Πόσο εύκολο είναι άραγε να ταιριάξουν μαζί μέσα σε ένα πλαίσιο ο θάνατος, η αγάπη, η λύπη απώλειας και ο ρομαντισμός; Σίγουρα μέσα σε ένα βιβλίο ποιημάτων ο συνδυασμός όλων των παραπάνων θα έκανε τον κάθε λάτρη της ποίησης να γεμίσει αγαλλίαση, χαρά και περιέργεια για μία ανάλογη συνέχεια. Βιβλία με τέτοια θεματολογία υπάρχουν και στο χώρο της μουσικής και υπάρχουν πολλοί καλοί και άξιοι «συγγραφείς μουσικής ποιήσεως» που και μόνο με ένα τους παίξιμο έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν γύρω τους βλέμματα, τα οποία θα μένουν καρφωμένα στο ίδιο σημείο για αρκετό καιρό, δηλαδή χρόνια. Οι Opeth είναι οι καλλιτέχνες που κάνουν τα πάντα για να συμπληρώνουν κάθε κεφάλαιο του μουσικού τους βιβλίου, συνδυάζουν τα προαναφερθέντα στοιχεία σε συνδυασμό με την μουσική ακρότητα υπό μία τέλεια αρτιότητα που ξεκίνησε από μία underground και παράλληλα όμορφη ατέλεια και πλέον βιώνει μία εξέλιξη προς το καλύτερο και συνάμα το απροσδόκητο. Τι αντιπροσωπεύουν ως μπάντα…; Για τον κάθε ένα που αρέσκεται στη μουσική τους, αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό, για μένα είναι οι λογοτέχνες του metal και έτσι θα παραμείνουν.

Πίσω στο 1990 όταν ο David Isberg κάλεσε τον Mikael Akerfeldt να ενσωματωθεί σε μία μπάντα υπό το όνομα Opeth, ουδείς εξ αυτών μπορούσε να φανταστεί την ανατρεπτική συνέχεια, αρχής γενομένης από την αποχώρηση των υπόλοιπων μελών όταν ο Mikael εντάχθηκε στο πόστο του μπασίστα. Μέχρι και το 1994 οι αποχωρήσεις και οι ελεύσεις μελών έδιναν και έπαιρναν, συμπεριλαμβανομένης και της αποχώρησης του Isberg. Τελικώς το line-up ήρθε και έδεσε με τους Peter Lindgren στην κιθάρα στο πλάι του Mikael, Johan DeFarfalla στο μπάσο και Anders Nordin στα τύμπανα. Έτσι ήρθε και το ντεμπούτο “Orchid” το οποίο παρά το γεγονός ότι δεν καλύπτει πλήρως την μεγάλη επιθυμία του οράματος για κατ’ ουσία ένωση της prog ‘70s ατμόσφαιρα με το death υπόβαθρο, αποτελεί ωστόσο ένα από τα πιο όμορφα ντεμπούτα, στο οποίο φανερώνεται και ένα ατού της μπάντας και αναφέρομαι στις μακροσκελείς συνθέσεις και τον τρόπο αλλαγής ρυθμού μέσα σε αυτές, όπως στα “In The Mist She Was Standing” & “Twilight Is My Robe”, κομμάτια με επικές ατμόσφαιρες. Ακόμα και τα εξώφυλλα τους εκπέμπουν ομορφιά από το περιεχόμενο του υλικού τους, που ακόμα και αν κάποιος δεν έχει ακούσει Opeth, δεν θα με παραξένευε αν παρακινούνταν από το εξώφυλλο. Μόλις δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορούν τον δεύτερο τους δίσκο και πιο παράτολμο, αλλά όχι και ταυτόχρονα τόσο πετυχημένο όσο ο πρώτος τους, ειδικά αν αναλογιστείτε ότι από τα πέντε κομμάτια το μικρότερο έχει διάρκεια ακριβώς 10 λεπτά και το μεγαλύτερο 20.
