Ποιός να το’λεγε ότι θα πέρναγαν 30 χρόνια από τη μέρα που οι από πολύ νωρίς αγαπητοί στο Ελληνικό κοινό Bohren & der Club of Gore κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ “Gore Motel” και θα ξεκινούσε έτσι μία σχέση με τους Έλληνες οπαδούς που θα κρατούσε καλά μέχρι σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι μου προκαλούσε πάντα έκπληξη το πως αποτελούσαν ένοχη απόλαυση και ευαίσθητο σημείο για πολλούς μεταλλάδες που γνώρισα μέσα στα χρόνια. Για να το θέσουμε κομψά, δεν είναι και η πιο εύκολη και συνήθης μπάντα εκεί έξω, να που όμως είδα αρκετές γνωστές φάτσες την πρώτη από τις δυο μέρες που επισκέφτηκαν ξανά τη χώρα μας. Ξανά λέγοντας, μια και μας ήρθαν πρώτη φορά το μακρινό πλέον (σκληρό να το παραδεχτείς αλλά ισχύει) 2011, στα πλαίσια της περιοδείας για το πιο γνωστό και αγαπητό άλμπουμ της καριέρας τους, το “Dolores”. Επίσης οι μέρες έγιναν 2 καθώς η επόμενη μέρα (23/1) είχε ήδη γίνει sold out αρκετά νωρίς, έτσι μετά κι από αυξημένη ζήτηση, δόθηκε άλλη μια μέρα, στις 22/1 που κι εκεί τα εισιτήρια έγιναν σχεδόν ανάρπαστα και έτσι η ατμόσφαιρα μέσα στο Gazarte ήταν αρκετά ζεστή αν μη τι άλλο και σε πολύ όμορφα πλαίσια ατμοσφαιρικά.

Να πω ότι παρότι 15 σχεδόν χρόνια επίσημα Αθηναίος, δεν είχα επισκεφτεί ποτέ το χώρο, ο οποίος είναι πανέμορφος και με φοβερή ακουστική, με το προσωπικό πολύ ευγενικό (το τονίζω γιατί δεν είναι παντού και πάντα αυτονόητο) και έτσι εγγυόταν την όμορφη διεξαγωγή της συναυλίας. Οι Γερμανοί ανεβαίνουν στη σκηνή περίπου στις 22:40, να τονίσουμε κι εδώ το “βολικό” της ώρας για όσους τυχόν δούλευαν άρα μπορούσαν να δώσουν το παρόν κανονικά έχοντας ξεκουραστεί (όσο γίνεται) ενδιάμεσα. Το τρίο των Bohren & der Club of Gore ξεκινάει με το “Total Falsch” από το τελευταίο τους άλμπουμ (του 2020) “Patchouli Blie” και παρουσιάζει αυτό το άκρως ιδιαίτερο στυλ τους που οι ειδήμονες έχουν ονομάσει ambient jazz για τα επόμενα 90’ σε μία χορταστική εμφάνιση χωρίς πολλά λόγια. Τι θέλω να πω; Το επικοινωνιακό κομμάτι τους τουλάχιστον δεν είναι τόσο υψηλό όσο το μουσικό, καθώς η αργή και χαμηλή σε τόνο φωνή του σαξοφωνίστα Christoph Clöser δεν βοήθησε και πολύ το κοινό να μείνει πιο θερμό, παρότι χειροκροτήθηκε με φιλότιμο. Δεν ξέρω αν φταίνε τα κακά Αγγλικά του ή η εσωστρέφεια του και τυχόν αμηχανία, αδυνατώ να πιστέψω ότι με τόση εμπειρία δεκαετιών πλέον δεν έχει δουλευτεί αυτό το κομμάτι συνολικά σαν μπάντα.

Αυτό βέβαια δεν τους εμποδίζει να μας παρουσιάσουν ένα ποτ πουρί με παλιότερα και νεότερα κομμάτια όπως μας ανέφεραν ότι θα έκαναν, φαντάζομαι ότι το κοινό θα γούσταρε αυτές τις εναλλαγές, καθώς περιμέναμε να παίξουν όλο το “Patchouli Blue” όπως έκαναν σε πιο πρόσφατες εμφανίσεις και αυτό δε συνέβη ευτυχώς ή δυστυχώς (δεν έχω εικόνα για το σετ της δεύτερης ημέρας είναι η αλήθεια). Ο Clöser ανέλαβε και το ρόλο του περκασιονίστα με το vibraphone το οποίο γέμιζε πολύ ωραία τον ήχο τους, ενώ παρά το γεγονός ότι τον έπιασε ένας δυσάρεστος βήχας σε κάποια φάση, τελικά βρήκε το κουράγιο και συνέχισε ακάθεκτος. Προσπάθησε να κάνει και χιούμορ με τον ντράμερ που έπρεπε να πάει (μάλλον;) στην τουαλέτα, ενώ αυτοτρολαρίστηκε όταν είπε “θα παίξουμε το τελευταίο κομμάτι, θα έρθουμε εδώ στη μέση και μετά θα ξαναβγούμε πριν τελειώσουμε”. Πολύ ιδιαίτερη φύση συναυλίας, από αυτές που δε συνηθίζουμε να βλέπουμε, πραγματικά έπαιξαν το υλικό τους άψογα δείχνοντας πόσο καταρτισμένοι είναι και το κοινό έφυγε γεμάτο, ενώ τα 90’ έδειξαν ότι μόνο αγγαρεία δεν έκαναν. Αν φτιάξουν λίγο και την επικοινωνία τους με το κοινό, τα πράγματα θα’ναι ακόμα καλύτερα. Ελπίζω να μην περάσουν άλλα 14 χρόνια μέχρι να τους δούμε ξανά στη χώρα μας.











