Αφιέρωμα JUDAS PRIEST: Metal Gods και Firepower!

 

 

 Judas Priest! Η μπάντα που θεωρείται από πολλούς ότι έπαιξε πρώτη καθαρό heavy metal, ότι γέννησε το heavy metal και επηρέασε κόσμο και κοσμάκη ανά τον πλανήτη! Με την ευκαιρία της επίσκεψής τους και το σεισμό που θα προκαλέσουν στην Ελλάδα στις 19 του μήνα, ύστερα και από την κυκλοφορία του ατσάλινου “Firepower”, σας παρουσιάζουμε ένα, σχετικά συνοπτικό αλλά, αρκετά κατατοπιστικό αφιέρωμα στα 44 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας των Βρετανών. Ένα αφιέρωμα, που όμως δεν μοιάζει με τα υπόλοιπα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, καθώς οι Judas Priest σαν συγκρότημα δεν μοιάζουν επίσης με κανένα άλλο. Στο παρόν αφιέρωμα λοιπόν, ξέχωρα από τις βασικές πληροφορίες που θα αναφερθούν για τους Θεούς του Metal, διαλέγουμε μερικές από τις αμέτρητες διασκευές σε κομμάτια που έχουν γίνει για πάρτη τους από διάφορα συγκροτήματα και μεταφερόμαστε στο δίσκο και τη χρονολογία του συγκεκριμένου κομματιού. Faster than a bullet λοιπόν…

 

Η αρχή:

Το Birmingham είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική ζώνη της Αγγλίας. Και δυστυχώς μία από τις βιαιότερες πόλεις της Ευρώπης. Σε αυτό το περιβάλλον οι σχολικοί φίλοι K.K. Downing και Ian Hill, ύστερα από αρκετό καιρό που έπαιζαν μαζί, αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια μπάντα, οδηγούμενοι από την λατρεία τους προς τη μεγάλη σχολή του βρετανικού blues και φυσικά τον Jimi Hendrix. Αρχικά, παίζουν μαζί με τον drummer John Ellis, προβάροντας πρωτόλειες συνθέσεις και παίζοντας αρκετές διασκευές σε κοινότητες νέων στο Birmingham. Μια μέρα, καθώς έπαιζαν έξω από το προβάδικό τους, πέρασε ο, καταξιωμένος σχετικά στη μικρή τοπική σκηνή τραγουδιστής, Al Atkins. Η μανία και η ενέργεια με την οποία έπαιζαν τον άφησε έκπληκτο και αποφάσισε στη στιγμή να ενταχθεί στο ανώνυμο ως τότε σχήμα, φέρνοντας μαζί του το όνομα της προηγούμενής του μπάντας, Judas Priest. Ο Atkins, σε παλιότερες φάσεις, όταν έψαχνε μέλη για τις εκάστοτε μπάντες του, έτυχε να βρεθεί μπροστά στον πολύ νέο τότε Downing, αλλά ύστερα από μία πρόβα τον απέρριψε αφού ο κιθαρίστας ήταν τότε πολύ νέος και άπειρος. Η μπάντα με αυτήν την σύνθεση δίνει το πρώτο της live στο St.John’s Hall του Essington στις 16/3/1971. Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς χάνει την θέση του o Alan ‘Skip’ Moore, για να αντικατασταθεί στο τέλος του ίδιου έτους από τον Chris ‘Congo’ Campbell.

 

 

Με αυτήν την σύνθεση η μπάντα δίνει πάρα πολλές ζωντανές εμφανίσεις στην γενέτειρά της άλλα και στις γύρω περιοχές, ενώ μέχρι το φθινόπωρο του 1972 έχουνε παίξει στο Manchester, ακόμα και στο Λονδίνο. Στο τέλος του 1972 ο Al Atkins απογοητευμένος από την οικονομική του κατάσταση και αφού έβλεπε ότι με την μπάντα δεν μπορούσε να ζήσει όπως θα ήθελε, εγκαταλείπει τους υπόλοιπους και βρίσκει μία κανονική δουλειά για να βγάλει τα προς το ζην.

 

 

 

 

Αυτό ήταν σοβαρό πλήγμα για την νεοσύστατη τότε μπάντα και οι Downing και Hill σκέφτονται σοβαρά να το διαλύσουν. Ο Ian εκείνη την περίοδο είχε σχέση με μία κοπέλα την οποία αργότερα παντρεύτηκε, το όνομά της ήταν Sue Halford και είχε αδερφό κάποιον Rob Halford για τον οποίο ακουγόταν ότι ήταν ένας πολύ ικανός τραγουδιστής, μοιάζοντας τότε αρκετά στον Robert Plant των Led Zeppelin, αλλά με καθαρά δικό του χαρακτήρα και προσωπικότητα. Ύστερα από μια πρόβα μαζί του οι Judas Priest τον ενσωμάτωσαν στην μπάντα, παίρνοντας επίσης και τον drummer John Hinch. To 1973 κυλά ανάμεσα σε πολλές πρόβες και ζωντανές εμφανίσεις, στις οποίες παίζουνε τόσο δικό τους υλικό όσο και διασκευές, ενώ σταδιακά δημιουργούν έναν πιο βαρύ ήχο.

