Τετραδιάστατη συναυλία σε μία εντυπωσιακή βραδιά για τους λάτρεις του djent
Όπως είχα γράψει σε προηγούμενες ανταποκρίσεις μπορεί το metalcore να μην είναι ιδιαίτερα διαδομένο στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες, όμως τα συγκεκριμένα συγκροτήματα δεν παίζουν μόνον αυτό, αλλά και progressive metal (σε διαφορετικό βαθμό το καθένα) και η αναγνώριση τους από το αθηναϊκό κοινό ήταν αρκετή ώστε να γεμίσουν εκείνη την νύχτα το Gagarin.
Εισερχόμενος στην αίθουσα αντίκρισα στην μέση του 3ου διαζώματος μία «περίεργη» κατασκευή περίκλειστη από τις 4 μεριές με κιγκλιδώματα, εντός της οποίας περιέχονταν κάτι σαν κονσόλες, computers και άλλα τινά τα οποία χειρίζονταν 2 άτομα. Υποθέτω ότι σχετίζεται με τα προηχογραφημένα μέρη των συγκροτημάτων και τουλάχιστον για τους μεταλλάδες αυτό είναι ένα θέμα, καθώς αρκετοί οπαδοί επιθυμούν όλη η μουσική να παίζεται ζωντανά (εκτός ίσως από κάποια intros ή outros) και τα computerized μέρη να περιορίζονται στο ελάχιστο.
Την συναυλία άνοιξαν οι The Omnific στις 20:30 ακριβώς. Πρόκειται για ένα αυστραλιανό progressive rock metal fussion (προσθέστε και ότι άλλο θέλετε) ορχηστρικό τρίο, με την ιδιομορφία ότι αποτελούνται από 2 μπασίστες (Matt Fackrell και Toby Peterson-Stewart) και έναν drummer (Jerome Lematua), ούτε κιθάρα, ούτε φωνητικά, αλλά samples και προηχογραφημένα πλήκτρα! Δημιουργήθηκαν το 2016 και έχουν κυκλοφορήσει 2 στούντιο albums, 3 EPs και 2 singles (παραγωγικότοι για τέτοιου είδους σχήμα), ενώ έχουν αρκετές συναυλίες σε Αυστραλία, Ευρώπη και ΗΠΑ.
Ο drummer Jerome Lematua φορούσε ένα σορτσάκι που έμοιαζε περισσότερο με μποξεράκι και ήταν ο spokesman της μπάντας (στα λιγοστά που είπε για τις συστάσεις, τίτλους κάποιων κομματιών, παρότρυνση – ενθάρρυνση του κοινού και φυσικά ευχαριστίες). Σε κάποια φάση στο 2ο κομμάτι (“Merlin's id”) ο Jerome ήρθε στο κέντρο της σκηνής και χόρευε για να ξεσηκώσει το κοινό (το έκανε άλλη μία φορά ακόμη). Ναι μεν, η μπάντα έπαιζε «παπάδες», αλλά το κοινό την παρακολουθούσε κάπως μουδιασμένο. Λογικό, με μόνο 2 μπάσα και χωρίς κιθάρα ή φωνή; Καλό άκουσμα, αλλά μη επαρκές, είναι σαν να προσπαθεί να χορτάσει κάποιος τρώγοντας μόνο σάλτσα (όσο εύγευστη και αν είναι αυτή) χωρίς τα μακαρόνια! Συνολικά έπαιξαν ~ 30’ και ευελπιστώ να το ευχαριστήθηκαν ικανοποιώντας (μεγάλη) μερίδα του κοινού.



