Βραδιά γλυκιάς gothic μελαγχολίας στην βροχερή Αθήνα
Όσοι ασχολούνται έστω και ελάχιστα με την darkwave, gothic σκηνή οι Clan of Xymox θα τους είναι σίγουρα γνωστοί καθότι είναι ενεργοί από το 1985 (από το 1989 - 93 ως απλά “Xymox”), με το ύφος τους να κυμαίνεται ανάλογα με το άλμπουμ από gothic rock, darkwave - synthpop. Ιδιαίτερα δε, το ελληνικό κοινό δεν θα πρέπει να έχει παράπονο από το εν λόγω συγκρότημα καθότι έχουν παίξει στην χώρα μας άλλες 14 φορές (13 εκ των οποίων στην Αθήνα) από το 1999! Για άλλη μία φορά ο αειθαλής 63-χρονος Ronny Moorings (Ronald Moerings) και η «παρέα» του θα ταξίδευαν το αθηναϊκό κοινό σε ηλεκτρονικές μελαγχολικές ατραπούς. Η συναυλία ήταν sold-out ήδη από το Σάββατο 22/3, όπως είχα πληροφορηθεί από ανθρώπους του club, στο οποίο είχα παρευρεθεί για την εκπληκτική συναυλία των Silent Winter, Wildfire. Και πώς να μην ήταν άλλωστε! Για αυτόν το λόγο προσπάθησα να είμαι σχετικά νωρίς στον συναυλιακό χώρο. Μεταξύ του ακροατηρίου, ως είθισται σε τέτοιες συναυλίες, υπήρχαν κοπέλες έντονα gothic μακιγιαρισμένες, όχι όμως τόσες όσο παλαιότερα. Επίσης υπήρχαν και αρκετοί με heavy metal t-shirts, ένδειξη της μουσικής ώσμωσης του είδους σε αρκετούς μεταλλάδες, οι οποίοι αν και τους αρέσει ως ένα βαθμό η εν λόγω μουσική, έχουν εκφράσει τις (δικαιολογημένες) ενστάσεις τους για την παρακολούθηση τέτοιων συναυλιών, δεδομένου ότι τα συγκροτήματα του χώρου έχουν πολλά samples, προ-ηχογραφημένα μέρη και γενικότερα computerized μουσική, γεγονός που εμποδίζει ή τουλάχιστον περιορίζει πολύ τους αυτοσχεδιασμούς. Τα drums όταν παίζονται ζωντανά είναι πολύ «επίπεδα» (ούτε ρολαρίσματα, ούτε μπότες, πολλώ δε μάλλον δίκαση, ούτε hi-hat). Και το εύλογο ερώτημα είναι «ποια η διαφορά ανάμεσα στην ζωντανή εκτέλεση από την στούντιο (υπό την σχετική ένταση αρκετών ντεσιμπέλ)?». Νομίζω ότι μία συναυλία έστω και έτσι (δηλ. με προ-ηχογραφημένα μέρη) έχει την αξία της.
Η συναυλία ξεκίνησε ακριβώς στις 9 με τους Tango Mangalore. Πρόκειται για το προσωπικό σχήμα του Γιάννη Σιντελή, ο οποίος ως μέχρι πρότινος ναυτικός συνέθετε και επεξεργαζόταν τα τραγούδια είτε εν πλω, κυρίως όμως στα διαστήματα όταν ξεμπαρκάριζε. Όσον αφορά το περίεργο όνομα του σχήματος, προέκυψε όταν είχε ήδη συνθέσει τα 3 πρώτα τραγούδια σε ένα Midi Controller το 2012 σε ένα ταξίδι από την Τανζανία προς το Mangalore (πόλη στην νότιο Ινδία), στην οποία έτυχε να ακούσει εκκλησιαστικό όργανο σε έναν ναό, γεγονός που τον συγκλόνισε και την ίδια μέρα πήγε μαζί με συναδέλφους για μάθημα tango ("άκυρο πράγμα", χωρίς λογική ιδίως στην Ινδία, όπως ανέφερε και ο ίδιος), οπότε αυτός ο παράξενος συνδυασμός ήταν το έναυσμα για την γέννηση του ονόματος του σχήματος. Πάντως παρ’ όλους τους εργασιακούς περιορισμούς ο Γιάννης υπήρξε αρκετά παραγωγικός καθώς μέχρι στιγμής έχει κυκλοφορήσει 4 πλήρεις κυκλοφορίες, 3 EPs καθώς την συλλογή «One Fathom Heart» με ακυκλοφόρητο ως τότε υλικό.

