Είναι σχεδόν μεσάνυχτα. Αρχίζω να γράφω ένα αφιέρωμα για τη συμπλήρωση των 30 ετών από το θάνατο του Rory Gallagher. Πώς να ξεκινήσω; Πώς να βάλω τις λέξεις στη σειρά για έναν τέτοιο τεράστιο καλλιτέχνη που όμως δυστυχώς ποτέ δεν έλαβε την αναγνώριση που του άξιζε. Ίσως ήταν και αυτό ένα μέρος της μαγείας του. Βάζω τον δίσκο “Tattoo” στο πικάπ, σβήνω το φως και απλά αφήνω τις μελωδίες να με παρασύρουν.
Όχι ο Rory δεν ήταν απλά ένας blues κιθαρίστας που έτυχε να παίζει πολύ καλή κιθάρα και να γράφει απίστευτα κομμάτια. Ήταν πολύ παραπάνω. Ήταν ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας της Ιρλανδίας που μαζί με τους Gary Moore και Phil Lynott για μένα αποτελούν την Αγία Τριάδα των μουσικών που έβγαλε αυτή η χώρα. Κοινός συντελεστής και στους τρεις είναι ότι “έφυγαν” νωρίς. Ο Rory έφυγε από κοντά μας στις 14 Ιουνίου 1995 σε ηλικία μόλις 47 ετών.
Γεννημένος στις 2 Μαρτίου 1948 στο Ballyshannon, σύντομα μετακόμισε στην πόλη Derry όπου γεννήθηκε ο αδερφός του Donal το 1949 και στη συνέχεια στο Cork όπου και μεγάλωσε. Ο πατέρας του Daniel, ο οποίος ήταν υπάλληλος της Ιρλανδικής Εταιρείας Ηλεκτρισμού, έπαιζε ακορντεόν και τραγουδούσε στο συγκρότημα Tir Chonaill Caile. Η μητέρα του, Monica, ήταν ηθοποιός και τραγουδίστρια στο σχήμα Abbey Players στο Ballyshannon. Το θέατρο στο οποίο έπαιζε πλέον ονομάζεται Rory Gallagher Theater.

Από μικρή ηλικία και μετά από ενθάρρυνση των γονιών τους, και τα δύο αδέρφια έδειξαν κλίση στη μουσική. Ο Rory πήρε την πρώτη του κιθάρα σε ηλικία 9 ετών. Στα 12 του, κέρδισε έναν διαγωνισμό ταλέντων και με τα λεφτά του βραβείου αγόρασε την πρώτη του ηλεκτρική κιθάρα. Τότε άρχισε να δίνει τις πρώτες του συναυλίες. Ωστόσο τρία χρόνια αργότερα η αγορά μίας Fender Stratocaster του 1961 για 100 λίρες, έμελλε να καθορίσει την πορεία του και να είναι αυτή με την οποία θα γινόταν γνωστός.
Στις αρχές οι μόνες του επιρροές ήταν blues και folk κομμάτια που άκουγε στο ραδιόφωνο χωρίς όμως να ξέρει ποιων καλλιτεχνών ήταν γιατί ως επί το πλείστον αυτά που άκουγε ήταν διασκευές. Αργότερα κατάφερε να βρει κάποια βιβλία για κιθάρα και μπόρεσε να μάθει για τους συνθέτες το κομματιών. Όσο ήταν στο σχολείο, έπαιζε κομμάτια των Buddy Holly και Eddie Cochran. Σύντομα ανακάλυψε την μεγαλύτερη επιρροή του, τον Muddy Waters και άρχισε να πειραματίζεται με την folk μουσική, τα blues και την rock. Στη συνέχεια, όπως δήλωσε και ο ίδιος αργότερα, άρχισε να επηρεάζεται από τους Woody Guthrie, Big Bill Broozny και Lead Belly. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και όσο ήταν ακόμα στην εφηβεία, έμαθε σαξόφωνο, φυσαρμόνικα, μπάσο, μαντολίνο, μπάντζο και σιτάρ.
Το 1963 μπήκε στο συγκρότημα Fontana με το οποίο έπαιζαν διασκευές γνωστών κομματιών της εποχής. Το συγκρότημα περιόδευσε σε Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο και με τα έσοδα της περιοδείας ξεπλήρωσε την Stratocaster. Σιγά σιγά ο Gallagher άρχισε να επηρεάζει το ρεπερτόριο του συγκροτήματος μέχρι που τελικά κατέληξε να αλλάξει την ονομασία του σε The Impact το 1965 και να το κάνει από pop, ένα rhythm & blues συγκρότημα. Τελικά μετά από συναυλίες σε Ιρλανδία και Ισπανία, το συγκρότημα διαλύθηκε στο Λονδίνο. Ο Gallagher μαζί με τον μπασίστα και τον drummer μετακόμισαν στο Αμβούργο της Γερμανίας. Ένα χρόνο αργότερα όμως επιστρέφει στην Ιρλανδία και μετά από πειραματισμούς με διάφορους μουσικούς, αποφασίζει να φτιάξει το δικό του συγκρότημα.