Αναγκαίο διάλειμμα για την προετοιμασία της σκηνής για τους Novelists. Οι Γάλλοι progressive metalcorers, αν και υπάρχουν από το 2013 και έχουν 4 πλήρεις κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους δεν είχε τύχει να παίξουν άλλη φορά στην Ελλάδα. Εμφανίστηκαν στην σκηνή κατά τις 21:20, υπό σχετικό ημίφως με τα μέλη να εισέρχονταν σταδιακά και στο τέλος η νεαρή τραγουδίστρια Camille Contreras ντυμένη με μία πολύ εκκεντρική αμφίεση και κυρίως μεταλλική φούστα, η οποία ήταν μεν κοντή, αλλά οι μεταλλικές προεκτάσεις της (σαν λωρίδες) έφταναν μέχρι το πάτωμα. Ξεκίνησαν με 2 νέα τραγούδια τους: Coda και K.O. (για το οποίο η Camille ανέφερε ότι ήταν από τα αγαπημένα της), τα οποία αν και κυκλοφόρησαν πριν από έναν μήνα, το κοινό έδειχνε εξοικειωμένο με αυτά. Στο επόμενο (το ορχηστρικό “Colas”) η Camille έπαιξε κιθάρα (τα ακόρντα), ενώ αρκετοί από το κοινό κουνούσαν τα φωτισμένα κινητά τους. Ήταν ένα θέαμα εντυπωσιακό και πιστεύω ότι άγγιξε το συγκρότημα.


Προφανώς, τόσο λόγω μουσικού ιδιώματος (σαφώς πιο δυναμικοί από τους Omnific), αλλά και λόγω της ιστορίας τους το κοινό είχε ήδη πυκνώσει και ήταν πιο εκδηλωτικό και ήδη άρχισαν τα πρώτα «σπρωξίματα». Προς το τέλος, στο “Prisoner” η Camille προέτρεψε το κοινό για “Ratata” και εκδηλώθηκαν τα πρώτα μικρά mosh pits. Συνολικά έπαιξαν 9 τραγούδια σε ~ 40’ και όλα ήταν από κυκλοφορίες από το 2022 και μετά: 3 από άλμπουμ Dejavu (2022) και 5 του 2024, καθώς και το ακυκλοφόρητο "All for Nothing", ένδειξη ότι προτιμούν μία αλλαγή πορείας, αφήνοντας προς το παρόν κάπως πίσω παλαιότερο υλικό από προηγούμενες κυκλοφορίες. Πολύ δυναμική η εμφάνιση τους, στην οποία όμως το ελληνικό κοινό έδειξε να ανταποκρίνεται. Μόνο ίσως μελανό σημείο κάποια προβλήματα στον ήχο.
Novelists setlist:
Coda
K.O.
Colas
Mourning the Dawn
All For Nothing
Turn It Up (Keyboard Warriors Social Club)
Prisoner
Terrorist
Lost Cause


Μεγαλύτερο διάλειμμα αυτή τη φορά για να ξεστηθούν όχι μόνο το drumkit, αλλά και η φωτεινή επιγραφή (το roadcrew πολύ εκπαιδευμένο και ταχύτατο στις αποσυναρμολογήσεις). Η αίθουσα είχε σχεδόν γεμίσει (και τα πάνω διάζωμα) και η αναμονή για τους Tesseract έλαβε τέλος στις 22:30, όπου έκαναν την εμφάνιση τους με τον τραγουδιστή Daniel Tompkins με βαμμένο το πρόσωπο του από την μύτη και πάνω βαθύ κόκκινο (στα χρώματα του πολέμου), έτοιμο για την συναυλιακή μάχη. Αυτή είναι η 2η ζωντανή εμφάνιση τους στην Αθήνα. Είχαν έρθει στις 7/7/2019 στο Κύτταρο και είχαν ενθουσιάσει το κοινό. Εάν τότε μες τον καλοκαιρινό καύσωνα γέμισαν το Κύτταρο, τώρα 5,5 χρόνια μετά γεμίζουν το Gagarin, ένδειξη του πόσο έχει διαδοθεί η φήμη τους, αλλά και το djent ιδίωμα στην χώρα μας. Όποια λίστα και να αναζητήσει κάποιος στο internet με τα καλύτερα συγκροτήματα του είδους σίγουρα τους συμπεριλαμβάνει.

