Αυτό μάλιστα, ήταν ένα πακέτο από τα καλύτερα που μας έχουν επισκεφθεί τα τελευταία χρόνια. Δύο μεγάλα και καθόλα αγαπητά ονόματα, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή ιστορία, που άνετα θα μπορούσε να είναι στη θέση του headliner όποιο προτιμά ο καθένας. Oι Πορτογάλοι είχαν να έρθουν από το Νοέμβρη του ’22, οι δε Σουηδοί από το Μάιο του αντίστοιχου έτους. Και τώρα είναι το περσινό “Endtime Signals” που τους φέρνει από τα μέρη μας σαν πρώτο όνομα, έχοντας μαζί και τους Γερμανούς Hiraes, της σχολής του μελωδικού death metal κι αυτοί, να ανοίγουν τη βραδιά. Το sold out έγινε ωραιότατα, εξάλλου όσοι τίμησαν τη βραδιά και τη διοργάνωση είχαν την ευκαιρία να δουν με πολύ λογικό αντίτιμο δύο συγκροτήματα που βρίσκονται σε πολύ καλή πορεία τα τελευταία χρόνια και ήδη από νωρίς το Gagarin είχε γίνει τόπος συνάντησης των περισσότερων.

Οι Hiraes (προφέρεται XΑΪΡΕΣ με τον τόνο στο Α) από τη Γερμανία είχαν τον συνήθη άχαρο ρόλο που έχουν τέτοιες μπάντες, να ανοίγουν για μία μεγάλη μπάντα με τον κόσμο να μην τους γνωρίζει καθόλου. Έχουν κυκλοφορήσει 2 άλμπουμ, τα “Solitary” (2021) και “Dormant” (2024) και στην ουσία είναι μία wannabe εκδοχή των Arch Enemy, εξ ου και στα φωνητικά έχουν μια γυναίκα, την εντυπωσιακή Britta Görtz η οποία κάνει ότι μπορεί να ξυπνήσει το κοινό και έχει πραγματικά μία καλή και δυνατή φωνή. Δυστυχώς τα προβλήματα ήχου που συνόδευσαν όλη τη βραδιά και εξελίχθηκαν καταστροφικά στη συνέχεια, έκαναν την εμφάνιση τους από την ώρα που έπαιζαν οι Hiraes, μεγάλο μπούκωμα στα τύμπανα, σχεδόν καθόλου μπάσο και τελείως καθόλου κιθάρες, με τα φίδια για το τι ακολουθεί να με ζώνουν αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Έπαιξαν μόλις 25’, φιλότιμοι και καλοστεκούμενοι στη σκηνή αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, κανείς δεν θα (θέλει να) θυμάται την εμφάνιση τους, ειδικά σε συνάρτηση με όσα έγιναν στη συνέχεια. Κρίμα γιατί σε νορμάλ συνθήκες θα μπορούσαν να κερδίσουν οπαδούς. Εύχομαι μελλοντικά να αποκτήσουν περισσότερη προσωπική ταυτότητα και να δουλέψουν περισσότερο την σκηνική τους παρουσία. Ο ντράμερ πάντως τα έσπασε, το σωστό να λέγεται.

H ώρα 21.00 ακριβώς και ήδη έχει δημιουργηθεί το αδιαχώρητο πάνω και κάτω. Μια εμφάνιση των Μοοnspell είναι πάντα καλοδεχούμενη, είτε πρόκειται για αποκλειστικά δικό τους show, είτε όχι. Είτε με ήλιο και ζέστη, όπως στο Rockwave, είτε στα σκοτάδια ενός κλειστού χώρου, οι Πορτογάλοι καταφέρνουν πάντα να ικανοποιήσουν. Κι αυτό έκαναν ξανά, ξεκινώντας με το δυνατό χαρτί του “Opium”. Ότι είχαν τη δική τους βάση και πυρήνα στο κοινό, έγινε εύκολα αντιληπτό από τις αντιδράσεις, τη γνώση των στίχων τους, αλλά και τα μπλουζάκια τους που φορούσαν πολλοί. Χώρεσαν μαεστρικά τα καλύτερα κομμάτια τους, ή έστω τα περισσότερα απ’ αυτά, σε γεμάτα 75 λεπτά καθαρής μουσικής, δηλαδή πλησίασαν και το χρόνο που παίρνει το πρώτο όνομα συνήθως. Παρόλο που δεν είχαν δικά τους σκηνικά και όχι όλη τη σκηνή διαθέσιμη, ο αέρας και η ποιότητα της εμφάνισής τους άγγιξε όλες τις υψηλές προσδοκίες.

