Μετά το δεύτερο σερί sold out των Ημισκουμπρίων και την Κυριακάτικη συναυλία του Παύλου Παυλίδη, θα επιστρέφαμε στην Πλατεία Νερού για σκληροπυρηνικούς αυτή τη φορά ήχους. Το punk των εφηβικών μας χρόνων από τους κλασικούς και σεβάσμιους Τhe Offspring και Βad Religion θα πλαισιωνόταν ιδανικά από το punk της νέας εποχής των Ηigh Vis σε ένα εκρηκτικό απόγευμα, που έγλειψε τα όρια του sold out.

Από τα σοκάκια του Λονδίνου στην άπλα του Φαλήρου βρέθηκαν οι High Vis και από το πρώτο δευτερόλεπτο έδειξαν ότι είτε σε μικρή, είτε σε μεγάλη σκηνή θα τα “σπάνε”. Ο frontman τους Graham Sayle είναι παιδί του Liverpool βέβαια και η “λιμανίσια” προσέγγιση του έδωσε λίγο παραπάνω edge στην εμφάνιση τους. Για του λόγου το αληθές, δε σταμάτησε λεπτό να τριγυρίζει τη σκηνή και να χτυπιέται μανιασμένα. Το πολυσυλλεκτικό post (μάλλον) punk τους μπορεί να είναι ταυτόχρονα φασαριόζικο και ονειρικό, να έχει indie ευαισθησίες και το επόμενο λεπτό να σε κάνει να θέλεις να σπάσεις τα δόντια του διπλανού σου.

Αυτό που μόλις περιέγραψα δε βγαίνει καθόλου ως αχταρμάς ούτε στο studio, πολύ δε περισσότερο ζωντανά, όπου τα καλογραμμένα κομμάτια τους παίρνουν νέα ζωή. Το μπάσο του Jack Muncaster έχει γεμάτο ήχο και έξυπνα ρυθμικά, οι κιθάρες των κυρίων Ηammeren και Μcnamara όσο εύκολα κερνάνε ξύλο με τραχιά και to-the-point riffs, άλλο τόσο εύκολα μπορούν να το γυρίσουν σε ατμοσφαιρικά arpeggios που σαγηνεύουν, με τον Edward Harper στα τύμπανα να μπορεί να άνεση να εναλλάσει μεταξύ straight hardcore beats και πιο χορευτικών ρυθμών.
Με ένα καλοζυγισμένο set που τίμησε το εξαιρετικό πρόσφατο “Guided Tour” αλλά δε σνόμπαρε τις δύο προηγούμενες δουλειές τους, τα περάσαμε φίνα χορεύοντας και τραγουδώντας σε κομματάρες όπως το εναρκτήριο “Drop Me Out”, το dreamy “Walking Wires”, το τσαμπουκαλεμένο “0151” και το κλασικό πλέον “Trauma Bonds” που έκλεισε ιδανικά την εμφάνιση τους και παράλληλα πέρασε καθαρό μήνυμα αφύπνισης σε σχέση με τα ψυχικά νοσήματα.

Με το που πάτησαν το σανίδι της Πλατείας Νερού, οι Bad Religion ξεκαθάρισαν ότι το μελωδικό hardcore punk δεν είναι υπόθεση ηλικίας, αλλά στάσης ζωής. Χωρίς πολλά λόγια και χρονοτριβές, μπήκαν κατευθείαν στο ψητό, μετατρέποντας το Release Festival σε ένα τεράστιο open-air punk party κάτω από το θαλασσινό αέρι. Ο Greg Graffin, με το γνωστό του στυλ «καθηγητή πανεπιστημίου» και την απίστευτη άνεση που τον χαρακτηρίζει, έπιασε το μικρόφωνο και έδωσε το σύνθημα. Η φωνή του παραμένει αναλλοίωτη, γεμάτη με εκείνη την πνευματώδη οργή και την ειρωνεία που έχει σημαδέψει γενιές και γενιές.

Δίπλα του, ο Jay Bentley στο μπάσο όργωνε τη σκηνή με ασταμάτητη ενέργεια, ενώ το κιθαριστικό δίδυμο των Brian Baker και Mike Dimkich παρέδιδε σεμινάριο ταχύτητας και punk rock αισθητικής. Πίσω από τα τύμπανα, ο Jamie Miller ήταν πραγματική μηχανή• κρατούσε τα γκάζια σε εξωφρενικά επίπεδα, δίνοντας τον ρυθμό με χειρουργική ακρίβεια. Το setlist ήταν ένα non-stop punk rock σεμινάριο που μας πήγε τρένο. Μπήκαν ορμητικά και μας βομβάρδισαν με κομμάτια όπως τα "Do What You Want" και "Recipe for Hate". Η αρένα πήρε φωτιά, με τον κόσμο από κάτω να γίνεται μια ενιαία μάζα. Όταν έσκασαν τα "Los Angeles Is Burning", "Anesthesia" και "Infected", η ενέργεια χτύπησε κόκκινο.

Η συνέχεια είχε "You", "Fuck You" και το κλασικό "21st Century (Digital Boy)", με το ομαδικό sing-along να καλύπτει πολλές φορές τη μπάντα. Η απόλυτη παράνοια όμως φυλάχτηκε για το τελείωμα. Με το που ακούστηκαν οι πρώτες νότες του "Sorrow" και καπάκια το "American Jesus", η Πλατεία Νερού σχεδόν σείστηκε από τις φωνές. Ήταν μια καταιγιστική, γεμάτη εμφάνιση που δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο. Οι Bad Religion απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι δεν έρχονται για μια απλή αρπαχτή νοσταλγίας. Ήρθαν, έπαιξαν στα ίσα, μας ισοπέδωσαν με την αυθεντική τους οργή και έκλεισαν στόματα σε όσους τους είπαν κολόγερους που πρέπει να πάνε για σύνταξη. Και αυτό είναι περίεργο ειδικά όταν το ακούς από άτομα που έχουν μεγαλώσει μαζί τους.