 

 

 

 

Το 1974 οι Judas Priest συνεχίζουν να παίζουνε ζωντανά όσο πιο συχνά μπορούν, ενώ έχουν ήδη εμφανιστεί σε Ολλανδία, Γερμανία και Νορβηγία. Σε κάποια από τις εμφανίσεις τους, τους βλέπουνε οι άνθρωποι της μικρής και ανεξάρτητης εταιρείας Gull και τους προτείνουν συνεργασία. Στις 6/4/74 οι Judas Priest υπογράφουν συμβόλαιο με την Gull, ενώ ύστερα από παραίνεση της εταιρείας προσλαμβάνουν τον Glenn Tipton ως 2ο κιθαρίστα. Χρόνος για χάσιμο δεν υπήρχε και κάπου στο 1974 το ντεμπούτο τους, “Rocka Rolla”, σκάει μύτη και το πάρτυ αρχίζει για τα καλά. Η πορεία προς την κορυφή ξεκίνησε και τίποτα δεν θα σταματούσε τους Priest. Επηρέασαν τους πάντες και τα πάντα, ανεξαρτήτως μουσικού παρακλαδιού του metal. Για δείτε και παρακάτω:

 

Bigus Dickus- Victim Of Changes (Sad Wings Of Destiny): Το δεύτερο άλμπουμ των Judas Priest κυκλοφόρησε το 1976. Το εξώφυλλο φιλοτεχνήθηκε από τον Patrick Woodroffe και ήταν το τελευταίο τους με την Gull Records. Διασκευές σε κομμάτια του έχουν γίνει αρκετές, με την συγκεκριμένη όμως των Ελλήνων Bigus Dickus, του 2016, να ξεχωρίζει. “The Ripper”, “Tyrant”, “Genocide” και “Dreamer Deceiver” είναι επίσης κάποια ακόμα πολύ καλά τραγούδια που βρήκαν στέγη στον εν λόγω δίσκο.

 

 

 

Forbidden- Dissident Agressor (Sin After Sin): Σωτήριον έτος 1977 και νέα δισκογραφική η CBS. Τρένο πήγαινε η μπάντα τότε και, χωρίς να πρόκειται για τον καλύτερό της δίσκο, το “Sin After Sin” περιέχει τους δυναμίτες που ακούνε στο όνομα “Starbreaker”, “Sinner” και φυσικά το “Diamonds And Rust”, την ιστορική διασκευή στην τραγουδάρα της ΤΕΡΑΣΤΙΑΣ Joan Baez, το οποίο αρχικά προοριζόταν για το “Sad Wings Of Destiny”, αλλά επανηχογραφήθηκε για το παρόν άλμπουμ. Οι thrashers Forbidden αποδίδουν το δικό τους φόρο τιμής στο “Dissident Agressor” και οι δικοί μας The Silent Wedding στο “Diamonds And Rust”.

 

 

Fates Warning- Saints In Hell (Stained Class): Ενδεχομένως να περιμένατε κάποια διασκευή στο “Exciter”, στο “Beyond The Realms Of Death” ή στο ομώνυμο. Εδώ, οι λατρεμένοι Αμερικάνοι διαλέγουν και μας παρουσιάζουν ένα outsider. Γυρίζουν πίσω στο 1978 και στον 4ο δίσκο των Βρετανών, όπου παρατηρούμε την αλλαγή στην γραμματοσειρά του λογότυπού τους, από την γοτθική, στην γνωστή σε όλους μας που λανσάρουν μέχρι σήμερα.

 

 

Cemetery Dance- Hell Bent For Leather (Killing Machine): Δεύτερο άλμπουμ μέσα στο 1978 από τους Judas Priest και εκτός από το κομμάτι που διασκεύασαν οι Cemetery Dance, μας έσκασαν τότε και τα “Delivering The Goods”, “Evening Star”, “Running Wild” και το ομώνυμο. O εν λόγω δίσκος είναι πιο groovie και κεφάτος και με κάπως πιο διαφορετικό ύφος. Το single “Take On The World” δημιουργεί μεγάλη επιτυχία στην Αγγλία, ενώ είναι το πρώτο από μία σειρά anthems που θα κυκλοφορήσει το συγκρότημα στις εκάστοτε δουλειές του.

 

 

1979 και το “Killing Machine” κυκλοφορεί στην Αμερική με τον λιγότερο προκλητικό τίτλο “Hell Bent For Leather” και περιέχοντας ένα bonus κομμάτι, το “The Green Manalishi” (διασκευή από Fleetwood Mac). Οι ζωντανές εμφανίσεις που είχε κάνει το group στην διάρκεια της περιοδείας του μιξάρονται στο studio του Ringo Starr και κυκλοφορούνε στο τέλος της χρονίας υπό την μορφή live album με τον τίτλο “Unleashed In The East”. Τα φωνητικά του Halford με το προκλητικά τεράστιο εύρος και τις τραβηγμένες όσο-δε-πάει κραυγές επηρεάζουν σωρούς απο τραγουδιστές ενώ η διπλή κιθαριστική επίθεση των Tipton και Downing προκαλεί παραμιλητό στους απανταχού κιθαρίστες. Οι Priest θεωρούνται πλέον ένα underground φαινόμενο.

