Ήταν Οκτώβριος του ’19 από την τελευταία επίσκεψη των Αμερικάνων κι από τότε έχουν αλλάξει πολλά γύρω μας. Το πιο ευχάριστο είναι ότι εμπλουτίστηκε η δισκογραφία της μπάντας με δύο ακόμα εξαιρετικές κυκλοφορίες. Το περσινό “Quintessence” αποτελεί πολύ καλή πυξίδα για να έρθουν από τα μέρη μας. Kαιρός ήταν. Καιρός ήταν να δω τους πολυαγαπημένους Valley Of The Sun, οι οποίοι προς μεγάλη μας χαρά, γυρίζουν την Ελλάδα, παίζοντας όπου υπάρχει σκηνή να φιλοξενήσει το power trio από το Cincinnati. Θέλαμε stoner rock το βράδυ του Σαββάτου και οι καλύτεροι νέοι πρεσβευτές του ήχου, ήταν πιστοί στο ραντεβού τους. Δεν ήταν όμως μόνοι, καθώς Halfpace και Fuzzing Nation θα άνοιγαν τη βραδιά ιδανικά.
Πρώτοι λοιπόν οι Fuzzing Nation και μπαίνοντας για πρώτη μου φορά στο Gazarte δεν μπορώ παρά να μην σχολιάσω τα θετικά του, όπως η καθαριότητα, η αρκετά μεγάλη και ψηλή σκηνή, η άνεση σε όλους τους χώρους και το ξεχωριστό μπαρ λίγο προς τα έξω. Για μισή ώρα περίπου λοιπόν, το έτερο power trio βρέθηκε στο σανίδι και δόνησε το χώρο με heavy/fuzzy riffs, βροντερό groove κι ενέργεια. Προφανώς και η βάση τους είναι το stoner/heavy/desert rock, με επιρροές από όλα τα γνωστά ονόματα του χώρου, οπότε ήταν απόλυτα ταιριαστή επιλογή και με τους Valley Of The Sun. Έχουν, αν δεν κάνω κάποιο λάθος, δύο ΕΡ στην μέχρι τώρα δισκογραφία τους, οπότε μέσω αυτών ήρθε σε επαφή ο κόσμος με το υλικό τους. Μια χαρά εμφάνιση κι απόδοση, συλλογή εμπειριών και για το συγκρότημα, παρότι δεν είναι ιδιαίτερα μικροί σε ηλικία.

Σειρά παίρνει το λογότυπο των Halfpace πίσω και πάνω από τα ντραμς και τα παιδία καλησπερίζουν το κοινό, που ολοένα και αυξάνεται. Heavy rock από Αθήνα κι αυτοί, αλλά με ήδη έναν ολοκληρωμένο δίσκο στις αποσκευές τους, το περσινό “Pretty Tough”. Λογικό κι επόμενο να προωθήσουν το υλικό τους χωρίς κάποιο απρόοπτο. Και τα δυo support δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα με τον ήχο ή άλλης φύσεως θέμα, όσο για τους Halfpace, έχω να τονίσω ότι είχαν και δικό τους κοινό που ήρθε να τους παρακολουθήσει, ενώ η μεγαλύτερή τους επιτυχία είναι το “Scarfaced” μέσα από το πρόσφατο ντεμπούτο τους, με το οποίο και έκλεισαν την εμφάνισή τους. Στη μπροστινή σειρά είχε ένα μικρό κούνημα στα κομμάτια τους και γενικά μετέδωσαν κι αυτοί θετική ενέργεια στους παρευρισκομένους.

Και στις 22.30, κι αφού έστηναν μόνοι τους τον εξοπλισμό τους, οι τρεις Αμερικάνοι βάζουν μπρος κιθάρα, μπάσο, τύμπανα κι ενισχυτές. Υπέρτατη κομματάρα για αρχή το “Hearts Aflame” και κάναμε καλή αρχή. Μόνο τα φωνητικά βρίσκονται αρκετά πίσω, βέβαια γενικά τα φωνητικά στους Valley Of The Sun και ειδικά στο “The Sayings of the Seers” είναι κάπως πίσω στην τελική μίξη, αλλά στα πρώτα κομμάτια τους νομίζω παραήταν. Συνεχίζουν κατευθείαν με “Deep Light Burns” για να ρίξουν το βάρος αργότερα στα κομμάτια του πολύ καλού περσινού “Quintessence”. O Ryan Ferrier αναγκάζεται σε παύσεις μεταξύ των κομματιών για να κουρδίζει την κιθάρα του, κάτι που έκανε λίγο το κοινό να βγαίνει από το τριπάκι που μας έβαζε το ταξιδιάρικο stoner/heavy της μπάντας, αλλά ευτυχώς με συνθέσεις σαν το μελωδικό κι αργόσυρτο “Old Gods” ξαναμπαίναμε εύκολα. Σε γενικές γραμμές νομίζω πως ο κόσμος, που ήταν αρκετός αλλά δεν γέμισε το Gazarte, ευχαριστήθηκε καθόλη τη διάρκεια της μιάμισης ώρας που έπαιξε το συγκρότημα. Chris Sweeney και Johnny Kathman είναι εξαιρετικοί και κεφάτοι παίκτες και με συνθέσεις σαν το “Land of Fools” το κέφι είναι σίγουρα μεταδοτικό. Με το πέρας της συναυλίας με χαροποίησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι πολύς κόσμος έσπευσε στον πάγκο με τα CD, βινύλια κα μπλουζάκια και στήριζε με αγορές το συγκρότημα. Στα πολύ θετικά οι λογικές τιμές, 15€ όλα τα CD και 25 οι δίσκοι, όπου φυσικά δεν άφησα την ευκαιρία να μου φύγει και τσίμπησα τα δικά μου. Μπορώ να σκεφτώ πολλούς καλούς λόγους για να ξαναδούμε γρήγορα τη μπάντα, το συνηθίζουν να έρχονται ανά 3-6 εξάλλου. Μακάρι και με πολύ περισσότερο κόσμο γιατί το αξίζουν στο έπακρο.
Για το RockOverdose,
Μιχάλης Τσολάκος