Μέσα σε ένα χρόνο ακολουθούν αποχωρήσεις και ελεύσεις, φεύγουν DeFarfalla και Nordin και έρχεται ο Martin Lopez στα τύμπανα και ο Martin Mendez για το μπάσο, αλλά δεν είχε προλάβει να μάθει τα μέρη για τις ηχογραφήσεις, αφήνοντας έτσι στον Mikael να αναλάβει για τον επόμενο δίσκο “My Arms Your Hearse”και το μπάσο μαζί με την κιθάρα. Αυτό όμως δεν τους πτόησε, αντιθέτως ο Mikael έδωσε σάρκα και οστά στις εμπνεύσεις του και βοηθήθηκε πάρα πολύ από τους δύο ταλαντούχους μουσικούς που είχε στο πλάι του και ειδικά ο Martin Lopez, ο οποίος άρχισε να κάνει ακόμα πιο εμφανές τις progressive επιθυμίες του αρχισυνθέτη με το παίξιμο του. Μάλιστα από τον συγκεκριμένο δίσκο άρχισε η ανοδική πορεία και που στον επόμενο δίσκο δύο χρόνια αργότερα, το 1999, επιβεβαιώθηκε αυτή η άνοδος, αλλά και η ωρίμανση στον ήχο της μπάντας. Το “Still Life” έθεσε τα θεμέλια για κάτι ακόμα πιο πέρα από την φαντασία οποιουδήποτε τους άκουγε μέχρι τότε. Το progressive στοιχείο έδινε πιο βροντερό παρόν και σιγά – σιγά το πάντρεμα δόσης από τους Morbid Angel με του ιερούς πρόποδες του ‘70s prog γινόταν ακόμα πιο λαμπερό, απλά σκαλίστε τα “The Moor”, “Face Of Melinda” & “Serenity Painted Death”. Ο συγκεκριμένος δίσκος όμως επιφύλασσε και μία έκπληξη για τον αρχιμάστορα της μπάντα που ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα την έβλεπε. Έτυχε να τον ακούσει μία μανιακή μουσική ευφυΐα που ακούει στο όνομα Steven Wilson.
Το τι συνέβη μετά από αυτό νομίζω ότι αρκετοί το γνωρίζετε, ένα mail στον υπολογιστή του Mikael που θα τον έκανε να κοιτάξει το κουδούνι της πόρτας του για να σιγουρευτεί ποιος είναι και αμέσως να αρχίζει να το συνειδητοποιεί. Εκεί μπαίνει και ο Steven Wilson και στα επόμενα άλμπουμ η μπάντα απλώνει τις τέχνες της και απλώνεται σε όλα τα νεύρα των απανταχού εγκεφάλων σαν να σε παρασέρνει μια γλυκιά φωνή γυναίκας που υπνωτίζεσαι από την αίσθηση χωρίς να γνωρίζεις το βάθος.

Το αποτέλεσμα; Το “Blackwater Park” του 2001, ένα γκρίζο τοπίο και μια ομίχλη αντικατοπτρίζουν το από έξω, αλλά όταν βαδίζεις βαθύτερα όλα αρχίζουν και αποκτούν ένα νόημα μια ακατάληπτη ομορφιά εκ πρώτης όψεως. Βηματισμός από το “Bleak” στο “Dirge For November” και από εκεί στο υπέρτατο κλείσιμο “Blackwater Park”, νιώθεις τις μελωδίες να σε προστατεύουν από τα ουρλιαχτά του θανάτου, αλλά να ξέρεις ότι πάντα θα είσαι αιχμάλωτος αυτού του μέρους, πάντα θα θες να επιστρέψεις. Τα πάντα λοιπόν κυλούν ομαλά και αυξανόμενα προς άνωθεν με φυσικό επακόλουθο ένα αρκετά σκοτεινό δίσκο την επόμενη χρονιά. Το “Deliverance” και σίγουρα οι πιο παλιοί οπαδοί της μπάντας θα έδιναν τα πάντα προκειμένου να το ακούσουν ολόκληρο, μία εξωτερική μαυρίλα και πιο μέσα prog θυμός, επίθεση και αρχοντιά. Συνθέσεις μακροσκελείς για ακροατές που δεν βαριούνται. Ξαφνικά όμως εκεί που όλοι χαίρονταν το 2003 κυκλοφορεί το “Damnation” και πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν και να το κατακρίνουν και ο λόγος επειδή δεν υπήρχε ούτε μία death στιγμή. Ένας ακουστικός δίσκος, με τις ηλεκτρικές – ψυχεδελικές του στιγμές και στα κατάλληλα σημεία, με μέρη μέσα στα κομμάτια που προσκυνούν και αποδίδουν σέβη σε μεγάλες δόξες του παρελθόντος. Ακούστε το πανέμορφο “In My Time Of Need” και μετά ανατρέξτε στο “Fly To The Rainbow” των Scorpions και θα με καταλάβετε εκ βαθέων. Όσο και να το αποδοκιμάζουν κάποιοι, θα συνεχίζει να παραμένει από τους πολύ καλούς δίσκους του Mikael, το είπε άλλωστε και ο ίδιος απευθυνόμενος στον Steven Wilson με τα εξής λόγια: “Τελικά γράψαμε καλό δίσκο ε;”.