 

 

Marauder- Metal Gods (British Steel): To 1980 είναι μία σημαδιακή χρονιά για τους Priest, αφού θα αρχίσουν την συνεργασία τους με τον drummer Dave Holland και τον παραγωγό Tom Allom. Και οι δύο θα κάτσουν αρκετά χρόνια και με αυτήν την μορφη το συγκρότημα θα κάνει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Στις αρχές του 1980 οι Priest θα κλειστούν στα ιστορικά Tittenhurst studios του Λονδίνου, μία τεράστια έπαυλη που παλιότερα ήταν κατοικία του John Lennon. Από εκεί θα βγούνε με τον δίσκο που θα τους κάνει διάσημους παγκοσμίως, το “British Steel”. Ο δίσκος είναι πιο απλός, πιο catchy και ρυθμικός, ενώ ταυτόχρονα αφάνταστα heavy. Το single “Living After Midnight” πουλάει εν ριπή οφθαλμού 500.000 κόπιες στην Αμερική, ενώ το άλμπουμ γίνεται πλατινένιο σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι Priest ξεκινάν πολύμηνες περιοδείες στην Αμερική, παίζοντας κάθε βράδυ σε δεκάδες χιλιάδες κόσμου. Οι Marauder μας χαρίζουν μια απολαυστική διασκευή, δεν είναι οι μόνοι όμως καθώς αν ανατρέξετε στην παγκόσμια δισκογραφία από συλλογές με διασκευές, το συγκεκριμένο άλμπουμ πρέπει να έχει διασκευαστεί όλο. Μαζί με τις επανακυκλοφορίες έχει πουλήσει πάνω από 1.000.000 κόπιες στις ΗΠΑ και έβγαλε τα υπερεπιτυχημένα singles “United” και “Breaking The Law”.

 

 

Στο τέλος του χρόνου και αφού έχουν γνωρίσει την αποθέωση σε όλο της το μεγαλείο, μπαίνουν σε ένα studio στην Ibiza για να προετοιμάσουν τον επόμενό τους δίσκο, ο οποίος κυκλοφορεί το 1981 με τον τίτλο “Point Of Entry” και με διαφορετικό εξώφυλλο στην Αμερική. Αν και είναι λιγότερο επιθετικός, πιο μελωδικός και γυαλισμένος, σημειώνει πολύ καλές πωλήσεις, ενώ τον ακολουθούν τεράστιες περιοδείες. Οι Priest ξανακλείνονται στο ίδιο studio στην Ibiza με τον Tom Allom (ο οποίος αναδυκνείεται σε ιδανικό παραγωγό για το γκρουπ) και δουλεύουνε πάνω σε ακόμα ένα δίσκο.

 

 

Helloween- The Hellion / Electric Eye (Screaming For Vengeance): Άλλος ένας δίσκος που σε αφήνει άναυδο. Από την έναρξη καταλαβαίνεις ότι κάτι σπουδαίο θα ακούσεις. Αναμφίβολα ήταν η δεκαετία των Judas Priest. Το πρώτο μισό του 1982 βρίσκει τη μπάντα να ηχογραφεί, ενώ έπειτα μιξάρουν τις ηχογραφήσεις στο Miami και το καλοκαίρι κυκλοφορεί το “Screaming For Vengeance” με τον φτερωτό εκδικητή Hellion στο εξώφυλλο. Η υποδοχή που του επιφυλλάσεται είναι πιο ενθουσιώδης από κάθε άλλη φορά και είναι χαρακτηριστικό ότι για αρκετό καιρό στην Αμερική, αν κάποιος άνοιγε το ραδιόφωνο, σε κάποια φάση θα άκουγε το single “You Got Another Thing Comin’”, που καρφώθηκε για πολλοooυυύς μήνες στην κορυφή των charts. Οι Priest προωθούν το δίσκο με πολλαπλές περιοδείες. “Screaming For Vengeance” και “Bloodstone” επίσης φοβερά, όπως φοβερό είναι και το κομμάτι που παρουσιάζουν οι Γερμανοί powerάδες.

 

 

 

 

Το 1983 οι Priest ύστερα από πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς, θα κάνουν ένα διάλειμμα δίνοντας μόνο κάποιες μεμονωμένες εμφανίσεις. Στο τέλος της χρονιάς θα μπούνε σε studio στην Ισπανία, πάντα με τον Tom Allom, για να προετοιμάσουν τον επόμενό τους δίσκο. Στις αρχές του 1984 κυκλοφορεί το single “Freewheel Burning” ως προπομπός του άλμπουμ, το οποίο εμφανίζεται στις 16 Μαρτίου στα δισκοπωλεία και είναι ό,τι πιο heavy και γρήγορο είχαν να παρουσιάσουν οι Priest μέχρι τότε.

 

Rage- Jawbreaker (Defenders Of The Faith): Στα προαναφερθέντα πρόσθεσε τα “The Sentinel”, “Love Bites”, “Eat Me Alive”, “Night Comes Down” και το ομώνυμο μαζί με το “Heavy Duty” και έχεις ένα δίσκο μπουκιά και συχώριο. Διασκευάρα από τον Peavy και την παρέα του, άλλο ένα power συγκρότημα που ακούει Judas Priest.