Τον Αύγουστο του 1966 λοιπόν, σχηματίζεται από τον Gallagher το συγκρότημα Taste (στην αρχή λεγόταν The Taste) με έδρα το Cork. Το τρίο συμπληρώνουν οι Eric Kitteringham (μπάσο) και Norman Damery (drums). Στις αρχές, έδιναν συναυλίες στο Αμβούργο και την Ιρλανδία. Το 1968 ξεκίνησαν να περιοδεύουν και στην Αγγλία αλλά το lineup άλλαξε καθώς στο συγκρότημα πλέον ήταν οι Richard McCracken (μπάσο) και John Wilson (drums). Τότε ήταν που οι Taste, μετακόμισαν μόνιμα στο Λονδίνο και υπέγραψαν με την δισκογραφική εταιρεία Polydor. Τον Απρίλιο του 1969 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο με τίτλο “Taste” και ένα χρόνο αργότερα τον “On The Boards”. Μετά από εμφανίσεις δίπλα σε τεράστια ονόματα της εποχής όπως Blind Faith, Cream (άνοιξαν την αποχαιρετιστήρια συναυλία τους), Yes, Jimi Hendrix και The Who μεταξύ άλλων, ο Gallagher αποφάσισε να διαλύσει το συγκρότημα για να ακολουθήσει solo καριέρα. Τελευταία συναυλία του συγκροτήματος ήταν την 31η Δεκεμβρίου 1970 στο Belfast.

