Η δεκαετία του ’90 θα αναβίωνε την περασμένη Τετάρτη στο Release Athens, με δύο acts που μεγαλούργησαν τη συγκεκριμένη περίοδο μεν, σε εκ διαμέτρου αντίθετα μουσικά ρεύματα δε, να στρέφουν την προσοχή επάνω τους. Από τη μία οι Garbage με τους -κλασικούς πλέον- rock ύμνους τους κι από την άλλη ο Moby με τους πολυσυλλεκτικούς electro ήχους του, θα έβαζαν -ο καθένας με τον τρόπο του- τα δυνατά τους, ώστε να μας χαρίσουν μια εξαιρετική φεστιβαλική εμπειρία. Στο πλευρό τους, ένας σημαντικός εκπρόσωπος της νέας φρουράς που ξεχωρίζει, οι Βρετανοί Pale Blue Eyes.

Κατευθείαν από τη μουντάδα του Sheffield στη βράση του Φαλήρου θα βρίσκονταν οι Pale Blue Eyes και η διαφορά μήκους κύματος θα γινόταν αμέσως εμφανής. Το εναρκτήριο “Takes Me Over” θα μπορούσε να θεωρηθεί και δίκη προθέσεων, σε μια προσπάθεια τους να υφαρπάξουν με το “καλησπέρα” την προσοχή του κοινού, επιλέγοντας μια από τις πιο ισχυρές συνθέσεις τους. Tο πνιγμένο σε chorus και synth μπάσο του Aubrey Simpson δίνει στη μουσική τους μια έντονα χορευτική ορμή, παρά το γεγονός ότι οι προσκείμενες προς το shoegaze κιθάρες των Μatt Board και Lewis Johnson-Kellett σε σημεία γινόντουσαν υπερβολικά mellow. Αυτό σίγουρα δεν συνέβη στο δυναμικό “TV Flicker”, που έπιασε το νήμα από το εναρκτήριο κομμάτι και διατήρησε την ένταση στα κόκκινα με τον ala A Place To Bury Strangers post punk ήχο του.

Οι synth πλάτες του Johnson-Kellett σε κομμάτια όπως πχ το “Dreamer” έντειναν τον ταξιδιάρικο χαρακτήρα τους, ενώ η φωνή του Board έδινε άψογα τον τόνο σε τέτοιες καταστάσεις, μπαίνοντας σε vocoder mode. Η όλη παραπάνω ανάγνωση βεβαίως ανατρεπόταν σε κομμάτια όπως το “Dr. Pong”, με τα πλήκτρα να βγάζουν motorik αύρα και τα τύμπανα της έτερης (Lucy) Βoard να μπαίνουν γερά στο παιχνίδι.

Ικανότατοι στα dreamy/shoegaze μέρη, με το απαραίτητο νεύρο στα post punk και με μπόλικη όρεξη να μας μυήσουν στην υβριδική ματιά τους πάνω στη σύγχρονη κιθαριστική μουσική, επιτέλεσαν επιτυχώς το καθήκον της opening band και πιθανότατα κέρδισαν και κάποιους πόντους παραπάνω. Από έμενα τουλάχιστον σίγουρα.

21 χρόνια από την τελευταία εμφάνιση τους στην Αθήνα, οι Garbage θα ανακάλυπταν ότι το alternative rock τους βαστάει μια χαρά στη συνείδηση του ελληνικού κοινού. Κι αν τα “There’s No Future In Optimism” και “Hold” λειτούργησαν κάπως αναγνωριστικά, δε συνέβη το ίδιο με μεγάλες επιτυχίες του παρελθόντος όπως τα “I Think I’m Paranoid”, “Stupid Girl”, “It’s All Over But The Crying” και “Special”, που ανέβασαν τη διάθεση του κοινού κατακόρυφα.

H Shirley Manson στα 59 της κάνει πλάκα σε κατά πολύ νεότερες συναδέλφους της, τόσο φωνητικά, όσο και σαν σκηνική παρουσία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφάνισης τους, αλώνιζε τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη, ενώ δε δίστασε να επισκεφθεί και τις πρώτες σειρές στο “Stupid Girl”. Nτυμένη στα μαύρα -όπως και το υπόλοιπο συγκρότημα-, με τα κόκκινα μυτερά γυαλιά της και τη φούστα-κιλτ παραμένει icon για πολλούς και σίγουρα ως παρουσία δεν περνά απαρατήρητη για κανέναν.

Δε σταμάτησε μάλιστα να αποθεώνει το ελληνικό κοινό για τη θετικότατη ανταπόκριση του, προσπαθώντας να κάνει κάθε δευτερόλεπτο της -πιθανότατα- τελευταίας εμφάνισης τους στην Αθήνα να αξίζει. Οι δυναμικές κιθάρες των Duke Erikson και Steve Marker βρέθηκαν ως συνήθως σε πρώτο πλάνο, δίνοντας νέα πνοή σε alternative rock ύμνους των ‘90s όπως τα “Vow”, “When I Grow Up”και “Push It”, αλλά και φανερώνοντας ένα σκληρότερο και εξίσου ελκυστικό πρόσωπο της μπάντας στις αρκετές συνθέσεις του περσινού “Let All That We Imagine Be The Light”.