 

 

 

Οι αυτοκτονίες:

Το 1985 είναι μία πιο ήρεμη περίοδος για την μπάντα, αλλά σε αυτήν την χρονιά θα συμβούν γεγονότα που θα την θέσουν σε κίνδυνο και θα προκαλέσουν προβλήματα για πολλά χρόνια. Στα μέσα της χρονιάς, δύο νέοι σε μία επαρχιακή πόλη της Αμερικής, οι James Vance και Raymond Belknap, υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών και αντιμετωπίζοντας ψυχολογικά προβλήματα, αυτοκτονούν. Ο Vance επέζησε παραμορφωμένος και πέθανε δύο χρόνια αργότερα από διάφορες επιπλοκές. Στο πικάπ του Vance, λίγο πριν φύγουνε μαζί από το σπίτι του για την μοιραία πράξη, εικάζεται ότι έπαιζε το “Stained Class”. Οι γονείς αναθέτουν την υπόθεση σε δικηγόρους, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι στο τραγούδι “Better By You, Better Than Me” υπάρχουν ανάποδα ηχογραφημένα μηνύματα που ωθούν τον κόσμο στην αυτοκτονία και πείθουν τους γονείς να προχωρήσουν σε μήνυση. Η μπάντα δεν πτοείται και θα συνεχίσει να δουλεύει πάνω στο επερχόμενο άλμπουμ της.

 

 

Ο Rob σοκάρει:

Το 2ο μεγάλο πρόβλημα της μπάντας είχε να κάνει με τον Rob Halford. Όντας ομοφυλόφιλος αρκετά χρόνια ακόμα πριν μπει στο συγκρότημα, όταν οι Priest έγιναν παγκόσμιοι rock stars, βρέθηκε σε μία αρκετά δύσκολη θέση αφού ο ίδιος καταλάβαινε ότι σε μία μπάντα σαν τους Priest, οι οποία στηριζόταν εν μέρει στο macho image, δεν θα μπορούσε να αποκαλύψει την ομοφυλοφιλία του. Οι υπόλοιποι Priest ήξεραν για την κατάστασή του και τον υποστήριζαν μέσα στα όρια του γκρουπ, όμως τον αποθάρρυναν σημαντικά από το να εκδηλώνεται σε φάσεις που ήταν μαζί με το συγκρότημα. Βρισκόμενος σε αδιέξοδο, ο Halford για αρκετά χρόνια κατέφευγε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ειδικά στις περιοδείες, όπου η πίεση ήταν πιο αυξημένη πάνω του. Στις αρχές του 1986, στο Phoenix της Arizona, ύστερα από μία πρόβα με το συγκρότημα που δεν πήγε πολύ καλά, ο Halford βυθισμένος σε κατάθλιψη και απόγνωση, πήρε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό από ηρεμιστικά και βαρβιτουρικά, τα οποία κανονικά θα του είχαν στοιχίσει την ζωή του. Πολύ γρήγορα όμως κατάφερε να συνειδητοποιήσει την κατάσταση του, ζήτησε βοήθεια και μεταφέρθηκε σε ένα κοντινό νοσοκομείο. Στις 6 Ιανουαρίου 1986 ζήτησε και μεταφέρθηκε σε ένα κέντρο αποτοξίνωσης στο Phoenix. Ο δρόμος του όμως προς την απεξάρτηση σύντομα οδήγησε σε σύγκρουση ανάμεσα στην μπάντα αφού, όταν οι Priest πήγανε να τον επισκεφτούν, ο Halford ένιωθε ότι δεν έπαιρναν την άσχημη ψυχολογική του κατάσταση στα σοβαρά. Αυτό ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τον frontman αλλά ήταν αποφασισμένος να επανέλθει δυναμικά με το συγκρότημα.

 

 

 

Το 1986 κυκλοφορεί το 11ο (10η στούντιο κυκλοφορία) άλμπουμ του συγκροτήματος με τον τίτλο “Turbo” και βρίσκει τους Priest αρκετά πιο διαφορετικούς, παρουσιάζοντας ένα image αρκετά διαφορετικό από αυτό που είχε δημιουργήσει η μπάντα τα προηγούμενα χρόνια. Οι synth κιθάρες και τα πολλά πλήκτρα αποθαρρύνουν τους φανατικούς οπαδούς στην Ευρώπη, ενώ ο βρετανικός Τύπος τους κατακρίνει έντονα. H Αμερική συνεχίζει να τους λατρεύει, ίσως πιο πολύ από ποτέ. Η περιοδεία που θα κάνουν δεν περιλαμβάνει για πρώτη φορά την πατρίδα τους και οι Priest χάνουν σημαντική μερίδα των Άγγλων οπαδών τους, οι οποίοι μέχρι τότε υποστήριζαν φανατικά την μπάντα. “Turbo Lover” σίγουρα και από ‘κει και πέρα διαλέχτε από “Rock You All Around The World”, “Parental Guidance” και “Locked In”.

