Στην ιστορία του doom metal υπάρχουν λίγα συγκροτήματα που κατάφεραν να τιμήσουν τόσο πιστά το είδους και ταυτόχρονα να το εξελίξουν όσο οι Αμερικάνοι Solitude Aeturnus. Οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν ότι οι πνευματικοί τους δάσκαλοι ήταν οι Σουηδοί Candlemass που θεωρούνται και πατέρες του είδους σε αυστηρά doom metal πλαίσια, καθώς το συγκρότημα του Leif Edling θεωρείται θεμελιωτής του epic doom, ιδιαίτερα μετά το ιστορικό “Epicus Doomicus Metallicus” που φέτος θα κλείσει 40 χρόνια ζωής. Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι Solitude Aeturnus δεν περιορίστηκαν στο να μιμηθούν τα πρότυπα τους και με μεγαλύτερη συνέπεια, πιο πλούσια σύνθεση και εντυπωσιακή φωνητική παρουσία, εκφραστικότατες κιθάρες και παντοδύναμα τύμπανα σε κάθε δυνατή ευκαιρία, κατάφερναν να εξελιχθούν σε κάτι κατά πολλούς ακόμη πιο ολοκληρωμένο.
Οι Solitude Aeturnus δημιουργήθηκαν το 1987 στο Arlington του Texas, μέσα από τις στάχτες του συγκροτήματος Solitude. Ηγέτης και κιθαρίστας της μπάντας ήταν ο κιθαρίστας John Perez, ο οποίος είχε σαφή καλλιτεχνική κατεύθυνση: να δημιουργήσει ένα συγκρότημα που θα συνδύαζε την επιβλητικότητα του doom με επικό χαρακτήρα και λυρική θεματολογία. Με σαφείς τις επιρροές πέραν των Candlemass και από την έτερη Αγία Τριάδα Black Sabbath/Saint Vitus/Trouble, οι Solitude αποφάσισαν να αλλάξουν το όνομα σε κάτι πιο πομπώδες προσθέτοντας και το συνθετικό Aeturnus, που ακόμα και το λάθος αντί του πιο σωστού Aeternus Λατινιστί, προσέδωσε τη δική του γλύκα.

Solitude Aeturnus Band Line-Up 1987
Πριν το λεγόμενο “ιερό” line-up πέρασαν από τις τάξεις της μπάντας ο τραγουδιστής Kris Gabehart, ο κιθαρίστας Tom Martinez, o μπασίστας Chris Hardin και ο ντράμερ Brad Kane. Ο Perez όμως βλέποντας ότι το όραμα του απαιτούσε ακόμα καλύτερους μουσικούς, έκανε ολικό Lifting στο συγκρότημα έτσι τις επίμαχες θέσεις πήραν ο Robert Lowe στα φωνητικά, ο Edgar Rivera στις κιθάρες, ο Lyle Steadham στο μπάσο και ο John “Wolf” Covington στα τύμπανα, το οποίο κουβάλησε το συγκρότημα στη χρυσή του περίοδο και το όνομα του καθενός από τους πέντε, έγινε συνώνυμο με την ιστορία της εν γένει βαρύτητας εκεί έξω. Από την αρχή υπήρχε κάτι το διαφορετικό και κυρίως μια πιο θεατρική διάσταση, ιδιαίτερα όταν εντάχθηκε στη μπάντα ο Robert Lowe.
Η φωνή του Lowe ήταν και για πολλούς παρέμεινε το μεγάλο όπλο του συγκροτήματος, στεντόρεια, καθαρή, δραματική, με εύρος και έντονη εκφραστικότητα, έγινε σύντομα το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος. Εκεί όπου οι Candlemass είχαν τη μεγαλοπρέπεια της Σκανδιναβικής τραγωδίας, οι Solitude Aeturnus έφεραν έναν πιο σκοτεινό, σχεδόν γοτθικό ρομαντισμό και μελαγχολία. Αυτή η διαφοροποίηση θα γινόταν ακόμη πιο εμφανής στους δίσκους τους, ωστόσο πριν φτάσουμε εκεί, προηγήθηκε το cult demo “And Justice For All...”το οποίο η μπάντα πάντα έσπευδε να τονίζει ότι δεν είχε την παραμικρή σχέση με το κορυφαίο άλμπουμ της ανθρωπότητας που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, καθώς μιλάμε για μια εποχή που όλα κινούνταν γύρω από τους Metallica και δεν ήθελε πολύ να υπάρξουν παρεξηγήσεις, ιδιαίτερα από φανατικούς.
Δεν είναι και κανένα κρατικό μυστικό ότι τα 6 άλμπουμ τους θεωρούνται όλα αψεγάδιαστα, πράγμα που τους καθιστά μία από τις ελάχιστες μπάντες της ιστορίας στην κατηγορία “όλα 10αρια” και γι’ αυτό και βάλαμε και ανάλογο μεγαλεπήβολο τίτλο στο αφιέρωμα, για να αποδείξουμε την σταθερότητα τους, ας προσπαθήσουμε να δούμε το πως και το γιατί όσο πιο αντικειμενικά γίνεται…