“Extinct” και “Finisterra” τυγχάνουν πάρα πολύ θερμής υποδοχής, αλλά η ιερή τριάδα του κολοσσιαίου “The Antidote” άγγιξε το τέλειο, με σερί να παίζονται τα “In and Above Men”, “From Lowering Skies” και “Everything Invaded”. Φοβερή έκπληξη το “Magdalene” κι ομολογώ δεν το περίμενα, το τέλος όμως ήταν πάλι όλα τα λεφτά με το “Full Moon Madness” vα διαδέχεται το “Alma Mater” μέσα σε αποθέωση. 13 κομμάτια, όλα τους ένα κι ένα, απόδοση άψογη και χωρίς ιδιαίτερα θέματα με τον ήχο τους. Ίσως κάπως στην αρχή τα τύμπανα να κάλυπταν τα υπόλοιπα όργανα, κάτι που βελτιώθηκε στη συνέχεια. Ο Fernando Ribeiro και η παρέα του, έχοντας δέσιμο από παλιά με την Ελλάδα, στάθηκαν ξανά περίφημα και μας χάρισαν άλλη μια απολαυστική εμφάνιση, προετοιμάζοντας το έδαφος για τους Dark Tranquillity.

Αφού έχουν τελειώσει οι Moonspell με εμφάνιση σχετικά λεβέντικη -παρασάγγας απέχουσα από προηγούμενες αποδόσεις τους εν Ελλάδι αλλά τίμιοι και κιμπάρηδες- και με την κιθάρα να αγνοείται και σ’αυτούς, έρχεται η ώρα των headliners με τους οποίους υπήρξε προϊστορία αστοχίας κιθάρας στις 2 προηγούμενες εμφανίσεις τους σε τέτοιο βαθμό που για να βεβαιωθώ, ρωτάω φίλο που τους είδε στη Θεσσαλονίκη “κιθάρες άκουσες;” και όταν μου απάντησε “ΟΧΙ, δυστυχώς” με έλουσε κρύος ιδρώτας. Φίλοι τους είδαν στη Μπρατισλάβα και το Ελσίνκι σχετικά πρόσφατα και πέρασαν υπέροχα, δεν ξέρω αν έτυχε ή πέτυχε, σίγουρα όμως για 3η συνεχόμενη -και προσωπικά τελευταία για μένα- φορά, οι κιθάρες που ήταν και παραμένουν η μεγάλη τους δύναμη ηχητικά, ήταν παντελώς απούσες. Θα έπρεπε να είστε από μία μεριά εντός Gagarin να βλέπατε την απορία, τη λύπη και τα νεύρα του κόσμου με το που μπήκαν με το “Shivers And Voids”, όπου ακούμε ΜΟΝΟ τον φοβερό πραγματικά Joakim Strandberg Nilsson στα τύμπανα και τον Martin Brändström στα πλήκτρα. Οι Johan Reinholdz και Peter Lyse Kamark που αγαπώ από τους Hatesphere και περίμενα να δω αν και πόσο ταίριαζε με τη μπάντα, δεν βρέθηκαν πουθενά στο ραντεβού τους με τα αυτιά του κοινού, σε βαθμό κακουργήματος.

Ξεκινάνε να παίζουν το “Hours Passed In Exile” με το όμορφο lead θέμα που το περιβάλλει και δεν ακούμε ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ, η απορία γίνεται εκνευρισμός, ο εκνευρισμός γίνεται στεναχώρια και η στεναχώρια γίνεται ένα γαμώτο μέσα στον καθένα, αρχίζουν οι φωνές “ΔΕΝ ΑΚΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ”, κυμαίνονται σε “ΦΤΙΑΞΤΕ ΤΟΝ ΗΧΟ ΡΕ Μ….ΚΕΣ!” και περισσότερο ακούς το σιχτιρισμένο κοινό παρά τους Dark Tranquillity. Στο δε “Unforgivable” η κατάσταση γίνεται άκρως χειρότερη, ένα σκέτο blast beat (πάλι καλά που ακουγόταν κι αυτό) σε ένα από τα κορυφαία κομμάτια όχι μόνο του νέου τους δίσκου αλλά και των τελευταίων ετών τους, ενώ παίζουν κοτζάμ “Cathode Ray Sunshine” και πάλι δεν ακούγεται τίποτα. Εξαίρεση λίγο το ανέβασμα της έντασης της φωνής του Mikael Stanne, σε οριακό σημείο βέβαια, τουλάχιστον στις 2 προηγούμενες συναυλίες δεν ακούγαμε κιθάρα αλλά ακούγαμε τον ηγέτη της μπάντας. Κι εκεί συμβαίνει το σκηνικό που με έβγαλε έξω από τα ρούχα μου κι ακολούθησα με τη σειρά μου όσους είχαν ήδη αρχίσει από το 2ο προς 3ο κομμάτι να φεύγουν σιγά σιγά από το Gagarin, μην αντέχοντας άλλο αυτή την κατάντια. Ο κόσμος αρχίζει ΕΝ ΧΟΡΩ να κραυγάζει “FIX THE SOUND, FIX THE SOUND”, o Stanne με μεγάλη αμηχανία κάνει στην αρχή μία γκριμάτσα “τι να κάνω”…

