Demolition Hammer στην Ελλάδα… πόσοι και πόσες φορές ονειρεύτηκαν να γίνει πραγματικότητα αυτή η φράση και πόσο ουτοπικό έμοιαζε. Να όμως που φτάσαμε εν έτει 2025 και όπως το ίδιο νιώσαμε για τους μεγάλους Dark Angel στον 1ο τους ερχομό, έτσι νιώθουμε και για το καμάρι της Νέας Υόρκης που τόσο πολύ αγαπήθηκε ενώ υπήρχε η γενικότερη πεποίθηση ότι ποτέ δεν έλαβαν την αναγνώριση που άξιζαν. Τι συνέβη όμως τελικά με τους Demolition Hammer και έκαναν τόσο μεγάλη διαφορά στο βραχύβιο διάστημα που ήταν ενεργοί; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν η σωστή μπάντα τη σωστή στιγμή και σίγουρα με τον σωστό ήχο, αλλά και πάλι αυτό δε θα απέδιδε πλήρη δικαιοσύνη στη διαχρονικότητα του υλικού τους, ειδικά στα 2 πρώτα άλμπουμ τους, καθότι το 3ο άλμπουμ δε θέλουν να το θυμούνται και πάρα πολλοί. Το συγκρότημα προϋπήρξε σαν Overlord μεταξύ 1986-1987 και πήρε την τελική του μορφή μέσα στο 1987.
Με το νέο τους όνομα πλέον, οι Demolition Hammer κι επίσημα παίρνουν μπρος και κυκλοφορούν τον Φεβρουάριο του 1988 το πρώτο ιστορικό demo “Skull Fracturing Nightmare”, το οποίο θα γίνει ανάρπαστο και θα προκαλέσει μεγάλο σοκ στους τότε underground κύκλους. Το Line-up αποτελείται από τον Steve Reynolds σε μπάσο και φωνητικά, τον James Reilly στην κιθάρα και τον John Salerno στα τύμπανα. Η επιτυχία του demo δείχνει ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο, αλλά επειδή εχθρός του καλού είναι πάντα το καλύτερο, το line-up θα αλλάξει και έτσι θα γίνουν τετραμελές συγκρότημα με τη σύνθεση που έμελλε να μεγαλουργήσει στη συνέχεια. Ο Salerno αποτελεί παρελθόν, στη μπάντα εισέρχεται ως 2ος κιθαρίστας ο Derek Sykes και τη θέση πίσω από τα τύμπανα παίρνει ένας από τους μεγαλύτερους φονιάδες των δερμάτων στην ιστορία του μεταλλικού ήχου, ο τρομερός Vinny Daze ο οποίος θα κάνει και τη μεγάλη διαφορά στον ήδη καταστροφικό ήχο.

Το 2ο demo “Necrology” μέσα στο 1989 θα αποδείξει ότι το συγκρότημα υπολογίζεται ήδη ως μεγάλη ανερχόμενη υπερδύναμη, το όνομα τους ακούγεται όλο και περισσότερο και η Century Media θα προλάβει τους πολλούς ενδιαφερόμενους και θα υπογράψει το συγκρότημα που ετοιμάζεται ολοταχώς για το ντεμπούτο του που θα έρθει την επόμενη χρονιά. Το ημερολόγιο γράφει 27 Αυγούστου 1990 και οι Demolition Hammer εξαπολύουν την πρώτη τους ανελέητη επίθεση με το μνημειώδες “Tortured Existence”, ένα άλμπουμ που από το εξώφυλλο και μόνο, καταλαβαίνεις ότι μόνο ευχάριστο στο αυτί δε μπορεί να είναι. Το απίστευτα βίαιο thrash που παίζανε προσπάθησαν να το καπηλευτούν οι death metallers, με το συγκρότημα να δηλώνει το περιβόητο “We like to call ourselves brutal deathrash” και έτσι στα 9 κομμάτια του “Tortured Existence” παρελαύνουν υπερηχητικοί ρυθμοί που γέννησαν κομμάτια που γράφτηκαν για πάντα στην ιστορία, από το εναρκτήριο “.44 Caliber Brain Surgery” καταλαβαίνεις τι επίθεση θα υποστείς.