Το 2005 ο Steven Wilson δεν θα αναμειχθεί στο νέο άλμπουμ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χάθηκε κάτι, αντιθέτως το “Ghost Reveries” και περισσότερους προσέλκυσε στον κύκλο της μπάντας αλλά και έκανε τους μουσικούς αυτούς δασκάλους των εαυτών τους που συνέχισαν όμως να επιζητούν την εξέλιξη και δεν αρκέστηκαν στα όσα έπραξαν μέχρι στιγμής. Επίσης μπορεί το “Blackwater Park” να είναι ο πιο γνωστός δίσκος των Opeth, αλλά το “Ghost Reveries” είναι ο αγαπημένος πολλών, δεν υπάρχουν φαντάσματα στις σκέψεις των ακροατών, μόνο πραγματικότητα, ακριβώς έτσι όπως αποτυπώνεται στο “Reverie/Harlequin Forest”, ύψιστη τεχνική, αξεπέραστη ομορφιά στις αλλαγές που δεν ενοχλεί, ούτε και αποπροσανατολίζει. Μέχρι το 2008 το line-up για ακόμα μια φορά δέχεται αλλαγές, φεύγουν Peter Lindgren και Martin Lopez και αντικαθιστούνται από τους Fredrik Akesson και Martin Axenrot αντίστοιχα, ενώ ο Per Wilberg συνεχίζει να παραμένει στα πλήκτρα και να ομορφαίνει ακόμα περισσότερο τις πολύχρωμες και πολυδιάστατες συνθέσεις της μπάντας. Έτσι με νέους «συγγραφείς» δημιουργείται το “Watershed”, προσωπικό αγαπημένο και ίσως και με υποκειμενική σκέψη προς το γενικό σύνολο, το τέλειο πάντρεμα του πρωταρχικού οράματος, η τέλεια συνύπαρξη death metal και progressive αισθητικής των ‘70s. Κάθε στιγμή μέσα στο δίσκο είναι και ένα ταξίδι, είτε δυναμική, είτε μελωδική, μεγαλείο riff-ολογίας στο “Heir Apparent”, η πιο γλυκιά μπαλάντα στους στίχους του “Burden” και prog διασκελισμοί στα “Hessian Peel” & “Hex Omega”. Δίσκος ορόσημο για την μπάντα.