Στο πρώτο κομμάτι έπαιξε ένα όργανο το οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Το έψαξα λίγο και το όργανο ονομάζεται “Omnichord” και είναι η ηλεκτρονική εξέλιξη του “autoharp”, το οποίο πρωτοκατασκευάστηκε το 1882 και είναι σαν κανονάκι ή σαντούρι με συγχορδίες. Για εμάς τους μεταλλάδες που δεν είμαστε και πολύ εξοικειωμένοι με τον ηλεκτρονικό ήχο αυτά μας φαίνονται «κινέζικα» ή το πολύ – πολύ «ψιλά γράμματα». Πάντως ο ήχος του ακουγόταν ενδιαφέρον.

Τα κομμάτια της μουσικής που παίχτηκε ακροβατούσαν ανάμεσα στα πιο beat-ατα (με πολλά «μπλιμπλίκια») και τα πιο λυρικά (τα πιο χαμηλού προφίλ). Προσωπικά προτιμούσα τα δεύτερα όπου διέκρινα ότι ο Γιάννης είναι ένας γνήσιος λυρικός gothic - dark wave καλλιτέχνης, πολύ εκφραστικός, με πολύ ενσταντική και «πολύχρωμη» φωνή, η οποία αποτυπώνει τέλεια το αίσθημα γλυκιάς μελαγχολίας και αγωνίας το οποίο αποπνέει η μουσική του. Ενώ σε κάποια τραγούδια ο τρόπος που τραγουδά μοιάζει λίγο στον τεράστιο Nick Cave, ενώ σε άλλα εκφράζει την punk «αηδία». Η ναυτιλία μπορεί να έχασε έναν καπετάνιο. Δεν πειράζει, υπάρχουν αρκετοί. Η ελληνική gothic - dark wave σκηνή όμως κέρδισε έναν αξιόλογο καλλιτέχνη! Αποχώρησε καταχειροκροτούμενος αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Δεν τους είχα ακούσει ποτέ ζωντανά και μπορώ να πω ότι live η μουσική τους ακούγεται καλύτερα απ’ ότι στούντιο. Ενώ αρχικά είχα τις επιφυλάξεις μου, όμως μετά το πέρας του σετ έχω να δηλώσω ότι όχι μόνο για τους λάτρεις, αλλά και τους απλούς φίλους του είδους συστήνω ανεπιφύλακτα να παραστούν σε συναυλία του. Συνολικά το σετ διήρκησε ~ 45’ και παίχτηκαν 8 κομμάτια. Με εξαίρεση το πρώτο εισαγωγικό κομμάτι (που ήταν από ακυκλοφόρητο υλικό) και την διασκευή των Cinema Strange, τα υπόλοιπα 6 κομμάτια ήταν από το τελευταίο άλμπουμ τους (του 2024) “re-VaMp”, που θεωρώ ως την καλύτερη μέχρι στιγμής κυκλοφορία τους.
Tango Mangalore setlist
1 Intro (από ακυκλοφόρητο υλικό)
2 Séance (for the dearly departed)
3 Wry Observer
4 Re-VaMp
5 Adio Capitan!
6 Thelema
7 The Toad Curse and Ηow it Perished in Flames (διασκευή Cinema Strange)
8 Kelp of Discontent

Ακολούθησε διάλειμμα διάρκειας ~ 20’ για να ξεστηθεί όλος ο ηλεκτρονικο-μουσικός εξοπλισμός (και το τραπέζι) με τον Γιάννη να δείχνει να αγχώνεται και για αυτό, καθότι ο εξοπλισμός και τα καλώδια ήταν κάπως περίπλοκα και τουλάχιστον στην αρχή πεπλεγμένα (μέχρι να αποσυναρμολογηθούν τα πρώτα). Επιπλέον έπρεπε σχετικά σύντομα να στηθεί και ο αντίστοιχος εξοπλισμός των Clan of Xymox. Αίσθηση προκάλεσε μία βοϊδοκεφαλή (αγελαδοκεφαλή) στα αριστερά της σκηνής (σαν ντεκόρ ταινίας στην έρημο της Νεβάδα ή στο Τέξας).