Οι στίχοι ποικίλουν και γενικά έχουν μεγάλο αρνητισμό και καταστροφολογία, από περιβαλλοντικά ζητήματα που οδηγούν σε καθίζηση κι αναδόμηση, μέχρι αρρώστιες και την πρωτόγονη ζωή, οι Demolition Hammer δεν ακούγονταν απειλητικοί μόνο ηχητικά αλλά και στιχουργικά. Μπορεί το “Cataclysm” να κόπηκε από την έκδοση του βινυλίου και να υπήρχε μόνο στο cd, αλλά το βίντεο για το “Infectious Hospital Waste” ανέβασε κατά πολύ τις μετοχές τους και παρά το ακραίο του περιεχόμενο, το άλμπουμ πούλησε πολύ καλά για την εποχή. Σε μία εποχή που το συγκρότημα θεώρησε ντεζαβαντάζ να βγαίνει ο δίσκος τους αρκετά κοντινά με το “Painkiller” των Judas Priest ή το “Rust In Peace” των Megadeth, οι πωλήσεις ήταν ικανοποιητικότατες αν και η μπάντα ζητούσε ακόμα περισσότερα. Οι ζωντανές τους εμφανίσεις αποδείκνυαν ότι υπήρχε φλέβα χρυσού μέσα τους, και έδειχναν να μην έχουν ταβάνι. Ακόμα και η ξερή σχετικά παραγωγή του Scott Burns δεν τους στάθηκε εμπόδιο.

Η κιθαριστική τονικότητα σε συνδυασμό με το τρομερό και άκρως επηρεασμένο από το ΝΥ Ηardcore παίξιμο του Daze στα τύμπανα, δεν πρόσαψαν απλή δύναμη και βία, αλλά και ένεση ενέργειας για το ημιθανές thrash εκείνη την εποχή. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κανείς δεν έπαιζε έτσι, παρότι πολλές μπάντες άγγιζαν τα όρια του λεγόμενου deathrash, ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε για να τονίσει την ακρότητα συγκεκριμένων συγκροτημάτων που δεν έπαιζαν συμβατικά και είχαν έναν πολύ μεγάλο όγκο στον ήχο τους, αρκετά κοντά στο death metal. Οι Demolition Hammer όμως και ειδικότερα λόγω του Daze και του φοβερού παιξίματος του, έμοιαζαν ανεξέλεγκτοι και αυτό το απέδειξαν στην πορεία με το 2ο άλμπουμ τους που ω του θαύματος, κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι απλά να σταθεί επάξια δίπλα στον προκάτοχο του αλλά να το ξεπεράσει κιόλας. Στις 23 Μαρτίου του 1992, το “Epidemic Of Violence” θα κάνει την εμφάνιση του και θα προκαλέσει παγκόσμιο σοκ με τη σειρά του.
Θα κάνει όλους όσους το άκουσαν να αναφωνήσουν ότι λίγες φορές ένας τίτλος δίσκου ταίριαζε τόσο πολύ με το περιεχόμενο του. Ειδικότερα για τη χρονιά του και ακόμα περισσότερο με τον ακόμα καλύτερο ήχο που είχε σε σχέση με το “Τortured Existence”, το “Epidemic Of Violence” με παραγωγή του Tom Soares που δεν έχει πάρει το credit που αξίζει για τον ήχο αυτό, θα καταστήσει σαφές ότι υπήρχε ένα συγκρότημα εκεί έξω με διάθεση να μην πάρει αιχμαλώτους όπως λένε στην Αμερική. Από το φοβερό εξώφυλλο του Michael Whelan (το οποίο αποτελεί συνέχεια αυτού του “Cause Of Death” των Obituary), μέχρι τα κατατροπωτικά 9 κομμάτια, αρχομένης από το “Skull Fracturing Nightmare” που την τελευταία στιγμή άλλαξε ο τίτλος του για να θυμίζει το 1ο demo (αρχικός τίτλος ήταν το “Necrotized”), μέχρι το “Aborticide” που περιγράφει νοσηρά την διαδικασία της έκτρωσης, οι Demolition Hammer δεν αστειεύονται καθόλου.

