Ανταπόκριση: The Temple , Acid Mammoth Live @ Death Disco, Αθήνα (17/12/2022)

 

Αιφνιδιαστικά ήρθε η ανακοίνωση αυτής της συναυλίας στο Death Disco στου Ψυρρή , όπως αιφνιδιαστικά έσκασε μύτη στα τέλη της χρονιάς το δεύτερο φοβερό άλμπουμ των The Temple με τίτλο “Of Solitude Triumphant”.

 

Tο «Doom δίσκος της χρονιάς» θα ήταν… understatement που λένε και οι ξένοι, καθώς έπιασε εξ’απίνης άπαντες και ειδικά τους λάτρεις του είδους που παραμένουν λίγοι και καλοί. Τι καλύτερο λοιπόν από το να… εορταστεί το γεγονός (doom και γιορτή λίγο αντίθετες έννοιες, αλλά γιατί όχι άλλωστε), και τι ακόμα καλύτερο από την συνοδεία των φοβερών Acid Mammoth, σε μια συναυλία που τελικά διήρκησε σχεδόν δυο ώρες. Σαββατόβραδο κιόλας, συνεπώς τι καλύτερο να συνδυαστεί και με βραδινή έξοδο για όσους μπορούσαν (ο υποφαινόμενος δεν ήταν μεταξύ αυτών). Το πώς έδεσαν μεταξύ τους οι δυο μπάντες η μία μετά την άλλη ήταν κάτι πολύ όμορφο και δείχνουν ότι στην Ελληνική σκηνή υπάρχει χρυσάφι που μπορεί να ανακαλυφθεί από όποιον θέλει, ακόμα κι αν κάποιοι το θεωρούν ακατέργαστης μορφής. Με χαρά είδα επίσης να έχει αρκετό κόσμο το γνωστό στέκι, δείγμα ότι υπάρχουν κάποιοι που στηρίζουν με έργα και όχι λόγια και ότι είναι και σε θέση να αναγνωρίσουν σχετικά άμεσα τι πραγματικά αξίζει και όχι τι υποτίθεται τελικά.

 

Πρώτοι σκάνε οι Acid Mammoth στη σκηνή και με πολλή μεγάλη έκπληξη, βλέπω ότι ο ήχος εξ’αρχής είναι σούπερ. Όχι ότι είχα ποτέ παράπονα από τον χώρο, το αντίθετο, κι απ’ότι βλέπω μάλιστα ευνοεί και τις βαριές συχνότητες, καθώς έχω δει live-άρα Kamchatka εκεί μέσα και είχα καταχαρεί. Οι ΑΜ κινούνται στο ευρύτερο Sabbath-ικό φάσμα επιρροής όπως (δις;)εκατομμύρια άλλοι εκεί έξω και όχι μόνο δεν το κρύβουν, αλλά περήφανα το αφήνουν να φανεί στον ήχο τους. Για την ακρίβεια και πέρα της επιρροής των Πατέρων του ήχου από το Birmingham, είναι τόσο άκρατη η Saint Vitus αύρα τους που προσωπικά κάνουν την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα για τους αντίστοιχους Πατέρες του doom ήχου στην Αμερική (μαζί με τους Pentagram και Trouble προφανώς). Πάρα πολύ δεμένοι μεταξύ τους, κι όχι μόνο διότι το ήμισυ της μπάντας είναι οικογενειακή υπόθεση με πατήρ και υιό Χρήστο Μπάμπαλη να ξερνάνε ριφφάρες σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Μάλιστα ο πατήρ Μπάμπαλης φορούσε κι ένα πολύ ωραίο μπλουζάκι που έγραφε Heavy Riff Dealer και πως όχι, καθώς δίνουν βασική βαρύτητα στο στοιχείο το οποίο πρέπει να πρωτεύει σε κάθε συγκρότημα ανεξαρτήτως είδους, διότι σ’αυτή τη ζωή, χωρίς το Άγιο riff να τον συνοδεύει, ουδείς τεκνοποίησε.

 

Το στυλ τους είναι ανέμελο αλλά παράλληλα έχουν φοβερή «βρωμιά» που είναι καλοδεχούμενη και ακούσαμε κομμάτια από την αρχή της καριέρας τους μέχρι και το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους “Caravan”. Από τα παλιά “They Live” και “Tree Of Woe”, το οποίο όπως προδίδει κι ο τίτλος του, είναι άμεσα επηρεασμένο από την ταινία Conan The Barbarian (40 χρόνια και συνεχίζουμε), στα νεότερα “Berserker” και “Caravan”, οι Acid Mammoth δείχνουν γιατί παραμένουν ποιοτικοί και μια μπάντα που ήδη έχει αρχίσει ο κόσμος να κυνηγάει να δει σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Τη φορά αυτή ίσως και λόγω της πιο «οικογενειακής» ατμόσφαιρας μέσα στο χώρο, τους απόλαυσα ακόμα περισσότερο, όντας πιο κοντά στη σκηνή από άλλες φορές και κρίνω ότι όσο δουλεύουν με μεράκι και με αγάπη γι’αυτό που κάνουν, μόνο ανάλογης ποιότητας δουλειές και συναυλίες θα μας προσφέρουν. Ξέρουν πολύ καλά από μόνοι τους τι πρέπει να κάνουν και ελπίζω μέσα στο ’23 να μας προσφέρουν κι αυτοί νέα δουλειά. Αποχωρούν από τη σκηνή μέσα σε χειροκροτήματα και στη συνέχεια σχηματίζονται μικρά πηγαδάκια μέχρι να έρθει η στιγμή να βγούνε οι The Temple, με αρκετούς γνωστούς μέσα στο χώρο και μάλιστα πολλούς από άλλα συγκροτήματα της σκηνής, σωστό κι έμπρακτα αντρίκειο support.