 

 

Το 1987, από ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο σκανδιναβικό σκέλος της περιοδείας του “Turbo”, οι Priest κυκλοφορούν το 2ο live album τους, “Priest… Live!”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Ο δίσκος αν και έχει ένα εξαιρετικό live συναίσθημα, δεν σημείωσε μαζικές πωλήσεις στις βασικές αγορές της μπάντας, αφού είχαν να επισκεφτούν την Αγγλία από το 1984 ενώ στην Αμερική οι οπαδοί αρχίζουν να ασχολούνται πιο πολύ με το thrash metal.

 

 

 

To 1988, οι Priest πλέον έχουν καταλάβει ότι η αλλαγή που προσπάθησαν με το προηγούμενό τους άλμπουμ δεν τους ωφέλησε ιδιαίτερα, επιστρέφουν σε γνώριμα τοπία με το άλμπουμ “Ram It Down”, το οποίο είναι στο γνώριμο heavy metal ύφος τους. Ο Tύπος είναι επιφυλακτικός μαζί τους και στην περιοδεία που ακολουθεί οι Priest ξαναβάζουνε στο πρόγραμμά τους την Αγγλία.

 

 

 

Κατηγορίες και δικαίωση:

Το 1989 είναι δύσκολη χρονιά για τους Priest αφού, καθώς ήταν έτοιμοι να ανέβουν στη σκηνή στο Dallas των Ηνωμένων Πολιτειών, η τοπική αστυνομία τους παραδίδει ένα εξώδικο. Εκεί ανακαλύπτουν ότι κατηγορούνται ως υπεύθυνοι για τις αυτοκτονίες των 2 νέων το 1985. Ξαφνικά βρίσκονται στα δικαστήρια και παλεύουν για να σώσουν την υπόληψή τους, την μπάντα ακόμα και την ίδια τους την ελευθερία. Δεν βοηθάει και ένα γράμμα που είχε γράψει ο James Vance λίγο πριν πεθάνει, στην μητέρα του Raymond Belknap, γράφοντας χαρακτηριστικά ότι: «η μουσική τους, μας δημιούργησε την εντύπωση πως η απάντηση στην ζωή είναι ο θάνατος.» Οι δικηγόροι των οικογενειών εκμεταλλεύονται στο έπακρο αυτό το γεγονός ενώ στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι οι Judas Priest είναι ηθικοί αυτουργοί των αυτοκτονιών, ψάχνουν για ανάποδα ηχογραφημένα μηνύματα στην μουσική της μπάντας και προσπαθούνε να πείσουν ότι οι μουσικοί τα τοποθετήσανε εκεί εσκεμμένα. Η δίκη ξεπερνά κάθε προηγούμενο, με τα ΜΜΕ να δίνουν τεράστια έκταση στο θέμα. Όπως είναι φυσικό, οι διαδικασίες καθυστερούν τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ, ενώ ο drummer Dave Holland αποχωρεί από την μπάντα για οικογενειακούς λόγους. Τελικά το δικαστήριο αποφαίνεται ότι η μουσική των Judas Priest δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις οποιουδήποτε και, ειδικά στις περιπτώσεις των νεαρών, τα ψυχολογικά και οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν καθώς και η σχέση τους με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά ήταν αυτά που έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο. Το συγκρότημα αθωώνεται πανηγυρικά, βγαίνει όμως αρκετά ζημιωμένο από την όλη διαδικασία, τόσο ψυχολογικά όσο και οικονομικά.

 

 

Exarsis- All Guns Blazing (Painkiller): Τι έγινε φίλε αναγνώστη, ψάρωσες; Περίμενες την ομώνυμη διασκευή των ΘΕΩΝ Death ή το “Night Crawler” των Radakka; Μήπως το “A Touch Of Evil” από Lions Share; Tιιιιιι, δεν ξέρεις ποιοί άλλοι το έχουν διασκευάσει; Θα σου πω εγώ, οι Null 'O' Zero. Ανέβα λίγο παραπάνω και ξαναδές ποιό site διαβάζεις. Τα προφανή εδώ δεν κολλάνε. Η έκπλήξη κάνει τη διαφορετικότητα.Το απρόβλεπτο. Και αφού ευλογήσαμε τα γένια μας, πάμε στο ζουμί. Καινούριος drummer στους Priest είναι ο Scott Travis και το Σεπτέμβριο του 1990 κυκλοφορεί το “Painkiller”, προκαλώντας έκρηξη στην παγκόσμια μεταλλική σκηνή, αφού είναι γρήγορο, βίαιο, οργισμένο και εμνευσμένο. Το συγκρότημα με αυτήν την κυκλοφορία κερδίζει πίσω όλους τους παλιούς οπαδούς και αρκετούς καινούριους. Το μεγαλύτερο μέρος του 1991 περνάει περιοδεύοντας, ενώ η μπάντα εμφανίζεται και στο Rock In Rio στην Βραζιλία παίζοντας μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς. Η διασκευή που επιλέχθηκε είναι…είναι…είναι απλά γ@μhστερή από τους Έλληνες thrashers, με το Νίκο Τραγάκη να σπέρνει στα φωνητικά.