Στιχουργικά το πράγμα έχει πάει τελείως αλλού, μέχρι και για ηφαιστειακή καταστροφή έχουμε αναφορές στο “Pyroclastic Annihilation”, ότι ήταν γρήγορο στο 1ο άλμπουμ ήταν πιο γρήγορο στο 2ο άλμπουμ, ενώ και τα αργά και πιο Mosh σημεία είναι πιο έντονα με τη σειρά τους. Η παραγωγή έχει επιτύχει μεγαλύτερη ισορροπία χωρίς τη μπασαδούρα του ντεμπούτου τους, με τις κιθάρες και ειδικά τα τύμπανα αρκετά μπροστά, ενώ τα φωνητικά του Reynolds είναι ακόμα πιο απειλητικά. “Orgy Of Destruction” όνομα και πράγμα σε λιγότερο από 40’ που διαρκεί ο δίσκος, ο οποίος φυσικά χαιρετήθηκε με ακόμα μεγαλύτερες πωλήσεις και οδήγησε σε μια φοβερή μεταξύ άλλων περιοδεία με τους Deicide και τους Cancer. Οι Demolition Hammer έπαιζαν πολύ συχνά με death metal μπάντες έχοντας φοβερή ανταπόκριση και μπορούσαν όχι απλά να στέκονται επάξια δίπλα στους πιο ακραίους συναδέλφους τους, αλλά πολλάκις να κλέβουν και την παράσταση με την καταστροφική μανία τους, ειδικά σε συναυλιακό επίπεδο.
Φυσικά επειδή δεν είναι όλα ρόδινα, εκεί ξεκινάνε τα προβλήματα, καθώς αρχικά ο James Reilly θα αποχωρήσει καθώς ήθελε να αφοσιωθεί στη γυναίκα του και το παιδί του, το συγκρότημα δεν το είδε με πολύ καλό μάτι και υπήρξαν δηλώσεις εκατέρωθεν. Ο Μike Usifer θα πάρει τη θέση του αλλά μετά την περιοδεία, ο Vinny Daze θα αφήσει το συγκρότημα το 1993, ώστε μετά να σχηματίσει μια πιο καθαρόαιμη thrash μπάντα μαζί με τον Reilly, τους Deviate NY όπου και θα κυκλοφορήσουν μόλις ένα demo, το “Gallery Of Death” το 1995. Οι Demolition Hammer από την άλλη προσπάθησαν να καλύψουν την απώλεια του Daze με έναν εξίσου μεγάλο παίχτη, τον Alex Marquez, που εκείνη την εποχή ήταν μέλος και των Malevolent Creation αλλά και των Solstice, μπάντες με τις οποίες υπήρχε αδελφική σχέση και δέχτηκε να τους βοηθήσει, καθότι ο Daze δεν ήταν ικανοποιημένος από την κατεύθυνση του τρίτου δίσκου.
Η αλήθεια να λέγεται, οι Demolition Hammer του τρίτου δίσκου έπεσαν στη λούπα της εποχής η οποία χαρακτηριζόταν από τη λαίλαπα του ήχου των Pantera -ειδικά εν έτει ‘94 που το “Far Beyond Driven” πήγε στο νο.1 του Billboard- και άλλαξαν τον ήχο τους τελείως και πλήρως αποτυχημένα σε ένα groove υβρίδιο που δε μπορούσαν να υποστηρίξουν. Το “Time Bomb” κυκλοφόρησε στις 23 Αυγούστου του 1994 και απογοήτευσε πλήρως τους φανατικούς οπαδούς τους, που έβλεπαν άλλη μια μεγάλη μπάντα του παρελθόντος να μη μπορεί να βρει το δρόμο της, κάνοντας τη διαφορά όπως είχε κάνει στα 2 πρώτα άλμπουμ. Μοιραία, το συγκρότημα διέλυσε την επόμενη χρονιά εν έτει 1995 και σκόρπισε μεγάλη πίκρα στους οπαδούς, ακόμα μεγαλύτερη κι από τη μεταστροφή ήχου στο “Time Bomb”. Η μεγαλύτερη πίκρα όμως ήταν ο θάνατος του Vinny Daze στις 11 Μαρτίου του 1996, όταν και δηλητηριάστηκε από γλοβόψαρο (Αυτά τα αντιπαθητικά ψάρια που φουσκώνουν σαν μπάλα του τέννις),
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που αφιέρωσαν άλμπουμ τους στη μνήμη του στη συνέχεια, έτσι ακόμα κι αν υπήρξε η σκέψη της κάποτε επανένωσης, χωρίς τον Vinny Daze δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Οι Demolition Hammer παρέμειναν “νεκροί” για πάνω από 20 χρόνια, μέχρι που είδαν μέσα στα χρόνια το όνομα τους να αρχίσει να ακούγεται περισσότερο και πολλούς οπαδούς που τους άκουσαν μεταγενέστερα, να θέλουν την επιστροφή τους. Βρέθηκαν και σε ένα φεστιβάλ όπου άκουσαν να παίζονται διασκευές τους από άλλα συγκροτήματα κι από κάτω να γίνεται χαμός, έτσι ο Reynolds ειδικά που δεν πίστευε ότι μπορεί να υπάρξει ενδιαφέρον, μετά τις προτροπές του Sykes αρχικά και του Reilly στη συνέχεια, πείστηκε ότι θα μπορούσε να γίνει μια επανένωση που θα είχε νόημα. Βρήκαν και τον φοβερό Πορτορικάνο Angel Cotte στα τύμπανα που είναι ακόμα μαζί τους και αποδίδει δικαιοσύνη στο υλικό κι αυτό ήταν.