Mια στροφή πριν το τέλος, ο Butch Vig έδωσε το ρυθμό για το “Only Happy When It Rains” και αμέσως το κοινό παραδόθηκε σε ένα από τα κορυφαία κομμάτια του grunge era, χορεύοντας και τραγουδώντας κάθε στίχο με πάθος, σημειώνοντας έτσι το αδιαφιλονίκητο highlight του set τους. Το “The Day That I Met God” που ακολούθησε, γύρισε το διακόπτη προς την ατμόσφαιρα κι έκανε ιδανικά fade out σε μια εμφάνιση, που δεν άφησε κανέναν από όσους τους περιμέναμε τόσα χρόνια ανικανοποίητο.

Επιτέλους, μετά το εξαιρετικό ζέσταμα των Pale Blue Eyes και των Garbage, κατά τις 21:45 έφτασε η στιγμή που όλοι περιμέναμε. Τα φώτα χαμήλωσαν, οι φωνές του κοινού άρχισαν να ηχούν δυνατά και πρώτοι έσπευσαν να πάρουν θέση οι μουσικοί του τεράστιου Moby, που δεν ήταν καθόλου λίγοι! Από εκεί καταλάβαινες ότι πρόκειται για υπερπαραγωγή αυτό που θα ζήσουμε!

Η βραδιά άνοιξε πολύ δυναμικά με το εκρηκτικό “Bodyrock”, με τον Moby σε φρενήρη κατάσταση να τρέχει πάνω κάτω στη σκηνή! Η rave πανδαισία του άρχισε να ξυπνά νοσταλγικές, εφηβικές αναμνήσεις όχι μόνο από εμένα που πολλά από τα τραγούδια του πρόλαβα να παίζονται αλλά και από πάρα πολλούς άλλους μέσα στο κοινό, που τον παρακολουθούσαν με πλήρη συγκέντρωση, συγκίνηση και όρεξη για λίκνισμα στο ρυθμό. Η rave τρέλα συνεχίστηκε μέχρι το “Next is the E”, ώσπου να ακουστεί στο σαγηνευτικό intro από το αγαπημένο “In this World”. Η ερμηνεία ήταν εκπληκτική και συνοδεύτηκε από το τραγούδι του κοινού, δημιουργώντας ένα μαγευτικό αποτέλεσμα.

Ο Moby είναι ένας καλλιτέχνης που μιλάει ανοιχτά με το κοινό του και συχνά εκφράζει τις ανησυχίες και την ευγνωμοσύνη του. “Είμαστε φτιαγμένοι από αστέρια” είπε και άρχισαν να πέφτουν τα γραφικά του “We Are All Made Of Stars” στα led. Η ερμηνεία για άλλη μια φορά ήταν τρομερή. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα βίντεο-αφιέρωμα στην Jane Goodall, την πιο γνωστή ίσως ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων παγκοσμίως. Στο βίντεο ευχαρίστησε προσωπικά τον Moby, με τον οποίο έχουν και προσωπική σχέση και υπενθύμισε στον κόσμο ότι και τα ζώα είναι όντα που πονάνε, αισθάνονται και έχουν αντίληψη των καταστάσεων, σε μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης.

Αμέσως μετά σε μία από τις κορυφαίες στιγμές της συναυλίας, ερμηνεύτηκε το “Heroes” που απέτισε φόρο τιμής στον David Bowie. Ο Moby μοιράστηκε μία συγκινητική ιστορία που συνδέεται με τον Bowie, δηλώνοντας πως εκτός του ότι το “Heroes” θεωρεί πως είναι το καλύτερο τραγούδι που έχει γραφτεί ποτέ, στα 12 του χρόνια εργάστηκε πρώτη φορά για να αγοράσει δύο δίσκους του αγαπημένου του καλλιτέχνη. Ο Moby δε δίστασε να ασκήσει σφοδρή κριτική στην αμερικανική κυβέρνηση, δηλώνοντας ανοιχτά πως ο Trump είναι ο χειρότερος πρόεδρος που είχαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ακολούθησε μια ανατριχιαστική ερμηνεία του “Why Does My Heart Feel So Bad?” και αργότερα ανέβηκαν λίγο οι τόνοι με το “Raining Again”.

Επιστρέψαμε σε μια rave party διάθεση με το “Disco Lies” που έκλεισε με τα άπαιχτα “Extreme Ways” και “Natural Blues”. Ειδικά στα δύο τελευταία έγινε χαμός, το κοινό το χάρηκε απίστευτα! Έφτασε η ώρα για ένα μαγευτικό encore που ξεκίνησε με το θρυλικό “Porcelain” που σημάδεψε τα ελληνικά ραδιόφωνα και τις καρδιές των Ελλήνων θαυμαστών, συνέχισε με το πασίγνωστο “Lift Me Up” και έκλεισε με μια έκρηξη ωμής ειλικρίνειας και το εξαιρετικά ενεργητικό “Feeling So Real”.

Ο Moby είναι πολλά παραπάνω από ένας ιδιοφυής μουσικός παραγωγός. Είναι η μουσική υπόκρουση της εφηβείας μας, vegan ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων και αγωνιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, punk rocker και κιθαρίστας, ενώ αποτελεί μία ευγενική φιγούρα που δείχνει έμπρακτα την ευγνωμοσύνη της στους θαυμαστές του!
Για το Rock Overdose,
Κατερίνα Μήτικα (Moby)
Δημήτρης Σούρσος (Garbage, Pale Blue Eyes)
Φωτογραφίες: Καταστρόφος Αλέξανδρος @alexandros_kat