 

 

 

Το σοκ του αποχωρισμού:

Το 1992 ο Rob Halford ανακοινώνει ότι αποχωρεί από τους Judas Priest για να ακολουθήσει solo καριέρα. Η metal κοινότητα σοκάρεται, ενώ ο Halford στο καινούριο του σχήμα (Fight) εντάσσει και τον Scott Travis. Το 1993 κυκλοφορεί η συλλογή “Metal Works” που περιέχει 32 τραγούδια της μπάντας, αλλά τίποτα δεν ακούγεται από το συγκρότημα. Η αδράνεια αυτή θα συνεχιστεί μέχρι το 1996.

 

 

 

Τότε, οι Priest ανακοινώνουν πως ψάχνουνε για τραγουδιστή και δέχονται πάνω από 1.000 υποψηφιότητες για να καταλήξουν στους 30 επικρατέστερους. Ο Scott Travis, παρόλο που είχε παίξει στις 2 κυκλοφορίες των Fight, εξακολουθούσε να είναι μέλος των Judas Priest και συμμετείχε στη διαδικασία εύρεσης τραγουδιστή. Το 1996 είχε παρακολουθήσει την συναυλία μίας tribute band στους Judas Priest, τους British Steel, frontman των οποίων ήταν ένας τυπάς ονόματι Tim Owens. Το σετ ήταν 2 ώρες γεμάτες από κλασσικά κομμάτια των Judas Priest και ο Scott Travis έμεινε έκπληκτος από τις ικανότητες και την σκηνική παρουσία του 28χρονου τραγουδιστή. Φεύγοντας από το club, πήρε μαζί του μία βιντεοκασσέτα της συναυλίας και όταν ήρθε η ώρα να πάει στην Αγγλία για να βρει τους υπόλοιπους Judas Priest, την είχε μαζί.

 

Στην αρχή, οι Downing και Tipton αντιμετώπισαν με δυσπιστία την κασέτα, νομίζοντας ότι ο Owens είχε καταφέρει να ντουμπλάρει κάπως την φωνή του και αντί για την δική του έβαλε αυτή του Halford. Η ομοιότητά του σε ορισμένα σημεία με τον πρώην frontman των Priest ήταν τόσο μεγάλη, που η μπάντα κάλεσε αμέσως τον Owens στο Λονδίνο για audition. Ο ίδιος, σε κατάσταση σοκ και αργώντας να συνειδητοποιήσει πόσο κοντά ήταν στο να γίνει frontman της αγαπημένης του μπάντας, φτάνει στο Λονδίνο και εντελώς κουρασμένος από το ταξίδι, ερμηνεύει το “Victim Of Changes” στο studio, μπροστά στους Glenn Tipton και K.K. Downing. Στη μέση περίπου του τραγουδιού ο Tipton, ενθουσιασμένος από τις ικανότητες του Owens, σταματά την κασέτα και του προσφέρει την δουλειά. Ο Owens ζητά να τελειώσει το τραγούδι και μετά τραγουδά και το “The Ripper” που ήταν το επόμενο. Ο τρόπος που αντιμετώπισε το παλιό κλασσικό τραγούδι των Priest κάνει το συγκρότημα να του χαρίσει το ψευδώνυμο ‘Ripper’.

 

 

 

Το 1997 είναι η χρονιά της ανάστασης των Priest, κυκλοφορώντας τον Σεπτέμβριο το άλμπουμ “Jugulator” με τον Tim ‘Ripper’ Owens στα φωνητικά. Το καινούριο υλικό είναι αρκετά πιο διαφορετικό συγκριτικά με το παρελθόν, πιο σκληρό, brutal και mid-tempo. Ο κόσμος καλοσωρίζει τον ‘Ripper’ αλλά το άλμπουμ διχάζει τους οπαδούς. Στην περιοδεία που θα το ακολουθήσει οι Priest θα παίξουν στις μεγαλύτερες αρένες της Ευρώπης και της Αμερικής, αποδεικνύοντας ότι μετά από τόσα χρόνια παραμένουν οι κορυφαία live metal μπάντα.

 

 

 

Το 1998 κυκλοφορεί το “98 Live Meltdown”, το 3ο live album των Priest και η 2η κυκλοφορία με τον ‘Ripper’ στα φωνητικά. Περιέχει 24 τραγούδια και φανερώνει ότι ο ‘Ripper’ συμπεριφέρεται άψογα στις παλιές κλασσικές στιγμές του συγκροτήματος. Το 1999 το συγκρότημα βρίσκεται σε αδράνεια, ενώ το 2000 μπαίνει στο studio για να προετοιμάσει την επόμενη δουλειά του, η οποία κυκλοφορεί το 2001 με τον τίτλο “Demolition” και διχάζει τους οπαδούς τουλάχιστον όσο τους δίχασε το “Turbo”. Οι Priest σε κάποια σημεία προσπαθούν να περάσουν στον κλασσικό τους ήχο κάποια nu-metal στοιχεία που ξενίζουν αρκετά, ενώ δεν γίνεται και κάποια ιδιαίτερη προσέγγιση στο nu-metal κοινό. Ο δίσκος δεν θα τα πάει ιδιαίτερα καλά, αφού στην Αμερική, η οποία ήταν πάντοτε μία τεράστια αγορά για τους Priest, θα πουλήσει μόνο 50.000 κόπιες. Κατά την άποψη του γράφοντος, τραγούδια σαν τα “Machine Man”, “One On One”, “Hell Is Home”, “Subterfuge” μόνο απαρατήρητα δεν περνάνε, ενώ σίγουρα ο δίσκος αξίζει αρκετές ακροάσεις.