Λίγο μετά τις 10 εμφανίστηκαν στην σκηνή με πρώτο τον μεγαλόσωμο Sean Göbel να προκαλεί αίσθηση με γάντια laser, ακολουθούμενο από τους Daniel Hoffmann, Mario Usai και μετά από λίγο εισήλθε καταχειροκροτούμενος ο Ronny Moorings υπό τους ήχους του “Stranger”. Σημειωτέο ότι στην παρούσα περιοδεία δεν συμμετείχε η σύντροφος του και μπασίστρια Mojca Zugna. Χρέη μπασίστα διατέλεσε σε κάποια τραγούδια ο Mario. Τα υπόλοιπα 3 μέλη (πλην του Ronny) πρακτικά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έπαιζαν πλήκτρα. Ο Ronny ήταν αρκούντος επικοινωνιακός και προλόγιζε το κάθε τραγούδι ενώ έκανε ιδιαίτερη αναφορά αρκετές φορές στο Αθηναϊκό κοινό. Και πώς να μην έκανε άλλωστε, τόσες φορές έχουν παίξει στην Αθήνα! Νομίζω ότι το κοινό άρχισε να είναι πιο εκδηλωτικό μετά το 3ο τραγούδι, το κάπως πιο beat-άτο “There's No Tomorrow”, όπου οι επιδοκιμασίες, τα ρυθμικά χειροκροτήματα κτλ ήταν πιο έντονα. Μεταξύ των άλλων ο Sean έπαιζε ηλεκτρονικά drums με πράσινες φωσφοριζέ μπακέτες. Το κέφι ελαττώθηκε ελαφρώς στο επόμενο νέο τραγούδι “X-Odus”, όπου και αυτό ήταν beat-άτο, αλλά πιο επίπεδο. Ευτυχώς όμως η διάθεση ανέβηκε με ένα σερί ποιοτικότερων τραγουδιών που όπως είπε ο Ronny αναφέρονται σε υποθετικές σχέσεις (και υποθετικές να μην ήταν δεν θα το πει δημόσια γιατί θα τον κυνηγάει η Mojca) όπως: "Your Kiss", "Jasmine & Rose" (από τα καλύτερα τραγούδια τους και ίσως το πιο “Sister-ικο”), "Louise" (κλασσικό τους, ατμοσφαιρικό, πιο dark wave, από το μακρινό 1986) και "Emily". Την εισαγωγή του οποίου έκανε ο Sean με ένα μικρό φορητό αρμόνιο με λαμπάκια προσεγγίζοντας το κοινό, το οποίο και έδειξε να ενθουσιάζεται και δικαίως γιατί κατ΄ εμέ γιατί ήταν από τα καλύτερα τραγούδια της συναυλίας. Όπως είπε και ο Ronny κυκλοφόρησε το 2009 και ως εκ τούτου η "Emily" θα μπορούσε να είναι κόρη της "Louise" (1986).


Ακολούθησε ένα σερί από πιο πρόσφατα τραγούδια που άλλους τους ενθουσίαζαν, άλλους όχι τόσο όπως: “All I Ever Know” (με καλό beat που δεν ξετρελαίνει όμως), “Loneliness” (πιο gothic, dark wave, αρκετά καλό τραγούδι), “Suffer” (του 2024 και αυτό με καλό beat και ενδιαφέρον θέμα στα πλήκτρα) και “She”. Το συγκεκριμένο αν και κυκλοφόρησε το 2020, η dark wave τεχνοτροπία του παραπέμπει στα 80ties, από τα καλύτερα τραγούδια του σετ τους με πολύ καλό ρυθμό. Το “She” ίσως ήταν η «γέφυρα» για να μας πάνε πίσω στο χρόνο στο μακρινό 1985 με ένα από τα πρώτα τους τραγούδια, το κλασσικό “A Day” με τον Mario να αναλαμβάνει το μπάσο. Ρίγη ενθουσιασμού από τους οπαδούς τους! Αποχαιρέτησαν (προς το παρόν) το ακροατήριο για να επιστρέψουν μετά από λίγο για το πρώτο encore με το “Blood of Christ”, ακολούθησε το “You're the One”, το οποίο το αφιέρωσαν στο «μοναδικό» ελληνικό κοινό και τέλος άλλο ένα θρησκευτικού περιεχομένου τραγούδι που αναφέρεται στην Παναγία, το “Hail Mary”. Ο Ronny προλογίζοντας ανέφερε ότι κατά την περιήγηση του στην Αθήνα είδε πολλές μικρές εκκλησίες συμπεραίνοντας ότι οι Έλληνες είναι εξοικειωμένοι με το θέμα αυτό. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι σε αντίθεση με άλλα συγκροτήματα του είδους (π.χ Christian Death και πολλά άλλα), οι Clan of Xymox παρόλο που δεν είναι χριστιανικό συγκρότημα (αλλά ούτε και αντιχριστιανικό) καταπιάνονται με θρησκευτικά θέματα.