“Into The Depths Of Sorrow”(Roadracer Records, 1991)
Το να πούμε ότι το ντεμπούτο του συγκροτήματος είναι από τα κορυφαία ντεμπούτα στην ιστορία του μεταλλικού ήχου θα το αδικούσε και δε θα περιέγραφε την πλήρη αλήθεια. Με τρομερό θάρρος έκφρασης και με μία φοβερή ξερή και in your face παραγωγή του Danny “God Of Sound” Brown, οι Solitude Aeturnus παίρνουν όλη την ως τότε πορεία του doom metal από το χέρι και την οδηγούν υμνικά σε κορυφές έκφρασης που κανείς δεν περίμενε ότι μπορούν να διασχιστούν. Πέρα από την τελειότητα των πρώτων τεσσάρων δίσκων των Candlemass, οι Αμερικάνοι έβαζαν την προσωπική τους ταυτότητα πολύ έντονη στις συνθέσεις, με τρομερούς στίχους από πλευράς Lyle Steadham, με τα τύμπανα του Wolf να κάνουν τη διαφορά, τις κιθάρες να κατατροπώνουν τον ακροατή και τον Robert Lowe να παγώνει το αίμα με τη φωνή του, αγγελικός και λες και φέρνει τη Δευτέρα Παρουσία σε κάθε του ανάσα, οδηγεί τη μπάντα στη μουσική αθανασία από το πρώτο τους ολοκληρωμένο δημιούργημα και με τραγουδάρες από την αρχή ως το τέλος, το νερό όχι απλά μπήκε στο αυλάκι, αλλά η πηγή υπερχείλισε και η παλίρροια που θα έφερνε μελλοντικά θα πλημμύριζε τις καρδιές των οπαδών. Ο απόστολος ξύπνησε μέσα σε ένα όνειρο, φανερώνοντας ότι επρόκειτο να συμβεί μελλοντικά!

“Beyond The Crimson Horizon” (Roadrunner Records, 1992)
Πιστεύοντας αρκετοί αν όχι σχεδόν όλοι ότι ήταν δύσκολο ως ακατόρθωτο να ξεπεράσουν το ντεμπούτο τους, στο 2ο μόλις δίσκο τους, οι Solitude Aeturnus προσφέρουν στο doom metal το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία του είδους, αυτό που ίσως κι ο πιο απαισιόδοξα αισιόδοξος doomster δε θα τολμούσε να ονειρευτεί. Παίρνοντας τον ήχο του πρώτου δίσκου και με μία ακόμα πιο κορυφαία παραγωγή από τον Danny Brown, η έκφραση τους γίνεται πιο έντονη, ο ήχος βαραίνει ακόμα περισσότερο, η αλλαγή επιπέδου είναι εμφανής και στο σκάσιμο των τυμπάνων του Wolf μετά την απαγγελία του Lowe στο “Seeds Of The Desolate”, νιώθεις το συναίσθημα ότι άλλαξε μια για πάντα η ιστορία του είδους κι ότι όσο σπουδαίο και τίμιο κι αν υπήρξε κι ακόμα είναι, τίποτα δε θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στο επίπεδο αυτών των συνθέσεων. Καλύτεροι σε όλα, στα παιξίματα, το βάθος έκφρασης, τη φιλοδοξία, το κίνητρο να αποδείξουν την αξια τους και να διαχωριστούν από συνεχιστές σε ηγέτες, οι Solitude Aeturnus αποδεικνύουν ότι σε κάτι που γεννήθηκε ως ουσία και έκφραση εκτός Αμερικής, πάλι μια Αμερικάνικη μπάντα -όπως σχεδόν σε όλα τα είδη- θα ήταν αυτή που θα έκανε άπαντες να ψάχνουν τον δεύτερο. Δίσκος στο προσωπικό τοπ 15 της ζωής μου από την 1η του ακρόαση.