 

 

 

Το καλοκαίρι του 2002 οι Priest θα βγάλουν στην αγορά το πρώτο τους live DVD, που περιέχει την ζωντανή εμφανισή που έδωσαν στο Brixton Academy του Λονδίνου κατά την διάρκεια της περιοδείας για το “Demolition”. Το DVD δείχνει ότι οι Priest, 28 χρόνια μετά την πρώτη τους δισκογραφική παρουσία, έχουν την ίδια ενέργεια και τα δίνουν όλα πάνω στην σκηνή. Την κυκλοφορία αυτή ακολουθεί ένα live CD με ηχογραφημένη την εμφάνιση του DVD συν κάποια επιπλέον τραγούδια, μία κυκλοφορία μάλλον αχρείαστη. Για την ιστορία, κυκλοφόρησε υπό τον γενικό τίτλο “Live In London”.

 

 

 

Rob is back:

Καλοκαίρι του 2003 πλέον και οι Judas Priest ανακοινώνουν ότι μετά από πολύχρονες διαπραγματεύσεις, ο Rob Halford επιστρέφει πίσω στο σχήμα για έναν καινούριο δίσκο που θα βγει το 2005 και μία παγκόσμια περιοδεία. Οι Priest δηλώνουν πανέτοιμοι για όλα, θα ξεκινήσουν να γράφουνε το νέο άλμπουμ τους τον Σεπτέμβριο με το line-up του “Painkiller” και θα είναι μία επιστροφή στις ρίζες τους. Αναφέρεται επίσης ότι η μπάντα χώρισε αμοιβαία με τον Tim ‘Ripper’ Owens και του εύχεται καλή συνέχεια στο μέλλον.

 

 

 

Elysion- Angel (Angel Of Retribution): Μαζί με τον Γιάννη Παπανικολάου στα φωνητικά, ακούμε τη διασκευή που επέλεξαν οι Elysion στο δίσκο της επιστροφής των Βρετανών ηγετών, ο οποίος άφησε τους πάντες ευχαριστημένους. Ειδικά το “Lochness” είναι ένα έπος διάρκειας 13:29 λεπτών.

 

 

 

 

Τον Ιούνιο του 2006, ο Halford ανακοίνωσε ότι το επόμενο άλμπουμ θα είχε μία κοινή κεντρική ιδέα η οποία θα είχε να κάνει με τον Γάλλο αστρολόγο του 16ου αιώνα, Νοστράδαμο. Ο δίσκος “Nostradamus” κυκλοφόρησε στις 17 Ιουνίου 2008 γνωρίζοντας ανάλογη επιτυχία με τον προκάτοχό του. Μιλάμε για ένα διπλό δίσκο με 13 κομμάτια στο πρώτο CD και 10 στο δεύτερο. Τον Ιούλιο της επόμενης χρονιάς κυκλοφόρησε το ζωντανά ηχογραφημένο το 2005 και το 2008, “A Touch Of Evil - Live”. Το 2010 κέρδισαν το βραβείο Grammy για την εκτέλεση του “Dissident Aggressor” από το συγκεκριμένο άλμπουμ.

 

 

 

 

Η αποχώρηση του K.K. Downing:

Στα τέλη του 2010, οι Judas Priest ανακοίνωσαν ότι η παγκόσμια περιοδεία Epitaph World Tour, με διάρκεια από τις 7 Ιουνίου του 2011 μέχρι τις 26 Μαΐου του 2012, θα ήταν και η αποχαιρετιστήρια του συγκροτήματος (τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει). Στις 20 Απριλίου του 2011 ανακοινώθηκε η αποχώρηση του κιθαρίστα Κ.Κ. Downing από το συγκρότημα και η αντικατάστασή του από τον Richie Faulkner. Η πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση χωρίς τον Κ.Κ. ήταν για το τηλεοπτικό σόου American Idol στις 25 Μαΐου του 2011, όπου έπαιξαν ένα medley των “Living After Midnight” και “Breaking the Law”.

 

 

 

Μέσα στο 2011 ανακοινώθηκε ότι δούλευαν σε κομμάτια για ένα νέο δίσκο. Ακολούθησε η ανακοίνωση ότι η περιοδεία Epitaph World Tour δεν θα είναι η τελευταία του συγκροτήματος (έλα, δεν θέλω κακίες). Τον Μάρτιο του 2014, κατά την απονομή των βραβείων Ronnie James Dio στο Λος Άντζελες, ο Halford δήλωσε ότι ο νέος δίσκος έχει ολοκληρωθεί και ο τίτλος “Redeemer of Souls” ανακοινώθηκε ένα μήνα αργότερα. Το νέο άλμπουμ ανέβηκε στην έκτη θέση του Billboard των Ηνωμένων Πολιτειών, πουλώντας 32.000 αντίτυπα κατά την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του. Δικαίως θα λέγαμε, καθώς τα “Dragonaught”, “Redeemer Of Souls”, “Halls Of Valhalla”, “Sword Of Damocles” και “Battle Cry” σκίζουν.

