από ανακοπή καρδιάς. Πλέον, οι οπαδοί είχαν μόνο τους Poisonblack (το πρότζεκτ του τραγουδιστή Ville Laihiala) που θύμιζαν αμυδρά Sentenced, χωρίς φυσικά να φτάνουν ούτε στο ελάχιστο τη μαγεία τους.

Miika Tenkula : born 6th March, 1974 – died 19th February, 2009
Ακολούθησαν επανακυκλοφορίες δίσκων τους με extra υλικό και με το πέρασμα των χρόνων έμεινε μόνο η μουσική να μας θυμίζει τους Sentenced. Τους ευχαριστούμε για όλα όσα μας προσέφεραν, στις δισκοθήκες μας δε θα έρθει ποτέ το “…End Of The Road”.
SONGS FOR A LIFETIME :
1. Love And Death
2. Ever-Frost
3. May Today Become The Day
4. The Suicider
5. Farewell
6. Dead Leaves
7. The War Ain't Over!
8. Nepenthe
9. Phenix
10. Noose
11. Shadegrown
12. Bleed
13. Bleed In My Arms
14. Killing Me Killing You
15. Dead Moon Rising
16. Blood & Tears
17. No One There
HΞΕΡΕΣ ΟΤΙ :
· Ο Luukas Lahtinen σχεδίασε το πρώτο λογότυπο της μπάντας καθώς και το πρώτο εξώφυλλο.
· Τα 3 πρώτα άλμπουμ ηχογραφήθηκαν στα Tico-Tico Studio.
· Στους 3 τελευταίους δίσκους παραγωγή έκανε ο Hiili Hiilesmaa των ΗΙΜ.
· Το 1993 κυκλοφόρησε το “The Trooper EP” το οποίο περιείχε το γνωστό κομμάτι των IronMaiden.
· Oι Sentenced, μεταξύ άλλων, έχουν διασκευάσει Radiohead, W.A.S.P., Faith No More και The Animals.
· Και έχουν διασκευαστεί από ρώσσικες μπάντες όπως οι Heavenside και Repentance.
· Σκηνοθέτης του “Buried Alive” είναι ο Mika Ronkainen.
· Το “The Funeral Album” έχει κερδίσει χρυσό αγαλματάκι στη χώρα τους για πωλήσεις άνω των 15000.
· Το 2003 συμμετείχαν σε μια συλλογή αφιερωμένη στην ομάδα χόκευ της πόλης τους Kärpät.
· Μελετώντας τους στίχους του κομματιού τους “Routasydän”, το οποίο και έγραψαν στη μητρική τους γλώσσα, διάφοροι πολιτικοί τους κατηγόρησαν για αναφορές στους Ναζί.
· Το συγκρότημα έχει ξαναεμφανιστεί στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 2004 στον Άλιμο στο απαράδεκτο εκείνο Athens Open Air.

Για το RockOverdose,
Mιχάλης Τσολάκος