“Through the Darkest Hour” (Pavement Music, 1994)
Το πιο διαφορετικό και κρίσιμο για τις μελλοντικές εξελίξεις άλμπουμ τους, έβρισκε το συγκρότημα εκτός Roadrunner που μάλλον δεν έδειξε να συγκινείται από την ποιότητα των 2 πρώτων αξεπέραστων δίσκων και έτσι βρέθηκαν στο ρόστερ της Pavement που έδειξε πιο θαρραλέα και τους υπέγραψε. Επίσημα στο τρίτο κρίσιμο άλμπουμ που αναφέρουμε για κάθε μπάντα, οι Solitude Aeturnus πετάνε τον μανδύα των Candlemass να τον πάρει ο άνεμος μακριά και γίνονται πιο ατμοσφαιρικοί από ποτέ, μελαγχολικοί σε σχεδόν δυσάρεστο βαθμό για πολλούς, οι διάρκειες των κομματιών μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο και δεν είναι λίγα τα σημεία που ο ακροατής ψυχοπλακώνεται σε βαθμό άβολο. Το κλείσιμο ειδικά με το “Shattered My Spirit”είναι μία υπνωτική κάθοδος στην προσωπική Άβυσσο του καθενός, όπου στη μάχη με τα ενδότερα του, μπορεί και να τσακιστεί ψυχικά και ψυχολογικά, αλλά άπαξ και τη βγάλει καθαρή, μετά δε μπορεί να τον φθείρει τίποτα. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα υπήρχε συγκρότημα που θα έβγαζε κάτι μετά το “Beyond The Crimson Horizon” και δε θα τσακιζόταν στα βράχια, αλλά οι Solitude Aeturnus ήταν ΤΟ συγκρότημα κι όχι απλά ένα άλλο συγκρότημα. Μία έξτρα αδυναμία στο δίσκο γιατί το “Haunting The Obscure”ήταν το πρώτο τους τραγούδι που ακούστηκε επί Ελληνικού εδάφους 20 χρόνια πριν.

“Downfall” (Pavement Music, 1996)
Το “Downfall”είναι η στιγμή εκείνη της δισκογραφίας τους που αρκετοί προσπαθούν για λόγους που ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν, να υποβιβάσουν έτσι για να γίνεται συζήτηση. Για πολλούς είναι το πιο άμεσο άλμπουμ τους, δεν έχει την βαρύτητα και επική ατμόσφαιρα των 2 πρώτων δίσκων, ή τη μελαγχολία του προκατόχου του, ωστόσο αυτό δείχνει και τη μαγκιά και εξέλιξη των Solitude Aeturnus μέσα στα χρόνια, με την τόλμη να μην ακολουθούν συγκεκριμένες φόρμες να παραμένει σημαία στα χέρια τους και με τον ήχο ακόμα βαρύτερο από την πλειοψηφία των συγκροτημάτων εκεί έξω. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για 1996 όπου σχεδόν όλες οι μπάντες πειραματιζόντουσαν ή και ενίοτε έχαναν τον δρόμο τους, οι Solitude Aeturnus μαζί με τους My Dying Bride και τους Pantera, το κρατούσαν ακόμα βαρύ και τίμιο και όσο αντιεμπορικό γινόταν. Έξτρα πόντοι για τη φοβερή διασκευή στο “Deathwish”των Christian Death, ενώ αν αυτό λέει κάτι, αποτελεί ένα από τα τοπ αγαπημένα άλμπουμ του Steve DiGiorgio ο οποίος σε προσωπικές συζητήσεις μας μου έχει αναφέρει ότι θα ήταν όνειρο του να μπορούσε να συμμετέχει εδώ, ή να μπορούσε να βγάλει κάτι ανάλογο και μάλιστα το έβαζε δίπλα στο “Mosquito” των Psychotic Waltz, τονίζοντας ότι είναι 2 άλμπουμ που αξίζουν πολύ μεγαλύτερη αγάπη απ’όση λαμβάνουν.