Αμέσως μετά την διάλυση των Taste, άρχισε να περιοδεύει πλέον με το δικό του όνομα και κυκλοφορεί τον πρώτο του solo δίσκο “Rory Gallagher” στις 23 Μαΐου 1971. Τότε ξεκίνησε και η 20ετής μουσική συνεργασία με τον μπασίστα Gerry McAvoy. Το τρίο συμπλήρωνε ο drummer Wilgar Campbell. Λίγους μήνες αργότερα, στις 28 Νοεμβρίου κυκλοφόρησε ο δίσκος “Deuce” με την ίδια σύνθεση. Ο Gallagher ήθελε να αποτυπώσει ένα αίσθημα συναυλίας στον δίσκο και γι’ αυτό συχνά ηχογραφούσε ακριβώς πριν ή αμέσως μετά από τις συναυλίες του και έκανε ελάχιστες αλλαγές στην παραγωγή. Την ίδια χρονιά ψηφίστηκε από την εφημερίδα Melody Maker ως ο Καλύτερος Διεθνής Μουσικός της Χρονιάς, μπροστά από τον Eric Clapton.
Οι οπαδοί του έπρεπε να περιμένουν περίπου ενάμιση χρόνο για την επόμενη studio κυκλοφορία του. Ο δίσκος “Blueprint”, κυκλοφόρησε στις 18 Φεβρουαρίου 1973. Αυτός είναι και ο πρώτος δίσκος του με τετραμελή σύνθεση καθώς στη μπάντα είχε προστεθεί ο Lou Martin (πλήκτρα). Την θέση του Campbell πήρε ο Rod de’Ath.
Εννέα μήνες αργότερα στις 11 Νοεμβρίου 1973 το συγκρότημα κυκλοφορεί τον δίσκο “Tattoo” που περιέχει δύο από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των οπαδών του Gallagher “Tattoo’d Lady” και “A Million Miles Away”.
Η δεκαετία του ’70 ήταν μία δύσκολη περίοδος για την Ιρλανδία σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αποτέλεσμα ήταν πολλοί καλλιτέχνες να μην πηγαίνουν εκεί για συναυλίες. Ο Gallagher όμως κάθε χρόνο περιόδευε εκεί και έτσι κέρδισε ένα πολύ αφοσιωμένο κοινό. Μάλιστα αποτύπωσε εκείνη την περίοδο με την κυκλοφορία του διπλού δίσκου “Irish Tour ‘74” που περιελάμβανε ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες στο Belfast, στο Δουβλίνο και στο Cork. Μαζί του τότε βρισκόταν και ο σκηνοθέτης Tony Palmer ο οποίος κινηματογράφησε πολλές συναυλίες της περιοδείας. Στην αρχή σχεδίαζε να προβάλει τα videos σε κάποια εκπομπή στην τηλεόραση αλλά αργότερα ανακάλυψε ότι το υλικό ήταν πάρα πολύ καλό και έτσι κυκλοφόρησε ως ταινία.
Στις 24 Οκτωβρίου 1976, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του “Against The Grain”, κυκλοφορεί ίσως ο καλύτερος δίσκος του, “Calling Card”. Σε αυτό το δίσκο ο Gallagher συνεργάστηκε με τον μπασίστα Roger Glover (Deep Purple, Rainbow). Η συμμετοχή του Glover σηματοδότησε μία πιο hard rock κατεύθυνση αν και ο δίσκος θεωρείται από τους πιο πολύπλοκους με στοιχεία από hard rock μέχρι blues και folk. Αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος που συμμετείχαν οι Martin και de’Ath.
Η σύνθεση του συγκροτήματος περιελάμβανε και πάλι 3 μέλη με τη θέση στα drums να παίρνει ο Ted McKenna. Έτσι το 1978 κυκλοφόρησαν τον δίσκο “Photo-Finish” και το 1979 τον δίσκο “Top Prioroty”. Το 1982 κυκλοφορεί το δίσκο “Jinx” και πέντε χρόνια αργότερα το δίσκο “Defender”. Την 1η Μαΐου 1990 κυκλοφορεί τον ενδέκατο και τελευταίο του studio δίσκο “Fresh Evidence”. Ο McAvoy ανέφερε ότι το solo στο κομμάτι “Middle Name” είναι το αγαπημένο του από όλα τα solo που έχει παίξει ο Gallagher. Λέγεται ότι το κομμάτι αυτό γράφτηκε για τον John Lee Hooker.

Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια τόσο πιο παράξενος γινόταν ο Ιρλανδός. Άρχισε να φοβάται τις πτήσεις, άρχισε να γίνεται υποχόνδριος και να εμπιστεύεται απόλυτα τους γιατρούς. Ο συνδυασμός φαρμάκων και αλκοόλ είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του συκωτιού του. Ωστόσο αυτό δεν τον σταμάτησε από το να περιοδεύει. Στην τελευταία του ζωντανή εμφάνιση στις 10 Ιανουαρίου 1995 στην Ολλανδία ήταν εμφανέστατο ότι είχε σοβαρό πρόβλημα. Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς εισάγεται στο King’s College του Λονδίνο για μεταμόσχευση ήπατος. Αν και η εγχείρηση θεωρήθηκε σχεδόν επιτυχημένη, μετά από επιπλοκές και μόλυνση σταφυλόκοκκου, απεβίωσε στις 14 Ιουνίου 1995.
Ο Gallagher κηδεύτηκε 5 μέρες αργότερα στο Κοιμητήριο του St. Oliver λίγο έξω από το Ballincollig 9χλμ από το Cork. Στον τάφο του υπάρχει ένα αντίγραφο από το βραβείο που έλαβε το 1972 ως ο Καλύτερος Διεθνής Κιθαρίστας της Χρονιάς.