Σύντομη αποχώρηση από σκηνής με το κοινό να τους καλεί να επιστρέψουν, όπερ και εγένετο για το δεύτερο encore το οποίο περιελάμβανε (ως αναμένετο) και παλαιότερα κλασσικά τους κομμάτια, τα: “This World” και “Obsession”. Προσωπικά αν και κλασσικά τους δεν με πολύ-ενθουσιάζουν, έχουν βγάλει και καλύτερα. Έκλεισαν με το “In Love We Trust”, όπου ο Ronny για να παινέψει το ελληνικό κοινό προλογίζοντας το ανέφερε: “In you we trust”!


Ολοκλήρωσαν το σετ τους λίγο μετά τα μεσάνυχτα παίζοντας συνολικά 19 τραγούδια σε περίπου 115’. Ικανοποιητικά από πλευράς ποσότητας (και ποιότητας). Επίσης ήταν πολύ τιμητικό το γεγονός ότι λίγο μετά το πέρας της συναυλίας τα μέλη του συγκροτήματος θα υπέγραφαν και θα μιλούσαν με το κοινό στον χώρο του merchandise. Δυστυχώς αν και θα το ήθελα πολύ, δεν παρέμεινα στο club δεδομένου ότι η επόμενη ημέρα ήταν εργάσιμη και ίσα που πρόλαβα τον τελευταίο συρμό του μετρό. Το γεγονός ότι έχουν παίξει στην χώρα μας 14 φορές μαρτυρά ότι έχουν αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση με το ελληνικό κοινό και αντίστροφα. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι συνάντησα κάποιον οπαδό τους που τους είχε δει σχεδόν όλες τις φορές που έχουν παίξει στην Αθήνα! Και πόσοι ακόμη θα υπήρχαν που θα τους είχαν δει αρκετές (π.χ. πάνω από 10)! Βγαίνοντας από την αίθουσα είχα την αίσθηση ότι για άλλη μία φορά συγκρότημα και κοινό ευχαριστήθηκαν την συναυλία, γεγονός που φάνηκε από τις αντιδράσεις (ρυθμικά χειροκροτήματα, χοροί, λικνίσματα κτλ. Σε gothic, dark wave κοινό αναφερόμαστε. Δεν είναι ούτε thrash ούτε death να έχουμε crowdsurfing ή stage diving). Στο μετρό όμως συνάντησα οπαδούς που μου εξέφρασαν παράπονα για το setlist, ότι έπρεπε να παίξουν περισσότερα από τα παλιά τους, κτλ. Παράπονα τέτοιου τύπου πάντα υπάρχουν (και θα υπάρχουν). Προσωπικά πιστεύω ότι έπρεπε να εξισορροπήσουν ανάμεσα σε παλιά - νέα, dark wave - synthpop κτλ και νομίζω ότι κράτησαν τις ισορροπίες. Έπαιξαν 6 τραγούδια προ του 2000, 4 καινούρια (του 2024) και 4 από το “In Love We Trust” (του 2009), το οποίο φαίνεται ότι προκρίνουν ως την καλύτερη κυκλοφορία τους (τουλάχιστον μετά το 2000). Επίσης στο setlist ως τελευταίο ήταν γραμμένο το “Farewell” (που δεν έπαιξαν) καθώς και άλλα 5 (με μικρότερη γραμματοσειρά). Ήδη βάσει προγράμματος είχαν κάνει χρονική υπέρβαση πλέον του ενός τετάρτου, πόσο θ α έπαιζαν ακόμη? 2,5 ώρες? Εκτός εάν τα 5 αυτά κομμάτια ήταν κάποιο είδος plan B, εάν «στράβωνε» κάτι με κάποιο τραγούδι (π.χ. στα προ-ηχογραφημένα ή κάτι άλλο) να έχουν εναλλακτική.
Προσωπικά (και πιστεύω ότι εκφράζω μεγάλο μέρος του ακροατηρίου) ήμουν ευχαριστημένος από τη απόδοση τους. Να είναι (και να είμαστε) υγιείς να τους απολαύσουμε αρκετές φορές ακόμη!
Clan of Xymox setlist
01 Stranger
02 Love Got Lost
03 There's No Tomorrow
04 X-Odus
05 Your Kiss
06 Jasmine & Rose
07 Louise
08 Emily
09 All I Ever Know
10 Loneliness
11 Suffer
12 She
13 A Day
------ Encore -------
14 Blood of Christ
15 You're the One
16 Hail Mary
------ Encore 2 ---------
17 This World
18 Obsession
19 In Love We Trust
Για το RockOverdose,
Κείμενο/Φωτογραφίες: Παναγιώτης Παπανδρεόπουλος









