To Release Athens άνοιξε τις πόρτες του στις αρχές του μήνα με μια εκρηκτική εμφάνιση από τους Avenged Sevenfold, τώρα όμως είχε φθάσει η στιγμή να παραλάβουν τη σκυτάλη πιο indie και post punk ήχοι, που θα μας έβαζαν ακόμα πιο βαθιά στο φεστιβαλικό κλίμα, μιας και η δεύτερη ημέρα του Release Athens θα είχε στο πρόγραμμα της μία παραπάνω μπάντα σε σχέση με την πρεμιέρα.

Η αρχή θα γινόταν με τους Sprints, που ανεβαίνουν εκθετικά τα σκαλοπάτια της αναγνωρισιμότητας τον τελευταίο καιρό. Για την τετράδα από την Ιρλανδία τα είχαμε πει πέρυσι, τόσο από την εκπομπή στην EΡΤ Οpen, όσο και από εδώ, όπου μάλιστα είχαν καταλάβει περίοπτη θέση στη λίστα μου με τα καλύτερα του 2024. Το “Letter To Self” ήταν ένας εκπληκτικός δίσκος και η αγριότητα με την οποία τον ζωντάνεψαν την περασμένη Τετάρτη μπροστά στα μάτια μας, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση. Αυτή η μπάντα είναι πεινασμένη και έχει βγει εκεί έξω για να δαγκώσει λαρύγγια.

Η Karla Chubb με την προσωπικότητα και το τσαγανό της οδηγεί τους Sprints, ουρλιάζοντας σχεδόν κάθε στίχο, ενώ ο post punk σαματάς που στήνει παρέα με τους Zac Stephenson (κιθάρα), Sam McCann (μπάσο) και Jack Callan (τύμπανα) παίρνει κεφάλια. Με την αφρόκρεμα του “Letter To Self” (“Shadow Of A Doubt”, “Shaking Their Hands”,“Adore Adore Adore”, “Heavy”, “Cathedral”, “Up And Comer”, “Literary Mind”) να αποτελεί την ασφάλεια του set τους και ένα σωρό ακυκλοφόρητα κομμάτια από την επερχόμενη δουλειά που έχουν ήδη γράψει, να αφήνουν υποσχέσεις για το μέλλον, φρόντισαν η πρώτη τους συνάντηση με το αθηναϊκό κοινό να μην είναι καθόλου αναγνωριστική. Ένα “Little Fix” όπως δεν είχαμε ποτέ φανταστεί ότι θα ακούγαμε, έκλεισε την εμφάνιση τους χαοτικά, με την Karla να εφορμά στο κοινό και το υπόλοιπο σχήμα να παίζει στα κόκκινα.

Οι Glass Beams, που ακολούθησαν, ήταν πραγματικά το κάτι άλλο. Από όποια άποψη και να το δεις. Οι τρεις χρυσοποίκιλτα μασκοφορεμένοι τύποι, με οδηγό τον ασύγκριτο ήχο του πιο όμορφου J μπάσου που έχω δει στη ζωή μου, έφεραν την ψυχεδέλεια των 70’s στο σήμερα, με ένα τρόπο εξαιρετικά ελκυστικό ακόμα και για το ευρύ κοινό. Το φαινομενικά ξερό ρυθμικό μπάσο, κουβαλούσε στην πραγματικότητα περίσσευμα όγκου και σε συνδυασμό με τα περίτεχνα εφέ και τις ξεχωριστές ινδικές κλίμακες στην κιθάρα, έπλεκε μια πανδαισία ήχων, που μπορούσε σε σημεία να αγγίξει το drum and bass ή να φλερτάρει απροκάλυπτα με psy trance καταστάσεις και να μην ανοίξει μύτη. Το μόνο που άνοιγε στην πραγματικότητα ήταν η διάθεση των παρευρισκόμενων, οι οποίοι παρασύρθηκαν σε ξέφρενα χορευτικά, στήνοντας ένα γοητευτικά ασυνήθιστο κλίμα στην Πλατεία Νερού.