 

Τα φώτα σβήνουν, κεριά ανάβουν σιγά-σιγά (γιατί ο σωστός ο doomster τιμάει την παράδοση που ξεκίνησαν οι Candlemass), ήχοι εκκλησιαστικοί συρρέουν με την εισαγωγή του “Me To Lychno Tou Astrou” και είμαστε σιγά-σιγά έτοιμοι για αυτό που ακολουθεί με την πλήρη παρουσίαση του δίσκου. «Είμαστε οι The Temple από τη Θεσσαλονίκη και παίζουμε doom metal» είναι ο συνήθης πρόλογος κάθε εμφάνισης τους και το ίδιο έγινε και εδώ. Το “The Foundations” είναι το μεγάλο κομμάτι του δίσκου και ξεκινάει ιδανικά την πορεία της συναυλίας, καθαρός ο ήχος που εξυπηρετεί πλήρως τον ήχο, με τη μπάντα να εξομολογείται μετά ότι δεν είχε πλήρη εικόνα πως ακούστηκε αλλά το βέβαιο να είναι ότι δεν υπήρξε το παραμικρό παράπονο, ηχητικά πάντα διότι παικτικά εκεί ήταν δεδομένα όλα άψογα. Μπροστάρης φυσικά ο Father Alex σε μπάσο και φωνή, συνοδευόμενος από τους δυο κιθαρίστες σε σημεία που τραγουδούν όλοι μαζί υμνικά και δυνατά, όπως δυνατά είναι και τα τύμπανα και η εμφάνιση τους πάει καροτσάκι μέχρι τέλους. Νομίζω ότι με τα μέχρι τώρα δεδομένα, το “Reborn In Virtue” είναι το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου και σίγουρα ένα από τα κορυφαία της χρονιάς, αλλά είναι τέτοιο το σύνολο που σίγουρα αδικώ τα υπόλοιπα αδέρφια του.

 

Το βέβαιο είναι ότι μιλάμε για δίσκο και σύνολο που είναι έτσι τοποθετημένα τα κομμάτια που όχι απλά σε κρατάει μέχρι τέλους σε εγρήγορση (κι ας είναι doom άλμπουμ, εγρήγορση δε σημαίνει να είσαι στην τσίτα), έτσι έρχεται μετά από 50’ σχεδόν ένα μεγαλειώδες τέλος βραδιάς με το “The Lord Of Light”, το οποίο όχι απλά συνοψίζει άψογα την εμφάνιση αυτή, αλλά αποτελεί σημείο αναφοράς στην ως τώρα καριέρα των The Temple και γιατί όχι, μια πιθανή ματιά στη μελλοντική τους εξέλιξη. Θα σταθώ σε κάτι που μου είπε ο εκ των παρευρισκομένων Γιώργος Εμμανουήλ των Lucifer’s Child, «Είναι φοβερό άλμπουμ το οποίο θα ακουστεί πολύ ακόμα και θα κάνει τη διαφορά». Κι επειδή πολλές φορές οι δημιουργοί τα λένε πολύ καλύτερα από εμάς τους οπαδούς, η ευγενής άμιλλα στη συγκεκριμένη περίπτωση πιστεύω ότι το αποτυπώνει όσο καλύτερα γίνεται. Έχοντας παρακολουθήσει την εξέλιξη των The Temple, θα ήταν ψέμα να πω ότι περίμενα τέτοιο δίσκο, αλλά νομίζω ότι και οι ίδιοι μάλλον δεν περίμεναν να κάνουν κάτι ανάλογο και στο χέρι τους είναι να γευτούν τους καρπούς του αρχικού σοκ που έχει προκαλέσει και να χτίσουν πάνω σ’αυτό. Μια ιδανική συναυλία με δυο εξαιρετικές μπάντες-πολυτέλεια για όλη την Ελληνική σκηνή.

 

Εύχομαι και στα δυο συγκροτήματα ότι καλύτερο, πρωτίστως γιατί το αξίζουν και να συνεχίσουν σε ανάλογα βήματα στο μέλλον. Περάσαμε υπέροχα κι ελπίζουμε σε ανάλογα θεάματα προσεχώς από δικές μας μπάντες. Τα παιδιά έδειξαν το δρόμο, στο χέρι των υπολοίπων είναι αν θα ακολουθήσουν ή αν θα μείνουν στάσιμοι.

 

 

Για το RockOverdose,

Άγγελος Κατσούρας 

 

 

Comments