Και μετά δείχνει με το δάχτυλο προς τα πάνω (τον ηχολήπτη προφανώς) και βγαίνω έξω από τα ρούχα μου διότι αντί να του πει “σηκωσε τα decibels ΜΑΛ…” κάνει στροφή διά του αρραβώνος που λέμε και ίσα που ακούγεται, μας λέει “αυτό είναι κάτι που θα ξέρετε”, ξεκινώντας η μπάντα να παίζει το “Terminus (Where Death Is Most Alive)”. Ένα από τα πλέον αγαπημένα κομμάτια της καριέρας τους κι από τα πλέον ενεργητικά πάει άπατο περισσότερο απ’όλα όσα ακούμε στο πρώτο εφιαλτικό 20λεπτο και κάπου εκεί παίρνω τα ιμάτια μου με άλλους και φεύγουμε. Ζητώ συγνώμη από όλους όσους περιμένατε να διαβάσετε κάτι που αφορά τη συναυλία καθώς δεν το έχω κάνει ποτέ, αλλά το πρόβλημα συνέβη για 3η συνεχόμενη φορά, δε μπορεί να φταίει κοτζάμ Gagarin για όλη αυτή την αθλιότητα από την αρχή ως εκείνη τη στιγμή, λέω ως εκεί γιατί κάποιοι μου είπαν ότι μετά έφτιαξε ο ήχος και κάποιοι ότι ήταν ίσα ίσα για να ακούνε. Επίσης δε μπορεί να φταίει η διοργάνωση όταν ΞΕΚΑΘΑΡΑ το θέμα με την κιθάρα υπήρχε σε όλες τις μπάντες, ο ηχολήπτης (βάζω ενικό γιατί αποκλείω παραπάνω από ένας να έκαναν τόσα λάθη μαζεμένα) ήταν επιεικώς ακατάλληλος και χάλασε τη διάθεση όλου του κοινού.

Ενός κοινού που μαγκωμένο όσο ποτέ ξανά δεν είχε κουράγιο να κουνηθεί, ο ένας κοιτούσε τον άλλο με απορία, σαν να έψαχνε να του δοθεί απάντηση από κάποιον που ξέρει τι γίνεται, έλα όμως που κανείς δεν ήξερε τι και κυρίως γιατί γινόταν. Πόσο μεγάλο κρίμα να παίζουν οι 2 μπάντες σε sold out venue και με το κοινό ένθερμο και ευδιάθετο να εκτοξευτεί στα ουράνια, να παθαίνει τέτοια ψυχρολουσία. Προφανώς και δεν θέλουμε να γινόμαστε δυσάρεστοι, αλλά αυτό ήταν ντροπή. Και όσον αφορά τους Dark Tranquillity, συνεχίζει και συμβαίνει απ’όταν ο Mikael Stanne έμεινε μόνος από την αρχική σύνθεση. Δεν ξέρω αν είμαστε τόσο γκαντέμηδες στην Ελλάδα, αλλά από ένα σημείο αυτό δεν είναι σύμπτωση αλλά είναι επιλογή. Λατρεύω τη μπάντα, είναι από τις λίγες με πορεία 30+ ετών που κατ’εμέ κρατούν τσίπα, αν θυμάστε εκφράστηκα με σχεδόν διθυραμβικά σχόλια για το τελευταίο τους άλμπουμ, αλλά σε ότι αφορά αποκλειστικά δική τους συναυλία, είναι η τελευταία φορά που τους τιμώ με την παρουσία μου, έχω εκνευριστεί τόσο πολύ που δεν έχω την ψυχραιμία να τα πω όπως πρέπει. Δεν έχει καμία σημασία αν και τι παίχτηκε μετά από αυτό, σημασία έχει ότι υπάρχουν ακατάλληλοι άνθρωποι που δουλεύουν για μεγάλες μπάντες και που πηδάνε τη διάθεση του κόσμου που από το υστέρημα του θέλει να περάσει καλά μία φορά στο τόσο και δε μπορεί.

*Φτάνοντας στον ΗΣΑΠ Αττικής είδα 10-15 άτομα που ήταν στη συναυλία και έφυγαν πριν από μένα, μιλήσαμε λίγο μεταξύ μας σε φάση “έφυγες κι εσύ για τον ήχο;” και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο με κενό βλέμμα, λυπήθηκε η ψυχή μου μία κοπέλα που μου είπε “το περίμενα 2 μήνες, μάζευα λεφτά και πρόλαβα τελευταία στιγμή να πάρω εισιτήριο για να δω αυτό το πράγμα σήμερα”… δεν το αξίζει κανείς οπαδός αυτό, από την άλλη τι να κάνει η διοργάνωση και ο εκάστοτε χώρος, να είναι σαν μπαμπούλες πάνω από κάθε ηχολήπτη; Δεν ξέρω, αλλά καλό είναι κάτι τέτοιο να μη γίνει ποτέ ξανά, ήταν και παραμένει μία από τις μεγαλύτερες ντροπές.
Για το Rock Overdose,
Άγγελος Κατσούρας (Dark Tranquillity, Hiraes)
Μιχάλης Τσολάκος (Eισαγωγή, Moonspell)
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros.kat


















