Συντάκτης: Άγγελος Χατζηγιάννης
Taylor Swift, oι μεταλλάδες έχουμε κι εμείς “Fate Of Ophelia”.
Δεύτερο μέρος της Dark Poem τριλογίας από τους –βαθιά υποτιμημένους κατ’ εμέ– Green Carnation, η είδηση της οποίας έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία όταν το πρώτο μέρος “The Shores Of Melancholia” κυκλοφόρησε πέρυσι, σχεδόν μια δεκαετία από την ημέρα που το project ανακοινώθηκε από τα μέλη της μπάντας. Κι εφόσον το πρώτο μέρος συμπεριλήφθηκε με ευκολία στη λίστα μου για τους καλύτερους δίσκους της προηγούμενης χρονιάς, το δεύτερο μέρος ήταν δεδομένο πως θα τραβήξει την προσοχή του με την κυκλοφορία του.
Ακριβώς ένα χρόνο μετά τον προκάτοχό του, το “Sanguis” συνεχίζει το concept των Νορβηγών, εμπνευσμένο από το ποίημα του υπερρεαλιστή Γάλλου ποιητή Arthur Rimbaud με τίτλο “Ophelie”. Σε αντίθεση με την ομώνυμη ηρωίδα του Σαίξπηρ, η Οφηλία του Rimbaud είναι ένας χαρακτήρας που μετά τον χαμό της γίνεται ένα με τα στοιχεία της φύσης που ήταν η αιτία του θανάτου της. Αυτή η σουρρεαλιστική και μακάβρια ποιητική προσέγγιση ταιριάζει ιδανικά στον μουσικό χαρακτήρα των Green Carnation, οι οποίοι ανά τα χρόνια μας έχουν συνηθίσει σε doom/gothic ηχοτόπια, ντυμένα με υπερβατικές prog στρώσεις.
Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μιλήσουμε για το “Sanguis” σαν αυτοτελή δίσκο. Εκεί που το πρώτο μέρος της τριλογίας εξερευνά τις πτυχές του χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας Οφηλίας, το δεύτερο μέρος καταπιάνεται με γεγονότα που εκτυλίσσονται στο ίδιο αφηγηματικό πλαίσιο, ταυτόχρονα με την περιπέτεια της Οφηλίας. Είναι σαφές λοιπόν πως αυτός ο δίσκος εξαρτάται από την ύπαρξη του προκατόχου του για να ξετυλιχθεί πλήρως ο σκοπός του.
Μουσικά ωστόσο ο δίσκος δεν διαφέρει από το “Shores Of Melancholia” και σε αρκετά σημεία “δανείζεται” μουσικά θέματα από αυτό, κάτι αναμενόμενο από ένα concept άλμπουμ. Ο Tchort και η παρέα του δεν ανακαλύπτει τον τροχό με τα παιξίματά της, αντιθέτως κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα πολύ καλά: να μπλέκουν τον ψυχρό και μελαγχολικό νορβηγικό χειμώνα με τη γοτθική αισθητική και prog υπερβολές σε αυτό το μοναδικό κράμα που ονομάζουμε Green Carnation εδώ και τόσα χρόνια. Σαν μονάδα, το “Sanguis” έχει την τυπική δομή ενός doom prog δίσκου, με έξι συνθέσεις διάρκειας μεταξύ 5-9 λεπτών και συνολικής διάρκειας περί των 40 λεπτών.
Η παγερή κατήφεια του ομότιτλου κομματιού δίνει τη θέση της στη μοναχικότητα του “Loneliness Untold, Loneliness Unfold”. Οι πιο προσβάσιμες στιγμές του δίσκου έρχονται στη συνέχεια με τα “Sweet To The Point Of Bitter” και “I Am Time” με το δεύτερο μάλιστα να έχει πολύ κολλητικό chorus. To highlight του “Sanguis” ωστόσο είναι το “Fire And Ice”, το οποίο μοιάζει σαν την κορύφωση του δίσκου και ίσως θα έπρεπε να τον κλείνει κιόλας. Αντ’ αυτού, στο τέλος έχουμε το –εντελώς αχρείαστο– “Lunar Tale”, μια μελαγχολική μπαλάντα που θα είχε σκοπό ύπαρξης εάν δεν υπήρχε ήδη στο άλμπουμ το “Loneliness…”, καταλήγοντας μοιραία να είναι filler.
Γενικά στις τριλογίες το μεσαίο μέρος τείνει να είναι το πιο αδύναμο και θεωρώ πως το ίδιο συμβαίνει κι εδώ. Η αισθητική των Green Carnation εξακολουθεί να είναι εκεί και ο δίσκος δεν είναι απαραίτητα κακός, απλά δε μπορεί να σταθεί εφ’ ίσοις όροις με το πρώτο μέρος. Σε έναν χρόνο από τώρα θα έχουμε πλήρη εικόνα του concept των Νορβηγών με το τελευταίο μέρος της τριλογίας, το οποίο ελπίζουμε να είναι τουλάχιστον εφάμιλλο με τα δύο προηγούμενα.
Βαθμολογία: 65/100
Για το Rock Οverdose,
Άγγελος Χατζηγιάννης