Μετά τη γαλήνια ευφορία που άπλωσε η ανατολίτικη ψυχεδέλεια των Glass Beams στην Πλατεία Νερού, ήταν καιρός να επιστρέψουμε σε πιο “τσιτωμένες” καταστάσεις. Η ηγέτιδα δύναμη στο χώρο του post punk την τελευταία δεκαετία που ακούει στο όνομα IDLES, σε καμία περίπτωση δε θα δυσκολευόταν να επαναφέρει το κοινό σε θέση μάχης. Άλλωστε, το ανάστημα του “Colossus” υψώθηκε ευθύς εξαρχής θεόρατο μπροστά μας κι όταν ο Joe Talbot στήνει wall of death με το “καλησπέρα”, η συνέχεια της βραδιάς μόνο εκρηκτική μπορεί να αναμένεται. Άλλωστε πρόκειται για ένα frontman, που γνωρίζει πως να ξεσηκώνει το κοινό, χωρίς καν να χρειαστεί να ανοίξει το στόμα του. Όχι πως δεν το έκανε κατά τη διάρκεια της βραδιάς, για να μας ευχαριστήσει που τους “αγκαλιάσαμε” ή για να εκφράσει τη στήριξη του στον δοκιμαζόμενο λαό της Παλαιστίνης.

Κι όπως αναμενόταν ούτε οι λοιποί πρωταγωνιστές κάθισαν στα αυγά τους, με τους Mark Bowen και Lee Kiernan να βρίσκουν το δρόμο για να θέσουν εαυτούς καταμεσής του κοινού του Release Athens και να εκτοξεύσουν συνακόλουθα τις διαθέσεις στα ύψη. Οι οποίες πάντως είχαν ήδη χτυπήσει “κόκκινο” με μπαρουτοκαπνισμένες κομματάρες όπως τα “Mr. Motivator”, “Mother” και “Divide And Conquer”. H επανάληψη του παλιού δοκιμασμένου κόλπου με τα “καθίσματα” στο “Scum”, απέδωσε καρπούς για ακόμα μια φορά και γενικότερα η ορμητικότητα του post punk των Βρετανών κρατούσε το κοινό σε εγρήγορση.

Σε κάθε περίπτωση, αποφασιστικός παράγοντας για την πορεία της εμφάνισης τους, θα ήταν το πως θα γκέλαραν στο κοινό τα κομμάτια από το περσινό “TANGK”, που άλλωστε καταλάμβαναν διόλου ευκαταφρόνητο μέρος του setlist. Με “Gift Horse” και “Dancer” να στέλνουν κόσμο και κοσμάκη σε χορευτικό ντελίριο σε αρχή και τέλος του set (στο δεύτερο πήρε το μάτι μου την Κarla Chubb να επιδίδεται στο ευγενές άθλημα του crowdsurfing) και ενδιάμεσα το “Jungle” να τα κάνει ζούγκλα και το “POP POP POP” να στέκεται άχαστο, το στοίχημα έμοιαζε να έχει κερδιθεί.

Οι IDLES είναι ασταμάτητοι: Οι κιθάρες τσιρίζουν εκκωφαντικές, οι ρυθμοί του Jon Beavis σφυροκοπούν αδυσώπητοι, ο βόμβος του Adam Devonshire επιληπτικός. Τα περιοδικά synths από τον Mark Bowen προσφέρουν μια άλλη διάσταση στον ήχο τους και στιγμές όπως το “The Beachland Ballroom”, που ήρθε βαθιά μέσα στο set τους, φανερωνουν ένα διαφορετικό, πιο εύθραστο πρόσωπο του σχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λειτούργησε ως η ηρεμία πριν την καταιγίδα των “Never Fight A Man With A Perm”, “Danny Nedelko” και “Rottweiler”, που σάρωσαν τα πάντα στο περάσμα τους, μοιράζοντας κλωτσοπατινάδες σε macho συμπεριφορές και αντιμεταναστευτική υστερία. Θορυβώδεις, ανατρεπτικοί και φτιαγμένοι όσο δεν πάει, οι IDLES κατέδειξαν στους αδαείς πως γίνεται και στο ελληνικό κοινό γιατί είναι ίσως το κορυφαίο σχήμα της εποχής μας.
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Σούρσος
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat



