“Adagio” (Massacre Records, 1998)
2 χρόνια μετά το “Downfall”έρχεται το “Adagio”το οποίο για μία μεγάλη μερίδα οπαδών, ήταν η πρώτη τους επαφή με το συγκρότημα εκείνη την εποχή. Οι παλιότεροι είδαν με πολύ καλό μάτι τη μεταπήδηση της μπάντας στη Massacre Records, η οποία το σωστό να λέγεται, προώθησε το δίσκο πολύ τίμια κάνοντας ότι μπορούσε για να σπρώξει το συγκρότημα. Δυστυχώς ο Lyle Steadham είχε αποτελέσει παρελθόν αλλά ο τίμιος κι ακούραστος εργάτης Steve Moseley αναλαμβάνει με τον καλύτερο τρόπο να γεμίσει τα παπούτσια του. Στην καλύτερη παραγωγή που είχαν ως τότε, υπεύθυνος ήταν ο γκουρού Paul Johnston (Benediction, Cathedral, Cerebral Fix, Napalm Death, η λίστα ατελείωτη) που έκανε και την παραγωγή στο “Through The Darkest Hour”. Με την καλή προώθηση της Massacre και όντας το μεγαλύτερο άλμπουμ σε διάρκεια, κλείνοντας και με μία καταπληκτική διασκευή στο μνημειώδες “Heaven And Hell” των Black Sabbath, το μέλλον των Solitude Aeturnus έμοιαζε λαμπρό, οι οπαδοί έτριβαν τα χέρια τους και τελικά μείναμε όλοι με ξέρετε τι στο χέρι, περιμένοντας ανυπόμονα για κάτι που δεν ερχόταν και που ακόμα από καθαρό ψυχαναγκασμό περιμένουμε, ενώ βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι δε θα έρθει. Το κενό μετά το “Adagio” αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα what if? της μεταλλικής ιστορίας.

“Alone” (Massacre Records, 2006)
Όχι ένα, όχι δύο, αλλά 8μιση χρόνια ξεροστάλιασαν οι πιστοί οπαδοί του συγκροτήματος περιμένοντας το έκτο και δυστυχώς τελευταίο άλμπουμ του συγκροτήματος. Μία 20ετία σχεδόν μετά την κυκλοφορία του, το “Alone”καθιστά εαυτόν ως το πιο αντιεμπορικό, εκφραστικό και τίγκα στη μελαγχολία και σταρχιδισμό άλμπουμ τους, δε γίνεται να λείπεις 8μιση χρόνια και να ξεκινάς το δίσκο με το καθηλωτικό 10λεπτο “Scent Of Death”. Με το συγκρότημα να έχει ήδη εμφανιστεί στη χώρα μας τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, μας υπόσχονταν ένα τρομερό άλμπουμ, μία υπόσχεση που κράτησαν και που όσο πέρασαν τα χρόνια, έγινε επτασφράγιστη ανάμνηση καθώς ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι σταμάτησαν να ελπίζουν. Στο μπάσο είχαμε αυτή τη φορά τον James Martin, μια και ο Steve Moseley μεταπήδησε στις κιθάρες, ενώ τα τύμπανα ανέλαβε ο Steve Nichols, αμφότεροι φοβεροί σε απόδοση. Ο John Perez τόνιζε ότι προτιμάει να κάνει λίγα και καλά άλμπουμ, αντιμετώπισε και κάτι θέματα με τις επανεκδόσεις των δίσκων και το ότι φτάσαμε να συζητάμε για νέα εμφάνιση τους το λες και θαύμα μετά από όλα όσα μεσολάβησαν έκτοτε. Πολλοί ζουν για τη στιγμή ενός νέου δίσκου κι ας είναι ο τελευταίος, ακόμα περισσότεροι λένε ότι το “Alone”είναι το ιδανικό τέλος σε ένα τεράστιο κεφάλαιο του μεταλλικού ήχου.