Η συνέχεια ήταν εκτός πλάνων για όλους, εκτός από τον Mikael Akerfeldt που ήταν σίγουρος για κάθε του βήμα, κάθε του έμπνευση. Πάρα το γεγονός της κυκλοφορίας ενός από τα καλύτερα DVD στο metal, “In Live Concert At The Royal Albert Hall”, όπου έπαιξαν μερικά από τα καλύτερα μακροσκελή τους κομμάτια και με ένα εξώφυλλο αλά Deep Purple, το επόμενο άλμπουμ άφησε κάθε ένα από μας με την έκπληξη και δη στους die hard fans με την φαντασία του death να περιπλανιέται μέσα τους. Η ανακοίνωση πως ο δίσκος δεν θα είναι καθόλου metal όπως οι προηγούμενοι και ότι θα απουσιάζουν τα άγρια φωνητικά έκανε πολλούς να ξινίσουν και άλλους να μιλάνε για ένα “Damnation II”, αλλά και πάλι ουδείς μπορούσε να φανταστεί αυτό το οποίο υπήρχε μέσα στο “Heritage”. Εκτός αυτού γίνεται ακόμα μία αλλαγή στο line-up, αυτή τη φορά αποχωρεί ο Per Wiberg και τη θέση του παίρνει ο Joakim Svalberg, ενώ τα πλήκτρα τα ηχογράφησε κανονικά ο Per. Το “Heritage” λοιπόν προκάλεσε ένα σχίσμα στους οπαδούς, υπήρξαν αυτοί που δεν το αποδέχτηκαν και θεωρήθηκε ανούσιο και υπήρξαν και αυτοί που το καταευχαριστήθηκαν, γιατί προσφέρει ένα τόνο που λίγες μπάντες μπορούν να δώσουν. Το ίδιο πιστεύω και εγώ, είναι ένας δίσκος με είσοδο και έξοδο, όταν ξεκινάς το ακούς απομονώνεσαι σε αυτό, μπαίνεις μέσα του και απλά απολαμβάνεις την κάθε στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο. Δεν είναι το άλμπουμ που θα επιλέξεις να ακούσεις μεμονωμένα κομμάτια, ή το ακούς όλο ή όχι. Η εικόνα του είναι σαν ένα ωδείο με αίθουσες διαφορετικών οργάνων που όλα τους δημιουργούν μία μουσική πανδαισία και σε όλο αυτό έβαλε και το χεράκι του και ο Steven Wilson, ο οποίος για ακόμη μία φορά ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Mikael.

Η αλλαγή πλεύσης από την ακρότητα στην ηρεμία δεν είναι κάτι που αλλάζει τους Opeth, την ηρεμία την είχαν και πριν, απλά το βήμα που θα σε πάει παραπέρα και δεν θα σε καταστρέψει μουσικά, πάντα σου επιφέρει κέρδος και στους Opeth επέφερε και δεν αναφέρομαι φυσικά στο οικονομικό. Κάποιοι είπαν για θάνατο του death metal, πάρτε όπως θέλετε, αλλά ο καταλύτης του progressive τους διατήρησε σε ένα επίπεδο που τους δίνει το δικαίωμα να αποδεικνύουν την εξέλιξη τους είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι. Οι μουσικοί αποφασίζουν ποια θα είναι η πορεία τους και όχι εμείς, εμείς απλά επιλέγουμε αν ηχεί όμορφα στα αυτιά και στις σκέψεις μας και πράττουμε αναλόγως.
Το ποια ακριβώς θα είναι η συνέχεια δεν γνωρίζω και κανείς δεν μπορεί να περιμένει κάτι συγκεκριμένο από έναν μουσικό όπως ο Akerfeldt του οποίου το μυαλό είναι μία άβυσσος. Μπορεί κάλλιστα να εξελίξει ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα του “Heritage”, αλλά μπορεί και από την άλλη να δημιουργήσει για ακόμα μια φορά ένα πάντρεμα μεταξύ death και progressive, αν βέβαια επιστρέψει στα metal ακούσματα για την απαραίτητη έμπνευση. He’s the boss!
Στο ραντεβού μου μαζί τους στις 3 Μαρτίου δεν περιμένω τίποτα και δεν έχω απαιτήσεις, ότι και να παίξουν από οποιοδήποτε άλμπουμ εγώ ευχαριστημένος θα είμαι, αυτό που θα βγάλουν πάνω στη σκηνή και η απόδοση μιας ατμόσφαιρας συνυφασμένης με μια εικονική μαγεία που αποδίδεται και στα εξώφυλλα τους φτάνει για να κάνουν τον κάθε μουσικόφιλο είτε του death, είτε του progressive, είτε ακόμα και των δύο μαζί να το απολαμβάνει μέχρι τέλους!
Πληροφορίες για τις εμφανίσεις στη χώρα μας:
http://rockoverdose.gr/news_details.php?id=7401
Για το RockOverose.gr: Γιάννης “Dr.Feelgood” Κουτσουσίμος