Πριν το καθαρά συναυλιακό κομμάτι θα αναφερθώ λίγο στο όνομα του συγκροτήματος, το οποίο είναι μαθηματικός όρος και στα ελληνικά ονομάζεται «τεσσεράκτιο» και είναι το θεωρητικό γεωμετρικό στερεό 4 διαστάσεων, το τετραδιάστατο ανάλογο του κύβου (υπερκύβος). Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις "4 ακτίνες". Είχε παρουσιαστεί στην ταινία “Intersellar” και εκτιμώ τμήμα της μουσική τους θα ταίριαζε «γάντι» στην εν λόγο ταινία ή σε άλλου είδους επιστημονικής φαντασίας ταινίες. Δεν ξέρω αν ο κιθαρίστας Acle Kahney σπούδασε μαθηματικά, σίγουρα όμως επηρεάστηκε και υποθέτω ότι υιοθέτησε τον όρο ως δηλωτικό της πολυπλοκότητας των συνθέσεων του συγκροτήματος.

Ξεκίνησαν με το “Natural Disaster” υπό τις έντονες επευφημίες του κοινού για να ακολουθήσει άλλη μία «κομματάρα», το “Echoes” από το album “War of Being”. Όπως και στα προηγούμενα συγκροτήματα ο φωτισμός ήταν χαμηλός. Κυριαρχούσε το μωβ, το μπλε, το πράσινο και ενίοτε το σκοτεινό κόκκινο.

Ο Daniel ως frontman ξεσήκωνε τον κόσμο, ερχόταν πολύ κοντά στο πλήθος σε βαθμό που νόμιζε κανείς ότι θα πέσει πάνω στα απλωμένα χέρια να κάνει crowd surfing (όπως είχε κάνει το 2019), όμως γυρνούσε προς τα πίσω. Αρκετά κινητός, πάνω - κάτω στην σκηνή, ενώ πλειστάκις έπιανε τα απλωμένα χέρια των οπαδών μέχρι που γονάτισε τραγουδώντας (νομίζω στο “Juno”). Όμως και το κοινό ανταποκρινόταν στις εκδηλώσεις ενθουσιασμού, με συνεχείς «αναταράξεις» χοροπηδητά και μικρά mosh pits. Η πλάτη μου το ένοιωσε έντονα καθώς έσκαγαν πάνω της συχνά - πυκνά διάφοροι ενθουσιώδεις οπαδοί! Ενώ στο τελευταίο κομμάτι «απ’ όλα είχε ο μπαξές»: μεγάλο moshpit και crowd surfing (βοήθησα έναν crowd surfer να προσγειωθεί λίγο πριν φτάσει στα κάγκελα). Αν κάποιος δεν ήξερε τους στίχους ή την θεματολογία των τραγουδιών θα νόμιζε ότι ο Daniel τραγουδάει την δυστοπία ή την απελπισία. Όσον αφορά το setlist ήταν αυστηρά προσανατολισμένο στις 2 τελευταίες κυκλοφορίες καθώς έπαιξαν 6 τραγούδια από την τελευταία “War of Being” (2023) και 4 από την προτελευταία “Sonder” (2018) και μόλις 2 από τις προηγούμενες (τα “Of Mind – Nocturne” και “Concealing Fate, Part 1: Acceptance” (που ήταν το encore).

Για περίπου 80’ οι Tesseract μας ταξίδεψαν σε κόσμους επιστημονικής φαντασίας ακροβατώντας ανάμεσα σε ήρεμους ρυθμούς και metalcore ξεσπάσματα με όχημα περίπλοκες progressive μουσικές φόρμες. Στα θετικά της βραδιάς ήταν ότι το κοινό στην πλειοψηφία του ήταν νεανικό, το πρόγραμμα τηρήθηκε και ο ήχος ήταν πολύ καλός (δυστυχώς όχι τόσο στους Novelists). Μέχρι την επόμενη φορά ….
Tesseract setlist:
Intro / Natural Disaster
Echoes
Of Mind - Nocturne
Tender
Sacrifice
King
Smile
The Arrow
Legion
War of Being
Juno / Concealing Fate Pt. III: The Impossible (Outro)
Encore:
Concealing Fate, Part 1: Acceptance
Για το Rock Overdose,
Παναγιώτης Παπανδρεόπουλος
Φωτογραφίες:
TesseracT, Novelists: Αλέξανδρος Καταστρόφος https://www.instagram.com/alexandros_kat/
The Omnific: Ιωάννα Κίτρου https://www.instagram.com/ioanna_kitrou/
