Η επιστροφή των Demolition Hammer όχι απλά προκάλεσε μεγάλη χαρά, αλλά όλοι όσοι τους είδαν στις αρχικές τους συναυλίες, τόνιζαν ότι ακουγόντουσαν λες και δεν πέρασε μέρα από την εποχή που έβγαζαν τις 2 πρώτες δισκάρες. Ο Cotte ήταν άψογος στο να παίζει τα μέρη του Daze με την ίδια δύναμη και δεν χάθηκε τίποτα από την παλιά μαγεία, ακόμα και η φωνή του στα 62 του παρακαλώ, ακούγεται το ίδιο δυνατή και απειλητική όπως τότε, ενώ να βλέπεις τον Reilly με το τεράστιο λευκό μουστάκι που έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια να αλωνίζει τη σκηνή στα 65 του, είναι κάτι που προκαλεί μεγάλο θαυμασμό σίγουρα. Στην πρώτη τους εποχή, ο Daze δήλωνε ότι το γεγονός πως δεν ήταν death metal ίσως και να έδρασε εναντίον τους, αλλά ήταν περήφανος για το πόσο βίαια thrash ήταν κάνοντας τη διαφορά, πλέον διά στόματος όλων, μπαίνουν σκέψεις για νέο άλμπουμ αν αξίζει το υλικό.
Οι Demolition Hammer δε θα μπορούσαν να έρθουν με πιο κατάλληλο συγκρότημα στη χώρα μας, καθώς οι Dark Angel ήταν η άμεση αναφορά όταν πρωτοεμφανίστηκαν από άποψη δύναμης, ταχύτητας και ακρότητας. Μάλιστα οι Dark Angel όπως και οι Slayer και οι Sepultura, ήταν ίσως οι μόνες μπάντες της εποχής που δε μπήκαν στη σύγκριση με την ακρότητα των Demolition Hammer, ενδεικτικό του πόσο έμοιαζαν να αφήνουν πίσω όλους τους υπόλοιπους συναδέλφους τους. Οι Νεοϋορκέζοι ταραχοποιοί δεν έκαναν ποτέ την παραμικρή έκπτωση στο υλικό και τη νοοτροπία τους. Ήταν απίστευτα βίαιοι, υπερηχητικοί σε σημεία, τρομερά προβοκάτορες στιχουργικά αλλά και μπορώντας να υποστηρίξουν το υλικό τους τόσο αισθητικά, όσο και παικτικά. Ο κόσμος τους αγάπησε πολύ και επειδή σε ένα συγκρότημα η υστεροφημία είναι το παν, η επανένωση τους είναι μια μικρή δικαίωση για όσα άξιζαν να έχουν λάβει παλιότερα. Το Ελληνικό κοινό έχει την χρυσή ευκαιρία να τους πει ένα μεγάλο ευχαριστώ, για πρώτη και ίσως τελευταία φορά.
HUMAN DISSECTION OF SKELETAL REMAINS!
POST MORTEM NECROPSY VICTIM!
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
TICKETS