Για δύο συγκροτήματα είναι δύσκολο να εξηγήσεις σε έναν νεαρό μεταλλά το 2026, γιατί αρέσουν τόσο πολύ σε όσους είναι γύρω στα 40 και άνω. Το ένα είναι οι Prodigy, το άλλο οι Offspring. Μιλάμε για δύο ονόματα που άρεσαν στους πάντες. Μέταλλα, ροκάδες, πάνκηδες, όλοι είχαν σε περίοπτη θέση και τους δύο. Κι αν προσωπικά με τους Βρετανούς δεν είχα επαφή, δεν ισχύει το ίδιο και με τους Αμερικάνους punk rockers. Παρότι ήμουν κι εξακολουθώ να είμαι οπαδός του metal, oι Offspring ήταν και παραμένουν τεράστια αγάπη. Ανέκαθεν τους θεωρούσα οικουμενικούς, αφορούσαν τους πάντες, όχι μόνο τους οπαδούς του σκληρού ήχου δηλαδή.

Δεν είχα καταφέρει μέχρι τώρα να τους δω, τους έχασα και το ’24 λόγω Coldplay, ήρθε όμως το πλήρωμα του χρόνου για ένα απωθημένο που κράταγε 27 (!) ολόκληρα χρόνια. Το ότι έγινε το αδιαχώρητο μέχρι να έρθει η ώρα εμφάνισής τους, είναι περιττό να το πω. Απλά μετράγαμε αντίστροφα για να δούμε τις φιγούρες των Dexter και Noodles να ηγούνται πάνω στη σκηνή. Έφτασε 22.00, τα φώτα χαμηλώνουν, η μουσική σταματά και ένας γνώριμος ρυθμός γαργαλάει τα αυτιά μας. «You gotta keep 'em separated» λέει ο Holland και η μυρωδιά του “Come Out and Play” σκορπά ντελίριο. Πόσιμα ιπτάμενα υγρά κάθε λογής, αλκοολούχα και μη, προσγειώνονται στα κεφάλια μας και μόλις ο Holland τραγουδήσει «Hey, they don't pay no mind. If you're under 18 you won't be doing any time. Hey, come out and play» ο χαμός και τα καπνογόνα δίνουν και παίρνουν.

Και που να δεις τι μας έχουν για μετά. “All I Want”, “Want You Bad” χωρίς ανάσα, το pop rock, το punk και το alternative δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για το απόλυτο συναυλιακό πάρτι του καλοκαιριού. Το “Looking Out for #1” είναι από τα καλύτερα του “Supercharged”, το συγκρότημα βγάζει απίστευτη ενέργεια, τη μεταδίδει στο κοινό και την δέχεται πίσω. Ο Kevin έχει να το λέει για το ελληνικό κοινό και στα “Hit That / Original Prankster” γίνεται το σώσε, αν κι έπρεπε να τα παίξουν ολόκληρα και τα δύο. Πολύ ενδιαφέρον είχε γύρω στα μέσα του προγράμματός τους, που αφιέρωσαν αποσπάσματα των “Paranoid” και “Crazy Train” σε Ozzy και Randy, ενώ η τετράδα που έκλεισε το κυρίως μέρος, είναι αδιανόητη.

“Gotta Get Away”, “Why Don't You Get a Job?”, “Pretty Fly (for a White Guy)” (που ανέβασαν μια κοπελίτσα από το κοινό στη σκηνή, ντυμένη όπως ο τυπάς στο video clip) και “The Kids Aren't Alright” είναι κομμάτια αιώνια, ίσως μεγαλύτερα και από το ίδιο το συγκρότημα, που τα τραγουδάνε μικροί και μεγάλοι, γονείς και παιδιά κυριολεκτικά. Στην επόμενη τετράδα, που ήταν και η τελευταία, είχαμε πέρασμα από “Seven Nation Army” και…«la la la la la». “Self Esteem” ετών 32 κι όμως, όταν ακούς «Now I know she's playing with me. That's okay 'cause I've got no self-esteem.» αρχίζεις αυθόρμητα τα Oh yeah, yeah oh yeah, yeah, οh yeah, yeah oh yeah, yeah.

Μετά από μιάμιση ώρα, το ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ πάρτι στην Πλατεία Νερού έλαβε τέλος μέσα σε αποθέωση. Με ήχο-κρύσταλλο, σκηνικά μεγαλοπρεπή και απόδοση σούπερ πήραμε αυτό που μας άξιζε. “This is the best gathering of humans ever”, τα λόγια του Noodles αποτύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο όσα συνέβησαν εκεί. Οι Offspring, Bad Religion, High Vis και το παθιασμένο κοινό μοιράστηκαν μια βραδιά όπου η αγάπη για τη ζωντανή μουσική δημιούργησε μια πραγματικά σπάνια εμπειρία. Συνεχίζουμε δυνατά για τις επόμενες μέρες και φυσικά περιμένουμε τους λατρεμένους Αμερικάνους πίσω το συντομότερο.
Για το Rock Overdose,
Δημήτρης Σούρσος (Ηigh Vis)
Νικόλας Καλογήρου (Bad Religion )
Μιχάλης Τσολάκος (Τhe Offspring )
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Καταστρόφος @alexandros_kat