Οι Solitude Aeturnus πάντα έμοιαζαν με τον Lucky Luke στο τέλος κάθε ιστορίας, μοναχικοί καουμπόηδες που τραγουδάνε το τραγούδι τους στο μακρύ δρόμο της αναζήτησης προς το άγνωστο, σημασία δεν είχε ποτέ γι’ αυτούς ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Κατόρθωσαν μέσα από περισσότερη τόλμη, συνεχή εξέλιξη, αδιαμφισβήτητη τελειότητα και ακεραιότητα χαρακτήρα, να υπερσκελίσουν κάθε εμπόδιο, ακόμα και των αποφάσεων τους που κράτησαν πίσω το συγκρότημα, και παραμένουν αιώνιο σύμβολο μίας λογικής που για κάποιους είναι πλήρως αυτοκτονική, αλλά αυτό ακριβώς τους κάνει και πιο αγαπητούς, με το κεφάλι πολύ ψηλά, με 6 δημιουργήματα διαφορετικά μεταξύ τους, σε εποχές που το μέταλλο εξελισσόταν κι αυτοί ακολουθούσαν χωρίς τη μουσική ασφάλεια που κινούνταν κι ακόμα κινούνται οι Candlemass (με τα γνωστά απαράδεκτα αποτελέσματα της τελευταίας 15ετίας σχεδόν), έμειναν στην ιστορία ως ένα από τα μεγάλα αουτσάϊντερ της αγαπημένης μας μουσικής αλλά που παρ’ όλα αυτά, στο είδος που εκπροσώπησαν με περίσσεια χαρά και τιμή, κατόρθωσαν να σηκώσουν πρωτάθλημα και όχι απλά να μην τους σκεπάζει η σκιά των δασκάλων τους, αλλά πολλάκις να λογίζονται ως ίσοι και ακόμα καλύτεροι τους. Να μου συγχωρεθεί τυχόν βλασφημία που μπορεί κάποιοι θεωρούν ότι διαπράττω, αγαπώ πολύ τους Candlemass, σε βαθμό που δεν περιγράφεται, τους χρωστάω τα απίστευτα πολλά, ο σεβασμός θα ’ναι πάντα αμέριστος, αλλά αυτά που μου έχουν προκαλέσει και ακόμα μου προκαλούν οι Solitude Aeturnus, δεν έχουν αντίπαλο στο είδος τους.
20 χρόνια μετά η ιστορία θα επαναληφθεί. Κι αν είναι η τελευταία φορά, ας τη ζήσουμε έντονα κάθε δευτερόλεπτο όπως τότε το 2006, η ζωή προσφέρει σπάνια την 1η ευκαιρία πληρότητας και πολλοί από μας θα το ζήσουμε για 2η φορά. Ευγνωμοσύνη μόνο!
...and destiny will always fall to ruin…
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας
Οι SOLITUDE AETURNUS επιστρέφουν στην Αθήνα στο πλαίσιο του επετειακού UP THE HAMMERS FESTIVAL XX , την Παρασκευή 13 Μαρτίου στο Gagarin 205.
🔥 UP THE HAMMERS – LEGACY 🔥
📍 Athens, Greece | March 2026
⚔️ WARM-UP SHOW
📅 March 12, 2026
📍 An Club, Athens
Eternal Champion (USA)
Procession (CL)
Dexter Ward (IT/GR)
Battle Ram (IT)
Leatherhead (GR)
🛡️ MAIN EVENT – DAY I
📅 March 13, 2026
📍 Gagarin 205, Athens
Solitude Aeturnus (USA)
Liege Lord (USA)
Riot City (CA)
Ironsword (PT/DE/USA)
Wrathblade (GR)
Old Season (IE)
Vultures Vengeance (IT)
🛡️ MAIN EVENT – DAY II
📅 March 14, 2026
📍 Gagarin 205, Athens
Tribute to Manilla Road (USA / DE)
Blitzkrieg (UK)
While Heaven Wept (USA) - Exclusive Show
Atlantean Kodex (DE)
Blaze (JP)
Phantom Spell (UK)
Dark Nightmare (GR)
⚡ AFTER PARTY
📅 March 15, 2026
📍 Kyttaro Live, Athens
Riot City (CAN)
Reflection (GR)
Sacral Rage (GR)
Throne of Iron (USA)
Valor (GR)
Arkham Witch (UK)

Solitude Aeturnus in Greece, March 22, 2006
















