Σαν σήμερα 13 χρόνια πριν, οι IRON MAIDEN κυκλοφόρησαν το “Dance of Death”!

13 χρόνια πριν το μεγαθήριο της heavy metal, η μπάντα στην οποία χρωστάει τόσα ολόκληρο το μουσικό στερέωμα της metal σκηνής, ξαναχτυπά με το δέκατο τρίτο άλμπουμ της. Το Dance of death έρχεται να δώσει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις απαντήσεις τους σε όσους αναρωτιούνται τι παραπάνω θα μπορούσαν να δώσουν οι Iron Maiden εν έτη 2003 και σε κάποιους άλλους που τους θεωρούν ξεπερασμένους να δείξουν ότι όταν έχεις διάθεση μπορείς να κάνεις πολύ καλές δουλειές ακόμα και αν έχουν περάσει τα χρόνια. Ακούγοντας το άλμπουμ, αντιλαμβάνεται κανείς πως στα πανιά της μπάντας φυσά αέρας ανανέωσης, ο ήχος είναι φρέσκος, οι μελωδίες πολύ δυνατές με αρκετές progressive εξάρσεις, κάποια επικά στοιχεία και μια μελαγχολική διάθεση ανά στιγμές. Επιπλέον το ύφος του έχει κάτι το λίγο πιο σκοτεινό και αρκετά θεατρικό, που περισσότερο αντικατοπτρίζεται επί σκηνής. Συνθετικά, ο μεγάλος Steve Harris έχει την μερίδα του λέοντος, όμως σαν σωστός αρχηγός όπως πάντα, αφήνει χώρο και στους συνοδοιπόρους του για να εκφραστούν, αφού ξέρει πολύ καλά ότι η χημεία τους είναι τέτοια που γνωρίζουν όλοι πολύ καλά τι να κάνουν. Στιχουργικά τα τραγούδια εστιάζουν κυρίως σε διάφορα γεγονότα που έχουν να κάνουν είτε με μάχες είτε με πεδία μαχών, χωρίς βέβαια να λείπουν και μια δυο εξαιρέσεις με στίχους που προσεγγίζουν αλλά θέματα. Δύο ακόμη αξιοσημείωτα στοιχεία του άλμπουμ, είναι το γεγονός πως για πρώτη φορά ο Nicko McBrain πιστώνεται τη σύνθεση ενός κομματιού, του αρκετά συμπαθητικού  "New Frontier" με στίχους αναφερόμενους στην προσφάτως ασπαζόμενη Χριστιανική του πίστη, ενώ επίσης για πρώτη φορά η μπάντα ηχογραφεί ένα εξ ολοκλήρου ακουστικό κομμάτι, το "Journeyman". Η παραγωγή είναι κορυφαίου επιπέδου ως συνήθως, με τα όργανα να ακούγονται ευκρινώς σε απόλυτο βαθμό. Αυτό οφείλεται στο ότι το συγκρότημα μπήκε στο στούντιο και πάλι για να φτιάξει το δίσκο live, διατηρώντας αυτή την αγαπημένη του τα τελευταία χρόνια μέθοδο, που τους επιτρέπει να εξωτερικεύουν όλη τη διάθεση και την όρεξη τους  και παράλληλα τους βοηθά να δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό όσον αφορά τα εκτελεστικά τους καθήκοντα. Δικαιολογημένα οι κριτικές που έλαβε ήταν ιδιαίτερες καλές και η πορεία του στα chart των μεγαλύτερων χωρών ήταν εξίσου καλή, αφού  πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά, ικανή να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των θαυμαστών της μπάντας αλλά και να την συστήσει σε νεότερες γενιές οπαδών. Διαθέτει στο μεγαλύτερο μέρος του πάρα πολύ καλά κομμάτια πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενώ κάποια από αυτά όπως το εξαιρετικό ομώνυμο ή  το φοβερό “Paschendale”, που διακρίνονται για τα αρκετά progressive και epic στοιχεία αλλά και αξιομνημόνευτες τρισολίες από το κιθαριστικό τρίο, ή επίσης το πολύ δυναμικό και συναυλιακό “No More Lies”, καταφέρνουν να συγκαταλέγονται στα πραγματικά κλασσικά των Βρετανών αφού τόσο οι ίδιοι όσο και οι οπαδοί τους τα τιμούν δεόντος στα live. Οι Iron Maiden με το “Dance Of Death” μπορεί να μην ανακαλύπτουν την Αμερική, σίγουρα όμως αποδεικνύουν ότι μπορούν ακόμα και σήμερα να κάνουν καλές, αξιοπρεπέστατες αλλά και αξιόμαχες δουλειές αφού ο κορεσμός είναι απλά μια έννοια που δεν υπάρχει ούτε στο λεξιλόγιο, ούτε και στο μυαλό τους.

Comments

css.php