Αν ο υπαρκτός σουρρεαλισμός αποτελούσε μουσικό κίνημα, τότε η χθεσινή συναυλία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ιδρυτική του κίνηση. Το πάντρεμα Ψαραντώνη και Swans έγινε θέμα συζήτησης άμα τη ανακοινώσει της και άφησε αρκετά κεφάλια να ξύνονται κατ' εξακολούθηση.
Πέρα από την πλάκα και παρά το φαινομενικό χάος που στέκεται ανάμεσα στη μουσική αντίληψη του Αντώνη Ξυλούρη κι εκείνη του Michael Gira, αν το εξετάσεις κατά βάθος, υπάρχει μια κοινή αίσθηση αρχέγονου ενστίκτου στις μουσικές τους, ενώ η λέξη “μυσταγωγία” δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναφερθεί πολλάκις, από κόσμο που είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ζωντανά έναν εκ των δύο καλλιτεχνών. Η παραπάνω σύνδεση δεν είναι επ' ουδενί αυτονόητη, για σκοτεινά μυαλά όπως εκείνα των Τριών Σκιών όμως, τέτοιες σκέψεις είμαι βέβαιος ότι αποτελούν ψωμοτύρι.
Αυτονόητος σε κάθε περίπτωση, είναι ο σεβασμός και η εκτίμηση που χαίρει ο Ψαραντώνης από οποιονδήποτε σοβαρό μουσικόφιλο. Και με αυτόν ακριβώς το σεβασμό αντιμετωπίστηκε από το κοινό των Swans, παρά το ότι στην πλειοψηφία του δε διέθετε την απαραίτητη εξοικείωση με το υλικό του. Σε σημεία τον έλεγες ίσως και υπέρμετρο, μιας και τα “σουτ” προς τους γνωστούς-άγνωστους ενοχλητικούς chit chatters έδιναν κι έπαιρναν, ενώ ο κόσμος έδειχνε ένα δισταγμό ακόμα και στο να διασκεδάσει, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του θρυλικού λυράρη να τον ξεσηκώσει. Εδώ που τα λέμε, ένα κοινό που είχε έρθει για να παρακολουθήσει τους πρωτοπόρους του experimental rock ήχου, δε θα λεγες ότι το φόρτε του είναι η “διασκέδαση”. Μέχρι το τέλος της βραδιάς πάντως είχαμε γνωριστεί καλά και οι παρευρισκόμενοι συμμετείχαν έως και ζωηρά σε σημεία, στο μίνι πανηγύρι που είχε στήσει στη σκηνή του Gagarin o Ψαραντώνης και η παρέα του. Το να βλέπεις τύπους με μούσι, κοκκάλινο γυαλί και μπλουζάκι Neubauten να χτυπούν τα πόδια τους και να βαράνε παλαμάκια σε κρητικά είναι priceless· σατανικά μυαλά οι Τρεις Σκιές, σας το είπα.
Ο δείκτης του ρολογιού έδειχνε περασμένες έντεκα, είχε φθάσει η ώρα να λάμψουν οι Κύκνοι· στην τελευταία ίσως εμφάνιση τους, όπως τους γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
Αυτό το σχήμα πάντα με εκπλήσσει με το πόσο βάρβαρο μπορεί να γίνει επί σκηνής -και δεν είναι ότι τους έχω δει λίγες φορές-. Τα δέρματα του Phil Puleo πρέπει να είναι φτιαγμένα από ατσάλι ή κάτι παρόμοιο, γιατί πραγματικά ο τύπος τα ταλαιπωρεί δίχως αύριο, τα βιάζει, τα γονατίζει κυριολεκτικά. Ο Thor Harris λείπει από την παρούσα σύνθεση των Swans κι ο Phil παρότι επωμίζεται ολομόναχος τα κρουστά, δεν έχει κανένα πρόβλημα να κάνει το κάτι παραπάνω για να διατηρηθεί η επιθετικότητα των Swans στα επίπεδα που απαιτείται. Στον αντίποδα, το συγκρότημα έχει κερδίσει άφθονο βάθος στο ήχο του από τα πλήκτρα του νεοεισελθέντα Paul Wallfisch, κίνηση που ενδεχομένως αποτελεί προάγγελο για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν στο μέλλον.
Εξόν τη βαρβαρότητα, οι Swans έχουν την εξωφρενική ικανότητα να χτίζουν για πλάκα υποβλητικές ατμόσφαιρες. Ανέφερα τη λέξη “μυσταγωγία” στην αρχή, καθόλου τυχαία. Συνθέσεις όπως το “Cloud Of Unknowing” -που στην ουσία αποτελεί κανονικότατη προσευχή- παιγμένες ζωντανά δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας πνευματικής εξύψωσης, έστω κι αν δεν πιστεύεις σε κανέναν θεό.
Το “Screen Shot” παιγμένο με την ένταση που το κάνουν οι Swans σε φέρνει στα όρια της παράκρουσης. Οι ανώμαλοι ήχοι που βγάζει από τις lap steel του ο Christoph Hahn, μασώντας σαδιστικά τη σήμα-κατατεθέν τσιχλόφουσκα του με ξεπερνούν. Το ατάραχο του “διόσκουρου -πλέον- της τσιχλόφουσκας” Norman Westberg με προκαλεί. Ευτυχώς που υπάρχει ο Christopher Pravdica να ακολουθεί κατά πόδας τους σαμανικούς χορούς του Ηγέτη Michael Gira. Η συμβιωτική αλληλεπίδραση μεταξύ μπάσου Pravdica/κιθάρας Gira αποτελεί πέραν αμφιβολίας το πρωταρχικό σημείο αναφοράς του ήχου των σημερινών Swans. Τρανότερη απόδειξη, το καινούριο κομμάτι “The Man Who Refused To Be Unhappy”, το οποίο τους βρίσκει να κινούνται σε μια εντόνως ρυθμική, σχεδόν industrial λογικη.
Τα νεότευκτα κομμάτια, πέρα από ενθαρρυντικά στον συνθετικό τομέα, αφήνουν μια χαραμάδα ελπίδας ότι ίσως τελικά δεν έχουμε ακούσει την τελευταία νότα από εκείνους. Προς το παρόν, παραμένουν ακμαιότατοι συναυλιακά, υπό την χαρισματική καθοδήγηση της αόρατης μπακέτας του Michael Gira. Δε το διαπιστώσαμε απλά χθες το βράδυ, το βιώσαμε· στην υποδειγματικότερη ίσως εμφάνιση τους επί ελληνικού εδάφους.
Για το Rock Overdose,
Κείμενο: Δημήτρης Σούρσος
Φωτογραφίες: Μίνως Ντοκόπουλος



