 

 

 

Στις 25 Μαρτίου του 2016, κυκλοφόρησε το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ “Battle Cry”, ηχογραφημένο μπροστά σε 85.000 θεατές στο φεστιβάλ Wacken Open Air. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, ο Rob σε συνέντευξή του γνωστοποίησε ότι ο επόμενος δίσκος των Judas Priest θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2017. Παρ' όλα αυτά, τον Μάρτιο του 2017 έγινε γνωστό ότι ξεκίνησε η παραγωγή του άλμπουμ και θα κυκλοφορήσει στις 9 Μαρτίου 2018. Το “Firepower” λοιπόν, παιδιά μου, είναι το τελευταίο πόνημα των Βρετανών και έχει ήδη σκορπίσει ντελίριο ενθουσιασμού σε γραφιάδες και οπαδούς. “Rising From Ruins”, “Firepower”, “Lightning Strike” είναι κάποια νέα κομμάτια που περιλαμβάνονται στο τρέχον setlist της μπάντας, ενώ ο Δημήτρης Αλόρας τα λέει ακόμα καλύτερα εδώ. 

 

 

 

 

Judas Priest και Ελλάδα:

H παρθενική τους εμφάνιση έλαβε χώρα το 2001 στο Rockwave του ΟΑΚΑ, έστω και χωρίς τον original frontman αλλά με τον Τim στα φωνητικά. Ο Rob και οι Judas όμως, μας ξαναεπισκέφθηκαν το 2004 στη Μαλακάσα για μια ιστορική συναυλία και ταυτόχρονα την πρώτη φορά που ο γράφων ήρθε σε ζωντανή επαφή μαζί τους. Ακολούθησε η εμφάνισή τους, ξανά στο Terra Vibe στις 9/7/2008. Έπρεπε να περιμένουμε 3 χρόνια για να περάσει η Epitaph World Tour από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, μαζί με Whitesnake και Οpeth παρακαλώ (Γιώργο ακούς;) στην Πλατεία Νερού, ενώ η τελευταία τους εμφάνιση ήταν πριν από 3 χρόνια, ξανά στα γνώριμα λημέρια του Rockwave και του Terra Vibe.

 

 

 

Έχουν πει για τους Priest:

«Οι Judas Priest, κυρίες και κύριοι, δεν είναι metal. Είναι rock 'n' motherfuckin' roll!» (Brent Hinds, Mastodon)

«Η επιστροφή του Rob στους Judas Priest οφέλησε πολύ εμένα και την καριέρα μου.» (Tim Owens, πρώην Judas Priest, Iced Earth κ.α.)

«Αυτό το ξυράφι είναι στο εξώφυλλο του “British Steel”, του εμβληματικού δίσκου των Judas Priest και ενός από τους καλύτερους στη μουσική.» (Dimebag Darrell, Ρantera, μετά από ερώτηση που του έγινε για το αν το ξυραφάκι στο λαιμό του το φοράει για να ‘μετράει’ την κοκαΐνη)

«Τρέφω απεριόριστο σεβασμό για τους Judas Priest από τότε που ήμουν στο Λύκειο. Τους άκουγα φανατικά, το “Point of Entry” είναι το αγαπημένο μου. Θα είναι πολύ ωραίο το να περιοδεύσουμε μαζί.» (Damon Johnson, Black Star Riders, για την κοινή περιοδεία με Saxon και Priest στη Βόρεια Αμερική τον περασμένο Μάρτιο)

«Οι Judas Priest και άλλα συγκροτήματα ήταν από τα πιο σκληρά της εποχής και με αυτά ξεκίνησα.» (Σάββας Κωφίδης)

+ 1 bonus: «Ήμουν μεγάλος οπαδός της Lady Gaga απ’ όταν ξεπήδησε στη μουσική σκηνή. Απλά λατρεύω ό,τι αντιπροσωπεύει αυτή η Lady. Πρώτα και κυριότερα, η φωνή της είναι φανταστική. Την αγαπάω τη φωνή της. Είναι φτασμένη μουσικός: παίζει πιάνο πολύ καλά και γράφει εξαιρετικά τραγούδια. Είναι, επίσης, μια αχτίδα ελπίδας για πολλούς ανθρώπους στον κόσμο.» (Rob Halford)

 

Έτσι έχουν τα πράγματα με τους Judas Priest, τους οποίους θα απολαύσουμε ξανά σε λίγες μέρες μαζί με τους Accept του πολύ καλού “The Rise of Chaos” και Sabaton, ένα χρόνο και κάτι από την τελευταία τους εμφάνιση στη χώρα μας, τους τεράστιους Saxon με τις back to back δισκάρες “Battering Ram” και “Thunderbolt” και τους Έλληνες της παρέας Foray Between Ocean, Null'O'Zero και Jacks Full. Μείνετε συντονισμένοι με το πέρας του μεταλλικού διημέρου για ανταποκρίσεις και σχόλια.

 

 

 

 

 

Για το Rock Overdose,
Μιχάλης Τσολάκος

Comments