Εννοείται πως δεν θα μπορούσα να αναφερθώ ξεχωριστά για την διάσημη Stratocaster κιθάρα του. Την καταπονημένη και ηλιοκαμένη Fender Stratocaster του 1961 με σειριακό αριθμό 64351 την οποία έχει αποσύρει επίσημα ο αδερφός του Rory, Donal. Ήταν η πρώτη Stratocaster στην Ιρλανδία και την είχε παραγγείλει από την Fender ο Jim Connolly των The Irish Showband. Ο Connolly ήθελε μία στο χρώμα της κερασιάς αλλά από λάθος ήρθε αυτή που αγόρασε ως μεταχειρισμένη ο Gallagher το 1963 για 100 λίρες. Μετά από πάρα πολλές αλλαγές, έλαβε τη μορφή που όλοι ξέρουμε. Τον Οκτώβριο του 2024 η Live Nation Gaiety Ltd αγόρασε σε πλειστηριασμό του οίκου Bonhams για περίπου 1.οοο.οοο€ με σκοπό να τη δωρίσει στο Εθνικό Μουσείο της Ιρλανδίας.

Ο Donal την επανέφερε για δύο μέρες στην κυκλοφορία την 21η και 22η Οκτωβρίου 2011 και επέτρεψε στον Joe Bonamassa να παίξει με αυτήν στο Hammesmith Apollo του Λονδίνου. To ίδιο έγινε και το 2013 στο Royal Albert Hall.
Για την κληρονομιά που άφησε πίσω του νομίζω δεν χρειάζεται να γράψω πολλά. Άλλωστε δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη καθώς είναι ένας από τους ανθρώπους που σημαίνουν πάρα πολλά για μένα. Καλύτερα ας μιλήσουν κάποιοι θρύλοι του χώρου για μένα.
Brian May: “Πάνε λοιπόν δύο παιδιά, εγώ και ο φίλος μου, και ρωτάμε “πως βγάζετε τον ήχο σας κύριε Gallagher;” και κάθησε και μας είπε. Του οφείλω τον ήχο μου.”
Slash: “Ο Rory ήταν μεγάλη επιρροή για μένα. Όταν ήμουν μικρότερος, είχα αγοράσει ότι είχε κυκλοφορήσει και τα άκουγα φανατικά. Για εμένα είναι ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών αλλά ποτέ δεν προσπάθησα να τον μιμηθώ. Δεν τον άκουγα για να τον μελετήσω γιατί δεν νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις αυτό. Πρέπει απλά να απολαύσεις την μουσική. Και λατρεύω τη μουσική του Rory. Το να παίξω μαζί του στο LA ήταν από τις μεγαλύτερες στιγμές μου.”
Eric Clapton: “Ο Rory είναι ο άνθρωπος που με έκανε να επιστρέψω στα blues.”
Φυσικά η επιρροή του δεν σταματάει εκεί καθώς πάρα πολλοί μουσικοί τον αναφέρουν ως έμπνευση τους. Μερικοί από αυτούς είναι οι, The Edge (U2), Johnny Marr (The Smiths), Davy Knowles, Janick Gers (Iron Maiden), Glenn Tipton (Judas Priest), Vivian Campbell (Def Leppard), Gary Moore και Joe Bonamassa μεταξύ άλλων.
William Rory Gallagher, ένας χαρισματικός καλλιτέχνης, απίστευτος κιθαρίστας και πάνω απ’ όλα ένας τεράστιος άνθρωπος όπως μου έχουν πει οι τυχεροί που έτυχε να τον γνωρίσουν από κοντά. Για κάποιο περίεργο λόγο που δεν μπορώ να καταλάβω, ποτέ δεν έτυχε της αναγνώρισης που είχαν κάποιοι άλλοι καλλιτέχνες ακόμα και μικρότερου βεληνεκούς. Λίγη σημασία έχει αυτό όμως. Όσοι ξέρουν, καταλαβαίνουν.
Όσα μίλια και να είσαι μακριά Rory, πάντα θα είσαι κοντά μας.

Για το τέλος άφησα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Την συναυλία που έδωσε στη Νέα Φιλαδέλφεια στην Αθήνα στις 12 Σεπτεμβρίου 1981. Μία πολύ σημαντική ημερομηνία στα συναυλιακά δρώμενα της χώρας μας και πραγματικά είναι τυχεροί όσοι βρέθηκαν εκείνο το βράδυ εκεί.
Για το RockOverdose
Απόστολος "Astaldo" Πανταζόγλου















